Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Και να σκεφτείς, είχαμε σχεδόν νικήσει... - Πασχάλης Παπατσαρούχας (και μια αίσθηση ανάγνωσης)


Ξέρεις, κάποια πράγματα θα πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποτε.

Χρωστάμε πολλά.

Στους «αλητάμπουρες» ήρωες.

Όχι σε εκείνους τους χυδαίους που νομίζουν πως η ζωή τους χρωστάει τα πάντα.
Τους άλλους.

Εκείνους, που έχουν συνειδητοποιήσει πως χρωστούν στην ζωή, από γεννησιμιού τους, τα πάντα.
Και σέβονται.
Την ζωή, τον Έρωτα, τους φίλους, τον κόσμο που ζει γύρω τους.

Τους ίδιους, που τρώγονται εσωτερικά με τις ανασφάλειες τους, που δεν διστάζουν να βγαίνουν φόρα παρτίδα και λένε όσα πιστεύουν και όχι όσα πρέπει.
Τους συνεπείς λόγων και πράξεων.

Τους τύπους που πάνε από το Εγώ στο Εμείς με γνώση του ρίσκου και διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα. Με σεβασμό στον εαυτό τους και όλους τους γύρω.

Όσους δεν εξαργυρώνουν την τύχη τους σε λόμπι και κέντρα αποφάσεων, αλλά τρώνε στην μάπα το χημικό και την χλαπαταγή της μάχης, της εσωτερικής τους ή της έξω και ξέρουν γιατί έκαναν τις επιλογές τους, που υπάρχουν και αναπνέουν στην κίνηση και στον επανακαθορισμό του σημαντικού, θυμίζοντας τον Μισέλ Πικολλί στο Themroc, στην σκηνή που τα όργανα της τάξης τον βομβαρδίζουν με καπνογόνα την ώρα που κάνει έρωτα, έχοντας γκρεμίσει ο ίδιος τους «προστατευτικούς» τοίχους του σπιτιού του, κοινοποιώντας σε όλους το μέσα του.

Εκείνους τους τύπους, που μπορούν να διακρίνουν τα λάθη τους και να τα αποδέχονται, κουβαλώντας τα μαζί τους με αγάπη και σεβασμό στον εαυτό τους. Και μιλάνε γι’ αυτά χωρίς φόβο. Γιατί μέσα από αυτά έμαθαν να είναι.

Εκείνους που, ότι πρέπει να ειπωθεί θα το πουν, πιστοί στην δέσμευση του αίματός τους. Και των άλλων.

Όσους άδολα δέσμευσαν τα πάντα στην πρώτη φορά, που πήραν τις αριστερές στροφές γκαζώνοντας και με οξυμένο ένστικτο και γνώση, αναγνώρισαν τα όρια πριν εξοκείλουν δεξιά και τσακιστεί η μηχανή. Και δεν το κράτησαν μέσα τους αλλά ενημέρωσαν και τους άλλους.

Που ξέρουν να διαβάζουν την στραβή την πλεύση, να αναγνωρίζουν τον στραβό γιαλό και τις στραβοτιμονιές μεσοπέλαγα, που κατανοούν από καρδιάς και όσους εξαρχής δεν ανέβηκαν στο μπάρκο, αλλά και όσους επέλεξαν να αποβιβαστούν νωρίς. Και πήγαν και τους βρήκαν πάλι.

Είναι λοιπόν, εκείνοι οι «αλητάμπουρες» που κάνουν εκείνο που πρέπει, με τα οξυμένα κριτήρια και το ακονισμένο βλέμμα, που έχουν χίλια πράγματα στο μυαλό τους, όλα σημαντικά, όλα να συνδέονται, οι ελεγχόμενα αυτοκαταστροφικοί που ζουν πασχίζοντας να ισορροπήσουν το μέσα με το έξω, παίζοντας fair play κι ας το πληρώνουν.
Που δεν διστάζουν να αναμετρηθούν με την προδοσία και τα μαύρα φίδια του μυαλού.

