Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Fly Like An Eagle





Τον έβλεπε αρκετές μέρες τώρα.

Δεν ήταν ντόπιος. Δεν ερχόταν με παρέα.

Ήταν σίγουρος πως δεν τον γνώριζε, αλλά του φαινόταν ανεξήγητα οικείος σαν φυσιογνωμία. Με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο που τυχαίες ματιές αγνώστων φέρνουν αμηχανία υποδηλώνοντας κοινή πορεία σε άλλες ζωές, σε παράλληλες διαστάσεις.

Ερχόταν στο μπαρ λίγο πριν ο ήλιος βουτήξει στην θάλασσα, πάντα φορώντας τζιν, παλιομοδίτικα αθλητικά παπούτσια, φαρδιά μπλουζάκια με πρωτότυπα και αλληγορικά σχέδια και καρικατούρες, έπαιρνε ξηρό τζιν με πάγο, μετά ένα δεύτερο και τέλος ένα τρίτο με ένα τόνικ.

Μεγαλύτερος ηλικιακά από τον μέσο όρο της πελατείας, πήγαινε στο πιο ακριανό σημείο της παραλίας, σε εκείνο με τα βράχια, εκεί που η μουσική γκέλαρε πάνω στον φυσικό  τοίχο των βράχων δημιουργώντας ένα αντηχείο, εκεί που η ισορροπία ήταν ιδιαίτερα ασταθής και απρόβλεπτη και δεν πλησίαζαν οι άλλοι, ανέβαινε πάνω, καθόταν σταυροπόδι σαν παλιός ινδιάνος, κέντραρε στον ορίζοντα, έστριβε τσιγάρα, έπινε αργά και κάπνιζε.

Τον παρακολουθούσε να κάθεται εκεί ακίνητος, ενώ στο υπόλοιπο μπαρ υπήρχε ένας κυματιστός οργασμός γέλιων, χαχανητών, χορευτικών, μεθυσμένων όρκων, δεκάδων Εγώ που αναζητούσαν πραγμάτωση στην τύχη της μιας βραδιάς. Το καλοκαίρι φουλ στα στερεότυπά του.
Εκείνος μόνος  στα βράχια, αμέτοχος, εστιασμένος πέρα, ελάχιστες φορές κουνιόταν μόνο στον ρυθμό όταν κάποια παλιάς κοπής κομμάτια αντηχούσαν από τα βράχια πάνω του. Κατέβαινε να πάρει άλλο ένα ποτό, πλήρωνε αμίλητος και πίσω στον βράχο.
Στα τρία ποτά, επέστρεφε το ποτήρι και έφευγε σιωπηλός.

Την βραδιά που είχε ανακοινωθεί πως θα υπήρχε βροχή πεφταστεριών, αποφάσισε να τεστάρει κάτι.
Με το που εμφανίστηκε και πήγε να παραγγείλει, έκανε μίξη ένα συγκεκριμένο playlist που είχε φτιάξει, με κομμάτια μιας περασμένης γενιάς, μιξαρισμένη για τις δικές του στιγμές, για τα δικά του χασίματα, φόρος τιμής για ιστορίες που έμεναν πια στα αζήτητα, για τις ώρες των ζυγισμάτων.
Δεν είχε και πολύ κόσμο ακόμη, όλοι θα ερχόταν αργότερα να συμμετέχουν στην διαφημισμένη βροχή των Περσείδων, οπότε μπορούσε να αυτοσχεδιάσει.

Με τις πρώτες νότες, τον είδε να χαμογελάει κοιτάζοντας το ξύλο του πάγκου όσο περίμενε την παραγγελία του.
Δεν μίλησε, πήρε το ποτό και ξεκίνησε για τον βράχο του.
Όσο ανέβαινε, ο ορίζοντας του σχεδίαζε ένα κοκκινοκίτρινο περίγραμμα σε ένα γαλάζιο που έπαιρνε να σκοτεινιάζει.

Αυτή την φορά κατέβηκε πιο σύντομα από τις άλλες για το δεύτερο. 
Χαμογελώντας.
Μετά, επέστρεψε πάλι στον βράχο και καπνίζοντας, άρχισε να χορεύει μόνος του τους παλιούς ρυθμούς, με τα χέρια ανοικτά, στο ένα το ποτό, στο άλλο το τσιγάρο και με το βλέμμα πάντα στον ορίζοντα.
Μια απόκοσμη φιγούρα, διασταύρωση αετού, γλάρου, Εσταυρωμένου, Ζορμπά, γερασμένου ινδιάνου πολεμιστή.

Έκανε άλλα τρία δρομολόγια, πάντα σιωπηλός, πάντα χαμογελώντας, επέστρεφε στον βράχο και στεκόταν όρθιος στην ίδια στάση μέχρι που τελείωσε η playlist.

