Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Οι Πικροί Άνθρωποι - Νίκος Κυριακίδης, Όστρια, 2018



Ως συναίσθημα δεν περιγράφεται εύκολα. Όπως και η αποτίμησή της. Δεν μεταφέρεται. Δεν δανείζεται. Δεν εξηγείται. Τα συμπτώματά της είναι εκείνα που περιγράφονται πιο εύκολα.
Μπορεί να γίνεται αντιληπτή με διαφορετικούς τρόπους, σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους.
Είναι βίωμα η Πίκρα.
Είναι η αναμέτρηση του θέλω με το μπορώ.
Του αξίζω με το έχω.
Του επιθυμώ με το κατάφερα.
Εμφανίζεται πάντα παρέα με την συνειδητοποίηση. Με την έλλειψη εναλλακτικών. Με την αδικία. Με την εξάπλωση της ασχήμιας. Με την αναστολή της ομορφιάς. Με το πέρασμα ανενεργού χρόνου. Με την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων. Και με πολλές άλλες αιτίες.
Η δυσκολία περιγραφής της με ξεκάθαρα και στέρεα λόγια, ενισχύουν περισσότερο το εσωτερικότητα της υφής της.
Και όπως γίνεται και σε οτιδήποτε «εσωτερικό», κάπου εκεί, αναλαμβάνει η Τέχνη να καταγράψει. Να εξηγήσει.
Όπως η μουσική, η ζωγραφική, η λογοτεχνία.
Και κυρίως η Ποίηση.
Εκεί κοντά παίζουν τον ρόλο τους και οι Συμβολισμοί.
Οι Επιλογές.
Οι Εικόνες.
Και αρκετά συχνά και το Τυχαίο.
Συνδυαζόμενα έτσι ώστε να κρατήσεις τελικά στα χέρια σου, σε μορφή βιβλίου, το τυπωμένο σε λέξεις θερμικό αποτύπωμα των ανθρώπων μιας πικραμένης χώρας.
Των Πικρών Ανθρώπων.
Που αρκετούς τους ξέρεις, τους έχεις δει, τους έχεις νιώσει.
Κι ας μην τους γνωρίζεις.
Και κάποιους τους είδες και στην παρουσίαση του βιβλίου.
Αναγνωρίζεις το αποτύπωμα που αφήνουν οι ζωντανοί και όσοι θεωρούνται ως τέτοιοι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, είτε παρόντες είτε όχι.
Χαμογελάς πικρά με την σιωπηλή αισθητική των λέξεων ασπρόμαυρη βροχή πάνω από τον βίο και την καθημερινή προσπάθεια ζωής.
Περπατώντας, μουρμουρίζοντας ή τραγουδώντας.
Καθρέπτης ειλικρίνειας  του προσωπικού στο κοινωνικό.
Και το αντίστροφο.
Ένα βιβλίο - φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ένα συντροφικό σιωπηλό βλέμμα, μια άτυπη συνοδεία για όσους σκέφτηκαν κάποια στιγμή
«… πως πλησιάζει η επιστροφή στο σπίτι.
Μια ακόμη δύσκολη επιστροφή που όμως αξίζει
Όσο μια ολόκληρη ζωή.
Άχτιστο ακόμη, μα νάχει θέση τ’ όνειρο πως κάτι μετά θα έρθει…»
Κι έχουμε ανάγκη την καταγραφή της αισιόδοξης απαισιοδοξίας μας.
Έχουμε ανάγκη να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι μας.
Αλλιώς οι ανάσες στην «μαύρη χώρα» μυρίζουν θειάφι και αποσύνθεση.
Και προκαλούν ανυπόφορο το αίσθημα πνιγμού σε όλους όσους «ζούμε με την μύτη».
Γι΄ αυτό και επιμένουμε.
Η επιβίωση περνάει μέσα από την κίνηση, τις λέξεις, τα χρώματα, την θάλασσα.
Κι αυτό που σημαίνουν.
«… Ακόμη υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν να παίρνουν τα πόδια τους
Να διασχίζουν την μαύρη χώρα πέρα-δώθε και μέσα στη νύχτα
Ονειρεύονται κάτι γαλάζιο…»
Συνέχεια.
Έστω και ερήμην κάποιες φορές.
Γνωρίζοντας σιωπηλά πως
« …Ο πεθαμένος ήλιος
Ξαναγεννιέται κάθε μέρα»

Ο κώδικας των Πικρών Ανθρώπων, κρύβεται στα μάτια εκείνων που χαμογελούν πικρά ο ένας στον άλλον.
Και δεν χρειάζεται να πουν πολλά.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

The Weight (για τους παλιούς φίλους και τους αιώνια περιπλανώμενους)





Συμβαίνει καμιά φορά, να ψάχνεις σε παλιά συρτάρια

Και συμβαίνει καμιά φορά, αυτά τα συρτάρια να σου πετάνε στα μούτρα παλιά χαρτιά, απαντήσεις φίλου πριν από δώδεκα χρόνια, ως μήνυμα σε forum που δεν υπάρχει πια.