Που ξέρουν πως ο Έρωτας, εκτός από δυο τσιγάρα αναμμένα ταυτόχρονα με ένα σπίρτο, σε ένα στόμα, εκτός από εκρηκτική διευθέτηση του Εαυτού, είναι και μια τεράστια ζυγαριά. Εύθραυστη. Ισορροπιστής διαφορετικών Εγώ. Που πάντα κινείται χωρίς να ισορροπεί. Γι’ αυτό και όλα έχουν σχέση με αυτόν.

Εκείνους που επιζητούν να αισθανθούν στην πράξη «το τίποτα να μοιάζει πιο πολύ και από το περισσότερο». Έστω και την τελευταία στιγμή.

Χρωστάμε λοιπόν φίλε σε όσους μας θυμίζουν πράγματα.

Σε όσους μας ανοίγουν μονοπάτια με την παρουσία τους.

Σε εκείνους που οι δεσμοί αίματος και η φιλοσοφία ζωής, τους κάνει να προσπαθούν να μην ισοπεδωθούν από το σύστημα, ευελπιστώντας πως με αυτή την ύστατη αντίσταση θα αλλάξει το σύστημα. Όπως έλεγε και ένα παλιός και αξέχαστος γνωστός…

Επειδή τελικά, ο Έρωτας είναι πάντα το όχημα όλων όσων είμασταν και ότι θα γίνουμε.
Το αρχέγονο άλλοθι της προσωπικής μας ιστορίας.
Ο θεμέλιος λίθος.

Και εμείς οφείλουμε να προσπαθούμε να χτίζουμε πάνω σε αυτόν.


Ελπίζοντας να ξαναγεννηθούμε σε έναν Έρωτα μέσα…

Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Χρόνος - Νίκος Κυριακίδης (και μια προσωπική αίσθηση ανάγνωσης)


Τα έχεις κι εσύ τα σπαράγματα αναμνήσεων;
Τα βλέπεις στον ύπνο σου;
Ξεπροβάλλουν από σκιές σε καλοκαιρινές αυλές;
Από σύννεφα σταχτιά που μοιάζουν με ορτύκια;
Αυτά σε γεμίζουν αγωνία για ότι θα μπορούσε και δεν;
Της είπες όσα έπρεπε όταν;

Και δεν μου λες, όταν σκέφτεσαι τον Χρόνο σου, πόσα καλοκαίρια φοράει;
Πόσο σε καίει ο Ήλιος ακόμη και αθέατος;
Όσο σε ρουφιανεύει το Φως με τις σκιές του, θυμάσαι ποιος κάνει κουμάντο

Κι αν ο Χρόνος έχει χρώμα, τότε είναι οπωσδήποτε Κίτρινο
Σαν παιδικά καλτσάκια νεκρών παιδιών
Για να φαίνονται πιο έντονα όλα τα σκοτάδια, όλα τα γκρι της ζωής, το νερουλιασμένο αίμα, όσα σαπίζουν όταν παρέλθουν

Σου έχει τύχει να παραμιλάς, να το ξέρεις και να βγάζεις συμπεράσματα ζωής σκεπτόμενος άψυχες κούκλες;
Όλοι ξέρουν κι ας μη το μολογάνε, 
ο παρατηρητής του Χρόνου, φοβάται
με την σιωπή της μνήμης και την απουσία της,
με την θάλασσα που δείχνει ψευδοαιώνια και τον μπερδεύει,
με τα νέα μάτια που πολλοί τα λένε ψευδαισθήσεις

(Και πως το έλεγε ο Νικολαϊδης στην Γλυκιά Συμμορία; «Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος, δεν τελειώνει ποτέ…»
Κι άρχιζε συχνά με βροχή
Και με λάσπες παρούσες ή κάπου εκεί γύρω
Και πτώματα)

Τα δε καναρίνια, σαν ψυχές Χρόνων, πάντα κίτρινα, ζωντανά ή νεκρά

Υπονοούνται παλαιά κελαϊδίσματα

Και μικρά παιδιά πάνω κάτω

Ζωντανά ή κάποτε

Οι στιγμές, μικρές δηλώσεις ύπαρξης, έχουν αποσπάσματα με λατινικούς αριθμούς μπορούν να λένε μια ιστορία ή πολλές,
έχουν τίτλους και συγχρονίζονται ταυτόχρονα ή παράλληλα ή επάλληλα,
με κίτρινα κοψίματα και εισαγωγικά
που έχουν ενσωματωμένες όλες τις παλιές απόπειρες
Απόπειρες Ζωής
Κίτρινης
Πρώην