Συμβαίνει να τα είχες τυπώσει για να τα διαβάσεις με την ησυχία σου.

Συμβαίνει να τα είχες ξεχάσει

Συμβαίνει ο ίδιος φίλος να λέει πια πως "περασμένα-ξεχασμένα".

Όπως ακριβώς συμβαίνει η ζωή δηλαδή.

Με τις αντινομίες της, τις αλλαγές της, τις συμβάσεις της.

Με το νερό στο κρασί της.

Πρόσωπα περνάνε και φεύγουν.

Και έρχονται άλλα, να κουβαλήσουν με την σειρά τους παλιούς σταυρούς.

Ευτυχώς κάποιοι φίλοι παραμένουν.

Και οι κουβέντες τους εξακολουθούν και σφάζουν...









Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Αντεστραμμένο είδωλο






Δείγμα χαρακτήρα, το να μην ρίχνεις αλάτι στις πληγές των φίλων.
Δείγμα χαρακτήρα το να μην αφήνεις τις δικές σου να κλείσουν.
Όπως το διαρκές και ακούσιο γύμνασμα της περιφερειακής όρασης.
Ευτυχώς, λειτουργεί ακόμη. 
Όση απέμεινε, ακονίζεται.
Έγινε αντανακλαστικό επιβίωσης.
Ζυγίζεται γδαρμένο και βουβό το είδωλό σε βιτρίνες, τζαμαρίες πολυκατοικιών, στον καθρέπτη.
Τα αντεστραμμένα λειτουργούν ως υπενθύμιση.
Κοίτα πως μεγαλώνουν τα μαλλιά και τα νύχια, ακόμη κι όταν η ζωή έχει αποχωρήσει!
Σαν τις φορές που ένα ουφ σου θυμίζει πως υπάρχει ακόμη πορεία.
Άλλωστε, στις ώρες που πονούν το θέμα δεν είναι οι λέξεις, ούτε η χρήση τους.
Είναι η απουσία τους.
Είναι οι σιωπές του ειδώλου και του Άλλου.
Είναι το φορτίο που περιέχουν τα άφωνα.
Η θλίψη του αγόγγυστου.
Η ιχνογράφηση των βλεμμάτων.

Ακούω πως το θέμα είναι που αλλάζουν γοργά οι εποχές και οι συνθήκες.
Λέω πως σέρνονται ύπουλα οι αιτίες και οι συνήθειες.
Που μάθαμε να ζούμε μετρώντας βήματα και απώλειες.

Ίσως και να είναι που ξεχνάμε 
όλο και περισσότερο 
τον τρόπο που ξεπαγώνουν οι ανάσες μας.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Διαρκώς...



Τα πρόχειρα σάντουιτς και οι πλαστικές σακούλες με τρόφιμα που περνάγανε μέσα χέρι με χέρι.

Τα τσιγάρα που πήγαιναν οι οικοδόμοι στην πύλη

Τα δάκρυα και η γραπατσαλωμένη αγωνία σε ροζιασμένα βλέμματα και χέρια που συνόδευαν τα «Να προσέχετε παιδιά μου, να προσέχετε!...»

Τα φάρμακα μέσα σε τσάντες κουστουμαρισμένων γιατρών και τσέπες σακακιών υπεράνω υποψίας.
Τα χειροκροτήματα των επιβατών των τρόλλεϋ στην Πατησίων.

Τα ανήσυχα βλέμματα των χαφιέδων στην γωνία της Στουρνάρη.

Η αρρωστημένη λύσσα των ακροβολισμένων σκοπευτών στο κτήριο του ΟΤΕ και στις ταράτσες γύρω πολυκατοικιών.

Τα ερωτευμένα αγκαλιάσματα κάτω από τις νεραντζιές στο προαύλιο, με τις προκηρύξεις στα χέρια.

Το μελάνι πολυγράφου στα δάχτυλα που πάσχιζαν να μην λερώσουν το ψωμί που συνωμοτικά έφερνε από την πλαϊνή πύλη το ζευγάρι των υπερήλικων ταβερνιάρηδων.

Οι πόρτες των πολυκατοικιών που άνοιγαν στα κυνηγητά.