Και λέξεις οικείες που σκάβουν
Πτυχές εγκεφαλικού ζελέ
«σε μέρη που γίνεται χάδι το αίμα
Και περιμένω στον άδειο δρόμο…»

...Φίλους
Που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να κιτρινίσουν κι αυτοί

Τουλάχιστον κάτι έμαθα πια     
    
Ας πούμε·
«Κάνω τον κοινωνικό, κατάμονος
Διαβάζω πολύ, μέχρι την σελίδα είκοσι,
Το πολύ.
Δεν είναι βέβαια γιατρέ, ασυνήθιστα αυτά τα πράγματα»

Οι Φίλοι και πάλι
Ιδίως όταν φυσάει…


(Παραληρηματικό και αχτένιστο κείμενο-απόνερο ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής «Χρόνος» του Νίκου Κυριακίδη, εκδόσεων «Σαιξπηρικόν»
Αποκλειστική μουσική ανάγνωσης: https://www.youtube.com/watch?v=953o5iD688Q )


Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Της άγνοιας...

Το να βρεις τόπο να υπάρχεις στο πεζούλι μεταξύ κοινωνικής κριτικής, πολιτικού ρεαλισμού, κοινωνιολογικών αναλύσεων, ανθρωποκεντρισμού, ιδεολογικών τάσεων, ιστορικών πεπραγμένων, υποκειμενισμού αντίληψης, αντικειμενοποιημένης αισθητικής και παραίσθησης, Λόγου, Τέχνης και καθημερινότητας της Ύπαρξης, μπορεί να σου κάνει το μυαλό ζελέ 

Και την ψυχολογία πορτοκαλάδα 

Χωρίς ανθρακικό 

Μπορεί και όχι 

Εξαρτάται από τις αντοχές σου 

Και το πως αντιλαμβάνεσαι την μακαριότητα της άγνοιας...


Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

5 Μαΐου...



Τα βάζανε κάτω και τα υπολογίζανε
«Πόσες μέρες απεργήσαμε τον προηγούμενο μήνα;
Πέντε εσύ, πέντε εγώ, δέκα σύνολο…
Δεν βγαίνει γαμώτο. Χρωστάμε τέσσερα κοινόχρηστα, η δόση του σπιτιού δεν βγαίνει, έχουμε σε καθυστέρηση και στο ρεύμα. Δεν βγαίνει γαμώτο…»
Μετά, σκύψανε το κεφάλι και βράζανε μέσα τους, κοιτάζοντας την τηλεόραση

Την επόμενη μέρα πήγανε στα σχολεία τους
Εκείνος, σχόλασε λίγο νωρίτερα, πήρε το αυτοκίνητο μέχρι τον πρώτο σταθμό μετρό, τσέκαρε αν έχει μάσκα άνθρακα μαζί του και ξεκίνησε για το συλλαλητήριο
Μπορεί να μην δήλωσε απεργός σήμερα, αλλά στο συλλαλητήριο θα πήγαινε βρέξει-χιονίσει
Όπως έκανε σε όλα τα τελευταία συλλαλητήρια
Σίγουρα θα έβρισκε και κάποιον φίλο κάτω. Όλο εκεί τους έβλεπε τελευταία
Συναντιόντουσαν χωρίς να το έχουν κανονίσει
Ανησυχούσε όμως με τις αντιδράσεις του τελευταία. Όπου γινόταν κανένας τσαμπουκάς με τους ματατζήδες και ήταν κοντά, όρμαγε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τι κι αν είχε τρία παιδιά πια, τι κι αν ήταν «βολεμένος δημόσιος υπάλληλος», τι κι αν ήταν σαρανταφεύγα πια, δεν κρατιόταν με τίποτα
Μερικές φορές, είχε τρομάξει και φίλους έτσι αυθόρμητα και παρορμητικά που αντιδρούσε. Δεν το έκανε επίτηδες. Έτσι του έβγαινε.
Όταν βέβαια γύρναγε σπίτι και έβγαζε τα ρούχα που μυρίζανε χημικά στην εξώπορτα και τα παιδιά του δεν τον πλησιάζανε γιατί έζεχνε ιδρώτα και ψεκάσματα, αισθανόταν αμήχανα και άβολα. Τι να εξηγήσει και τι να πει; Μικρά ήταν ακόμη, ήθελε να τα προστατέψει από την πραγματικότητα για λίγο καιρό ακόμη
Η σύντροφος τον ρώταγε μόνο «Είσαι καλά; Έπαθες τίποτα;» και αναστέναζε από κατανόηση με αγωνία μαζί
Μέχρι την επόμενη φορά

Ο Μάης είχε πλέον μπει, είχε πάει πέντε ο μήνας κι αυτός για άλλη μια φορά κατέβαινε «κάτω»
Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς
Δεν μπόρεσε να βρει κάποιον φίλο. Κάτι γνωστούς βρήκε αλλά τους άφησε και προχώρησε μπροστά στην πάνω μεριά της πλατείας Συντάγματος, ενώ ακούγονταν ήδη πολλές κρότου-λάμψης.
Όταν έσκασε η μεγαλύτερη ομοβροντία καπνογόνων και χημικών που θυμόταν να είχε βρεθεί εκείνες τις μέρες, ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί προς τον Εθνικό Κήπο με φόβο να καταπατηθεί
Στην αρχή, επειδή είχε δει τον αέρα να φυσάει προς την ίδια κατεύθυνση και κατάλαβε πως το χημικό σύννεφο θα τους αγκάλιαζε για περισσότερο χρόνο, φώναξε με μερικούς άλλους «Όχι πίσω παιδιά! Μπροστά πάμε όλοι! Μην πανικοβάλλεστε!!! Μπροστά!»
Μάταιος κόπος. Ο πανικός βουλώνει τα αυτιά
Έμεινε ξαφνικά μόνος του μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο, να βήχει πίσω από την φτηνή μάσκα άνθρακα και να προσπαθεί να στερεώσει τα μαύρα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, μπας και γλυτώσει λίγο από τα δακρυγόνα
Περπάταγε κόντρα στο σύννεφο, να περάσει μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη και να συνεχίσει στην πορεία. Δεν θα τους πέρναγε γαμώ το φελέκι μου μέσα!
Διέκρινε μερικές φιγούρες ματατζήδων να έρχονται προς το μέρος του, ενώ εκείνος συνέχιζε να περπατάει προς την κατεύθυνσή τους και να βρίζει καντήλια και φύτρες και ιερά και όσια
Ήταν σίγουρος πως θα τελείωνε πολύ σύντομα
Μια γερή γκλομπιά στο κεφάλι και αυτό θα ήταν
Τσιτωμένος από την αδρεναλίνη, περπάταγε σταθερά και περίμενε να αισθανθεί το χτύπημα

Ίσως το ότι έτσι ντυμένος στα ολόμαυρα, στην ηλικία του, με μπανάνα στην μέση και με το στυλ που έμοιαζε για ασφαλίτης, ίσως το παχύ λευκό σύννεφο χημικών, ίσως το ότι έβριζε και προχώραγε μπροστά, ίσως επειδή ήταν απλά κωλόφαρδος, κανείς δεν τον ακούμπησε
Πότε βρέθηκε να περνάει δίπλα από το Μεγάλη Βρετανία και να κάθεται να πάρει ανάσες σε ένα πεζούλι, κλαίγοντας και φτύνοντας χημικά και σάλια, δεν το κατάλαβε
Μια παρέα νεαρών που τον είδε τον ρώτησε αν είναι καλά και αν θέλει λίγο riopan. Τους ευχαρίστησε και αρνήθηκε

Την ωρα που προσπαθούσε να απαλλαγεί από μύξες, σάλια και χημικά, χτύπησε το τηλέφωνο
-          Που είσαι; Θα έρθεις να μας πάρεις από το σχολείο;
-          Είμαι στην Πανεπιστημιού και ξερνάω χημικά· απάντησε
-          Που;;; Μα είπες πως δεν…
-          Πάρε τα παιδιά και πες στον πατέρα σου να σας πάρει. Έρχομαι αλλά θα καθυστερήσω λίγο… Βγάλε στην εξώπορτα μια σακούλα να βάλω μέσα τα ρούχα να τα βγάλουμε στο μπαλκόνι. Να μην με δουν τα παιδιά έτσι…