Οι ανώνυμες προσωπικές συνειδησιακές μάχες «να μπω ή όχι», ανεξαρτήτως τελικής επιλογής.

Τα αυτιά που ήταν αγκιστρωμένα στο ραδιάκι, προσπαθώντας μέσα από παρεμβολές να μάθουν.

Τα «έχεις παιδί! Που πας;;;» που κοπάναγαν με κλάματα εγκλωβισμένης μανίας φτωχικές εξώπορτες στις Δυτικές Συνοικίες.

Εκείνα που ελάχιστοι γνωρίζουν, έξω από την κλειστή πόρτα του ραδιοφωνικού σταθμού και η για ιστορικούς λόγους αποσιώπησή τους.

Το «8» που δεν υπήρξε, που ήταν «κατασκευασμένο», που ακόμη ενοχλεί.

Η μυθοποίηση, η απαξίωση, η ενσωμάτωση, η ιδιωτική και πολιτική χρήση, η ανοχή, η σιχασιά για πρόσωπα.

Ο κόμπος στον λαιμό όσων ήταν εκεί και ακόμη θυμούνται, το βλέμμα πέρα όσων ήξεραν ή έμαθαν.
Οι λίγοι, οι ελάχιστοι που ακόμα.

Κάποιες μοναχικές φιγούρες, που στηρίζονταν σε στύλους και έκλαιγαν βουβά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι που δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.

Η φωτογραφία της κυρίας Σοφίας στο μπαλκόνι απέναντι, με την Ιστορία στην φωνή και την ροή του χρόνου στα πόδια της.

Οι ζωές που γιγαντώθηκαν ή εκμηδενίστηκαν μέσα σε ένα τριήμερο στην Πατησίων. Κι εκείνες που αναρωτιούνται ακόμη για όλα, πολλά χρόνια έπειτα.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Οι μαυροφορεμένες μάνες. Που ό΄τι έμαθαν και όσες έμαθαν, το κράτησαν μαζί τους.

Τα πορίσματα, οι φήμες, οι συγκαλύψεις, η σπέκουλα, η λάσπη, τα ψέματα, η προπαγάνδα.

Όλα εκείνα που ακολούθησαν. Οι νέοι νεκροί. Μετά.

Οι πεθαμένοι μέσα τους. Από τότε.

Η ανατριχίλα των λίγων, κάθε φορά που περνούν από μπροστά.

Το μοναχικό κεφάλι δίπλα στην πύλη και όσα θα ήθελε να πει.

Το σιωπηλό και μοναχικό επετειακό τσιγάρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλο και πιο αραιά πια. Συνήθως δυό ημέρες πριν το επίσημα καθιερωμένο λειτουργικό.

Ο ήλιος που εξακολουθεί και ανατέλλει από το ίδιο σημείο. Και δύει όποτε γουστάρει αυτός.

Η προσπάθεια να μην διαγράψω ετούτο το κείμενο.

Η ζωή που τραβάει την ανηφόρα.

Διαρκώς…

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Fly Like An Eagle





Τον έβλεπε αρκετές μέρες τώρα.

Δεν ήταν ντόπιος. Δεν ερχόταν με παρέα.

Ήταν σίγουρος πως δεν τον γνώριζε, αλλά του φαινόταν ανεξήγητα οικείος σαν φυσιογνωμία. Με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο που τυχαίες ματιές αγνώστων φέρνουν αμηχανία υποδηλώνοντας κοινή πορεία σε άλλες ζωές, σε παράλληλες διαστάσεις.

Ερχόταν στο μπαρ λίγο πριν ο ήλιος βουτήξει στην θάλασσα, πάντα φορώντας τζιν, παλιομοδίτικα αθλητικά παπούτσια, φαρδιά μπλουζάκια με πρωτότυπα και αλληγορικά σχέδια και καρικατούρες, έπαιρνε ξηρό τζιν με πάγο, μετά ένα δεύτερο και τέλος ένα τρίτο με ένα τόνικ.

Μεγαλύτερος ηλικιακά από τον μέσο όρο της πελατείας, πήγαινε στο πιο ακριανό σημείο της παραλίας, σε εκείνο με τα βράχια, εκεί που η μουσική γκέλαρε πάνω στον φυσικό  τοίχο των βράχων δημιουργώντας ένα αντηχείο, εκεί που η ισορροπία ήταν ιδιαίτερα ασταθής και απρόβλεπτη και δεν πλησίαζαν οι άλλοι, ανέβαινε πάνω, καθόταν σταυροπόδι σαν παλιός ινδιάνος, κέντραρε στον ορίζοντα, έστριβε τσιγάρα, έπινε αργά και κάπνιζε.