Σηκώθηκε πέταξε την άχρηστη πια μάσκα άνθρακα των τριων ευρώ και κατηφόρισε στην Πανεπιστημίου
Από την Σταδίου έβλεπε να ανεβαίνει πυκνός μαύρος καπνός και να ακούγονται σειρήνες πυροσβεστικής
Μπήκε στο μετρό και κοίταγε τον κόσμο γύρω του.
Πολλοί είχαν σημάδια από χημικά πάνω τους, άσπρα πρόσωπα από το Maalox, άλλοι έβηχαν συνέχεια
«Να πάω να αγκαλιάσω τα παιδιά μου» σκεφτόταν

Το ίδιο βράδυ, το σοκ της συνειδητοποίησης του τι ήταν εκείνος ο μαύρος καπνός στην Σταδίου, του έκανε το στομάχι χάλια και την ψυχολογία ερείπιο
Κάποια στιγμή, είδε στην τηλεόραση και μια λήψη από το προαύλιο της Βουλής, που έδειξε έναν μοναχικό τύπο στα μαύρα, να χάνεται μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο χημικών και να βγαίνει από την άλλη μεριά
Ανατρίχιασε
Αύριο, θα πήγαινε να αγοράσει καινούρια μάσκα, καλύτερα καμιά δεκαριά κι ας ήρθαν και τα καινούρια κοινόχρηστα

……..
Μετά, ο χρόνος πέρασε
Πολλά ξεχάστηκαν, πολλοί ξέχασαν
Εξακολουθεί και χρωστά  τρία κοινόχρηστα, τα παιδιά πάνε και γυρίζουν μόνα τους από τα σχολεία και τις σχολές τους
Του μείνανε τουλάχιστον δύο τρεις μάσκες
Ποτέ δεν ξέρεις…

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Χαρτί και μολύβι


Μ΄ αρέσουν οι γρίφοι
Και τα παζλ
Τι κι αν η λύση τελικά είναι μια, τι κι αν οι θέσεις σε ένα παζλ είναι αυστηρά καθορισμένες
Έχω φάει ώρες, ίσως και χρόνια, να ψάχνω να βρω άλλη λύση από την ενδεδειγμένη.
Να βρω την ρωγμή στο καθιερωμένο σύστημα αλληλουχίας.
Την Κερκόπορτα της πραγματικότητας
Να μπορέσω να πω «Πάρτα ρε! Αυτό δεν το είχατε σκεφτεί!»
Εμένα ψάχνω δηλαδή, αλλά δια της πλαγίας οδού.

Τελικά, τρώω τα μούτρα μου και υποτάσσομαι στην αλήθεια που οι άλλοι έχουν ετοιμάσει από πριν.
Το άρρωστο είναι πως ευχαριστιέμαι που τα κατάφερα κιόλας.

Αλλά δεν το βάζω κάτω. Κρατάω σε κάποιο σκοτεινό σημείο του μυαλού, το ενδεχόμενο να μην έχω όλα τα δεδομένα. Να μην έχω την πλήρη οπτική. Την έλλειψη γνώσης για το πώς κόβονται τα κομμάτια του παζλ. Υπολογίζω και την άγνοια για την κβαντομηχανική που όλα φαίνονται πιθανά αλλά και για την Θεωρία του Χάους, που όλα φαίνονται απίθανα
Ξέρω πως είναι αυτοπαραμύθιασμα αυτό, αλλά όπως και να το κάνεις, έχει μια παρηγοριά μέσα του.
Πικρή μεν, αλλά βολική.
Μικρές νίκες, που θρέφουν τις μεγάλες απώλειες.

Να ας πούμε, με την χάραξη ενός κύκλου.
Στον πίνακα, κάνεις κέντρο τον αγκώνα σου και τραβάς έναν σχεδόν τέλειο κύκλο με την κιμωλία. Χωρίς διαβήτη.
Τι να τους κάνεις άλλωστε τους τέλειους κύκλους;
Είναι μονότονοι και αυστηροί. Δεν διαπραγματεύονται το μέσα με το έξω. Τα ορίζουν και τέλος.
Οι στενάχωρες καταστάσεις της γραμμικότητας.

Η πιο ωραία νίκη όμως, είναι η χάραξη κύκλου ΚΑΙ κέντρου, χωρίς να σηκώσεις στιγμή το μολύβι.
Μονοκονδυλιά.
Αλλά δεν γίνεται σε πίνακα. Θέλει σελίδα χαρτιού.
Είπαμε «μικρές νίκες»

Τσακίζεις λοιπόν το χαρτί από μια γωνία του, μαρκάρεις με μια βούλα το σημείο που τελειώνει η ακμή πάνω στο κυρίως χαρτί, συνεχίζεις τραβώντας μια γραμμή πάνω στην διπλωμένη πλευρά του χαρτιού, μετά συνεχίζεις σαν να ξεκινάς να διαγράψεις κύκλο. Μόλις το μολύβι κατέβει από το δίπλωμα στην κυρίως σελίδα, ξεδιπλώνεις το τσάκισμα και ολοκληρώνεις το κύκλο σου πάνω στο κυρίως χαρτί.
Μονοκονδυλιά λοιπόν, έχεις και τον κύκλο και το κέντρο του.
Μένει μόνο η συνδετική γραμμή στο πίσω μέρος του τσακίσματος που δεν βλέπει κανείς.

Αν θέλεις περισσότερους κύκλους και κέντρα μονοκονδυλιά, υπολόγισε τα τσακίσματα που θα χρειαστούν. Τις αποστάσεις από το κέντρο σου. Και που θα τα κάνεις.

Ε, αυτή είναι η ζωή σου.
Εσύ αποφάσισες πως θα διπλώσεις το χαρτί, εσύ ορίζεις το κέντρο σου, εσύ και το πώς θα ενταχθείς στον κύκλο που χαράσσεται στο μεγάλο χαρτί

Και αυτό το χακάρισμα του γεωμετρικού αξιώματος, το ξέρεις μόνο εσύ

Και όσοι τους το δείξεις

Χαρτί και μολύβι να έχουμε μονάχα


(Επηρεασμένος και σε απάντηση της ανάρτησης του φίλου μου του Πάνου…)

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Στάχτη από νότες





«Τι είναι δύο χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα;…»

Και τσίμπησε ο μαλάκας

Δύο χρόνια έβραζε στο ζουμί του, έμαθε να πίνει, έγινε ντίρλα
πολλές φορές για πάρτη της, πάντα μόνος του, μακριά από τα βλέμματα γνωστών και
φίλων.

Κουβάλαγε την καψούρα και την προδοσία μέσα του και μόνο η
μάνα του είχε πάρει χαμπάρι. Και έκλαιγε κρυφά στην κουζίνα, όταν του έφτιαχνε
καφέ με λεμόνι να ξεμεθύσει
Και ένας φίλος που έγινε κολλητός για χρόνια

Όταν τον πήρε τηλέφωνο δυο χρόνια μετά και ξαναβρεθήκανε οι
αντιστάσεις του διαλύθηκαν.
Όλα εκείνα τα «θα την ξεφτιλίσω αν βρεθούμε, θα δει τι θα
πάθει…» εξανεμίστηκαν με την πρώτη αγκαλιά και το πρώτο φιλί
Σπουδαστής αυτός πια, άνεργη εκείνη

Τρεις βδομάδες κράτησε η επανένωση

Ίσα ίσα για να καταλάβει πως τα δύο χρόνια μπορούν να είναι
μια αιωνιότητα

Κι ο Στέλιος της MAD στο Περιστέρι, λες και ήταν βαλτός, στο
αντίο τους, έβαλε να παίζει Spandau Ballet που τρελαινόταν αυτή όταν το άκουγε

Μετά από αιώνες, του έχει μείνει η ανάμνηση από το γαλάζιο
βλέμμα της μέσα από την ξανθιά φράντζα, την ώρα που έβγαινε από το μαγαζί για
τελευταία φορά

Ούτε ξέρει που βρίσκεται πια

Δεν τον νοιάζει κιόλας.