Τον παρακολουθούσε να κάθεται εκεί ακίνητος, ενώ στο υπόλοιπο μπαρ υπήρχε ένας κυματιστός οργασμός γέλιων, χαχανητών, χορευτικών, μεθυσμένων όρκων, δεκάδων Εγώ που αναζητούσαν πραγμάτωση στην τύχη της μιας βραδιάς. Το καλοκαίρι φουλ στα στερεότυπά του.
Εκείνος μόνος  στα βράχια, αμέτοχος, εστιασμένος πέρα, ελάχιστες φορές κουνιόταν μόνο στον ρυθμό όταν κάποια παλιάς κοπής κομμάτια αντηχούσαν από τα βράχια πάνω του. Κατέβαινε να πάρει άλλο ένα ποτό, πλήρωνε αμίλητος και πίσω στον βράχο.
Στα τρία ποτά, επέστρεφε το ποτήρι και έφευγε σιωπηλός.

Την βραδιά που είχε ανακοινωθεί πως θα υπήρχε βροχή πεφταστεριών, αποφάσισε να τεστάρει κάτι.
Με το που εμφανίστηκε και πήγε να παραγγείλει, έκανε μίξη ένα συγκεκριμένο playlist που είχε φτιάξει, με κομμάτια μιας περασμένης γενιάς, μιξαρισμένη για τις δικές του στιγμές, για τα δικά του χασίματα, φόρος τιμής για ιστορίες που έμεναν πια στα αζήτητα, για τις ώρες των ζυγισμάτων.
Δεν είχε και πολύ κόσμο ακόμη, όλοι θα ερχόταν αργότερα να συμμετέχουν στην διαφημισμένη βροχή των Περσείδων, οπότε μπορούσε να αυτοσχεδιάσει.

Με τις πρώτες νότες, τον είδε να χαμογελάει κοιτάζοντας το ξύλο του πάγκου όσο περίμενε την παραγγελία του.
Δεν μίλησε, πήρε το ποτό και ξεκίνησε για τον βράχο του.
Όσο ανέβαινε, ο ορίζοντας του σχεδίαζε ένα κοκκινοκίτρινο περίγραμμα σε ένα γαλάζιο που έπαιρνε να σκοτεινιάζει.

Αυτή την φορά κατέβηκε πιο σύντομα από τις άλλες για το δεύτερο. 
Χαμογελώντας.
Μετά, επέστρεψε πάλι στον βράχο και καπνίζοντας, άρχισε να χορεύει μόνος του τους παλιούς ρυθμούς, με τα χέρια ανοικτά, στο ένα το ποτό, στο άλλο το τσιγάρο και με το βλέμμα πάντα στον ορίζοντα.
Μια απόκοσμη φιγούρα, διασταύρωση αετού, γλάρου, Εσταυρωμένου, Ζορμπά, γερασμένου ινδιάνου πολεμιστή.

Έκανε άλλα τρία δρομολόγια, πάντα σιωπηλός, πάντα χαμογελώντας, επέστρεφε στον βράχο και στεκόταν όρθιος στην ίδια στάση μέχρι που τελείωσε η playlist.

Επιστρέφοντας το τελευταίο ποτήρι, παρήγγειλε και δύο σφηνάκια τεκίλα. Τα πήρε και πήγε μπροστά στην κονσόλα. Τσουγκρίσανε και έσκυψε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια του λέγοντας ήρεμα·
"Σίγουρα κάποια στιγμή έχουμε πιεί από την ίδια θάλασσα. Κράτησέ τα ενθύμιο. Σε ευχαριστώ…"

Άφησε πάνω στον πάγκο το άδειο σφηνάκι μαζί με ένα παλιό τσακμάκι και μια παμπάλαια πένα κιθάρας που πάνω της ίσα που διακρινόταν ένας ξεθωριασμένος αετός με ανοικτά φτερά και έφυγε τρεκλίζοντας.

Στο μπαρ άρχισαν ξανά τα γνωστά στερεότυπα να βρίσκουν τον ρυθμό τους. Η νέα φουρνιά έβγαινε αργά. Στον βράχο άρχισαν να σκάνε κύματα. Οι Περσείδες άρχισαν να γίνονται ορατές, τουλάχιστον για εκείνους που τις έμαθαν από τις ανακοινώσεις σε οθόνες κι εκείνους που έπρεπε άλλοι να τους θυμίζουν να κοιτάνε ψηλά. Πάνω. Πέρα.

Η ζωή προχωρούσε.

Πάντα προχωρούσε.


Δεν τον ξαναείδε ποτέ.




Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σπουδή στο κίτρινο – Δημήτρης Χριστόπουλος , 2018 , «Το ροδακιό». (Προσωπική ανάγνωση)



Ξεκινάς να διαβάσεις ένα βιβλίο που σου σύστησε φίλος. 
Είσαι αρχικά λιγάκι μαγκωμένος, αφενός επειδή «ξέρεις» διαδικτυακά τον συγγραφέα, ήπιατε και ένα τσίπουρο σε κοινή εκλεκτή παρέα. 
Το έχεις ήδη στα χέρια σου, αλλά τελικά, όπως στα περισσότερα πράγματα, είναι ο χρόνος που επιλέγει πότε θα το ξεκινήσεις.

Δεκαοκτώ ιστορίες, που η μια συνδέεται με την άλλη, όπως οι ιστορίες των ανθρώπων στην πραγματική ζωή. Ξεκινάς να το διαβάζεις όσο βρίσκεσαι μέσα στα έλατα, στα 1200 μέτρα. Το τελειώνεις μέρες αργότερα, κοντά σε θάλασσα. 
Είναι που έπρεπε να παίρνεις ανάσα μετά από κάθε ιστορία. 
Μπούκωνε το λαρύγγι, φούσκωνε το στήθος. 
Επειδή, από την πρώτη ιστορία, άρχισες και εισέπραττες οικείες εικόνες, σκέψεις και συλλογισμούς και αντιδράσεις, πολύ γνωστές, σκάψιμο κανονικό και βαθύ, μέσα σε ένα παλλόμενο  κίτρινο φόντο, ζωντανό αλλά ξεθωριασμένο, μια πραγματικότητα μέγγενη, ένα πανωφόρι που μπάζει από παντού, σαν τρύπια κουρελού, μοναδικό σκέπασμα για μοναξιές και απώλειες, ο εγκλωβισμός στα απόνερα κρίσης, κοινωνικής, οικονομικής αλλά κυρίως εκείνης που πονάει περισσότερο, που αφήνει χαλάσματα, που ισοπεδώνει, η προσωπική, η εσωτερική κρίση. 
Εκείνη που καμία στατιστική δεν θα ασχοληθεί ποτέ μαζί της, που δεν καταγράφεται επισήμως και αρμοδίως, που δεν μετριέται με μαθηματικούς τύπους. 
Ανακαλύπτεται μόνο στα βλέμματα, στις πράξεις, στις αλλοτριωμένες σχέσεις. Και στην αίσθηση που έχουν οι δρόμοι στα Καμίνια, τον Πειραιά, στην Δραπετσώνα, στην Νίκαια, στην Αθήνα, όταν έχεις συνεπιβάτη την μοναξιά στο αυτοκίνητο της ζωής και είναι αργά πια για να νυχτώσει και νωρίς να ξημερώσει. 
Και μένεις να κοιτάζεις εκείνο το θολό κίτρινο στις λάμπες του δρόμου.

Από «ουφ» σε «ουφ», κάθε ιστορία, γι΄αυτό και όρισε τον δικό της χρόνο η ανάγνωση.

Οι κραυγές που δεν έχουν διαφυγή, που μένουν μέσα, οι εκπτώσεις σε εκείνα που υπήρξαν οδηγός ζωής, το ανώφελο, το πλανημένο, το ανικανοποίητο, το προδομένο. 
Καταγεγραμμένα ένα προς ένα. 
Κι όταν κάποιοι χώροι που διαδραματίζονται είναι και σημεία της προσωπικής σου πορείας και αναφοράς, όταν οι σχέσεις και οι αντιδράσεις των ανθρώπων-ηρώων έχουν εμφανιστεί ολοζώντανες μπροστά σου και πάνω από μια φορές στην πραγματική ζωή, στους χώρους που κινείσαι, που ζεις, που εργάζεσαι, που υπάρχεις, τότε δεν έχει νόημα κανενός είδους «κριτική».

Ευχαριστείς απλά τον συγγραφέα και τον φίλο που σου το πρότεινε. Και κοιτάς πέρα. Αλλού. Εκεί που το κίτρινο ξεφεύγει από το καλό και το κακό, από το δέον και το απευκταίο και μπορεί να δέσει σκέψεις, αισθήσεις, ζωές.

Επειδή τελικά, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου πως εκείνο το φούσκωμα στο στήθος, εκείνες οι βαθιές ανάσες, εκείνα τα αποτσίγαρα στο τασάκι όσο διάβαζες, εκείνα τα «ουφ», αν μη τι άλλο, τα αισθάνονται κι άλλοι.

(Προτεινόμενη μουσική υπόκρουση: https://www.youtube.com/watch?v=o9lCtkEnf9A )