Ότι ζημιά ήταν να κάνει ο καθένας τους, την έχει ήδη κάνει

Έχουν μείνει δύο κομμάτια μόνο
Εκείνο που άκουγε επι δύο χρόνια και δάκρυζε και εκείνο το
άλλο, που άκουγε μετά και απλά προχώραγε την ζωή του με μια εφηβική θλίψη
παρακαταθήκη, με μια παλιά φωτογραφία, καταχωνιασμένη κάπου

Δεν ξεχνάει η μουσική φίλε

(γαμημένο youtube …)


https://www.youtube.com/watch?v=hlLCC_gF8QY

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Της α-f-ωνίας


Κάποια στιγμή θα καταμετρηθούν οι σιωπές
που δήλωσαν παραίτηση τελεσίδικα
κι εκείνες που γεμίζουν πλέον τα ποτήρια κατά μόνας
και οι άλλες, οι αθέατες και μισοκρυμμένες σε διαμερίσματα-τάφους
ασθμαίνουσες οι περισσότερες με μια άγνοια πανωφόρι
ίδιο χειμώνα καλοκαίρι
πασχίζουν για ψευδοανάσες πάνω στων νεκροζώντανων τα άλλοθι
με καδραρισμένες καταθλίψεις και κουμπιά απελπισίας
κλικ να ζήσω
κλικ
κλικ
κλικ

Φαντάζομαι έναν γύρο το περιβάλλον
χωρίς ήχο
Εθιμοτυπική έξοδος σε παρέες τα Σαββατόβραδα
να γιορταστεί η νέα συλλογικότητα της μοναξιάς
και οι όποιες αποφάσεις από Δευτέρα
---κλικ---

Κραυγάζει η απομόνωση στις selfie
αντανακλαστική η διανομή σε φατσούλες και σηκωμένους αντίχειρες
ψηφιοποιημένα μοιράζονται ξόρκια της θλίψης
που είσαι τώρα – με ποιόν είσαι μαζί
βλέπεις, οι καιροί απαιτούν κοινοποίηση της έλλειψης
και ξεκομμένη από τους καιρούς ζορίζει πολύ η επιβίωση

Μια θάλασσα από πνιγμένα εγώ
προσθέτουν, εμποδίζουν, σκουντάνε, χαχανίζουν, αιτούνται
συνδέονται μεταξύ τους χωρίς να αγγίζονται
με μια απατηλή αίσθηση κατοχής και ιδιοκτησίας
στην αυθαίρετη χρήση των κτητικών αντωνυμιών
Έχει μια αίσθηση νίκης η εκ του μακρόθεν οικειότητα
Όπως και η φορεμένη κατάσαρκα αλλοιωμένη αντίληψη του χρόνου
                                                                                                και του μη – τόπου
τόσο ρεαλιστική όμως, όπως και να έχει

Τα νέα πάθη δεν έχουν μνήμη
Ενσωματώνουν τα ήθη της λήθης σε κράμα
μαζί με άχρηστες πληροφορίες και ψευδοειδήσεις
όσο η χαρά του εφ-ήμερου κρεμάει τις αμφιβολίες στα ακροδάκτυλα
Ήρθαν πια εποχές που ακόμη και οι πολλές τελείες έχουν να δηλώσουν κάτι...

Οτιδήποτε...

Τόσες αδικημένες σιωπές μαζί
από την ίδια τους την αfωνία 
συμπλέουν
παραλείποντας συχνά τα φωνήεντα χάριν ευκολίας ή και μαγκιάς
ή και μιας αχαρτογράφητης ανάγκης ακόμα
σε ένα μαζικό και ανέξοδο κυνήγι παγωμένων στιγμών
                                                με λεζάντες ή άνευ
που επιφέρουν μακρόσυρτα ααααα και ωωωω
σαν ενοχική αναπλήρωση ίσως
συντροφιά με καρδούλες
πολλά θαυμαστικά
και μερικούς ξέμπαρκους άσσους
από βιασύνη για δήλωση

Κι ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω
πως φτάσαμε να βασανίζουμε έτσι τις σιωπές μας
όλοι εκείνοι που τις είχαμε γυμνάσει
να ουρλιάζουν

Κι έχεις και την πράσινη κουκκίδα δεξιά να σε προδίδει
---κλικ---