Επιστρέφοντας το τελευταίο ποτήρι, παρήγγειλε και δύο σφηνάκια τεκίλα. Τα πήρε και πήγε μπροστά στην κονσόλα. Τσουγκρίσανε και έσκυψε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια του λέγοντας ήρεμα·
"Σίγουρα κάποια στιγμή έχουμε πιεί από την ίδια θάλασσα. Κράτησέ τα ενθύμιο. Σε ευχαριστώ…"

Άφησε πάνω στον πάγκο το άδειο σφηνάκι μαζί με ένα παλιό τσακμάκι και μια παμπάλαια πένα κιθάρας που πάνω της ίσα που διακρινόταν ένας ξεθωριασμένος αετός με ανοικτά φτερά και έφυγε τρεκλίζοντας.

Στο μπαρ άρχισαν ξανά τα γνωστά στερεότυπα να βρίσκουν τον ρυθμό τους. Η νέα φουρνιά έβγαινε αργά. Στον βράχο άρχισαν να σκάνε κύματα. Οι Περσείδες άρχισαν να γίνονται ορατές, τουλάχιστον για εκείνους που τις έμαθαν από τις ανακοινώσεις σε οθόνες κι εκείνους που έπρεπε άλλοι να τους θυμίζουν να κοιτάνε ψηλά. Πάνω. Πέρα.

Η ζωή προχωρούσε.

Πάντα προχωρούσε.


Δεν τον ξαναείδε ποτέ.




Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Σπουδή στο κίτρινο – Δημήτρης Χριστόπουλος , 2018 , «Το ροδακιό». (Προσωπική ανάγνωση)



Ξεκινάς να διαβάσεις ένα βιβλίο που σου σύστησε φίλος. 
Είσαι αρχικά λιγάκι μαγκωμένος, αφενός επειδή «ξέρεις» διαδικτυακά τον συγγραφέα, ήπιατε και ένα τσίπουρο σε κοινή εκλεκτή παρέα. 
Το έχεις ήδη στα χέρια σου, αλλά τελικά, όπως στα περισσότερα πράγματα, είναι ο χρόνος που επιλέγει πότε θα το ξεκινήσεις.

Δεκαοκτώ ιστορίες, που η μια συνδέεται με την άλλη, όπως οι ιστορίες των ανθρώπων στην πραγματική ζωή. Ξεκινάς να το διαβάζεις όσο βρίσκεσαι μέσα στα έλατα, στα 1200 μέτρα. Το τελειώνεις μέρες αργότερα, κοντά σε θάλασσα. 
Είναι που έπρεπε να παίρνεις ανάσα μετά από κάθε ιστορία. 
Μπούκωνε το λαρύγγι, φούσκωνε το στήθος. 
Επειδή, από την πρώτη ιστορία, άρχισες και εισέπραττες οικείες εικόνες, σκέψεις και συλλογισμούς και αντιδράσεις, πολύ γνωστές, σκάψιμο κανονικό και βαθύ, μέσα σε ένα παλλόμενο  κίτρινο φόντο, ζωντανό αλλά ξεθωριασμένο, μια πραγματικότητα μέγγενη, ένα πανωφόρι που μπάζει από παντού, σαν τρύπια κουρελού, μοναδικό σκέπασμα για μοναξιές και απώλειες, ο εγκλωβισμός στα απόνερα κρίσης, κοινωνικής, οικονομικής αλλά κυρίως εκείνης που πονάει περισσότερο, που αφήνει χαλάσματα, που ισοπεδώνει, η προσωπική, η εσωτερική κρίση. 
Εκείνη που καμία στατιστική δεν θα ασχοληθεί ποτέ μαζί της, που δεν καταγράφεται επισήμως και αρμοδίως, που δεν μετριέται με μαθηματικούς τύπους. 
Ανακαλύπτεται μόνο στα βλέμματα, στις πράξεις, στις αλλοτριωμένες σχέσεις. Και στην αίσθηση που έχουν οι δρόμοι στα Καμίνια, τον Πειραιά, στην Δραπετσώνα, στην Νίκαια, στην Αθήνα, όταν έχεις συνεπιβάτη την μοναξιά στο αυτοκίνητο της ζωής και είναι αργά πια για να νυχτώσει και νωρίς να ξημερώσει. 
Και μένεις να κοιτάζεις εκείνο το θολό κίτρινο στις λάμπες του δρόμου.

Από «ουφ» σε «ουφ», κάθε ιστορία, γι΄αυτό και όρισε τον δικό της χρόνο η ανάγνωση.

Οι κραυγές που δεν έχουν διαφυγή, που μένουν μέσα, οι εκπτώσεις σε εκείνα που υπήρξαν οδηγός ζωής, το ανώφελο, το πλανημένο, το ανικανοποίητο, το προδομένο. 
Καταγεγραμμένα ένα προς ένα. 
Κι όταν κάποιοι χώροι που διαδραματίζονται είναι και σημεία της προσωπικής σου πορείας και αναφοράς, όταν οι σχέσεις και οι αντιδράσεις των ανθρώπων-ηρώων έχουν εμφανιστεί ολοζώντανες μπροστά σου και πάνω από μια φορές στην πραγματική ζωή, στους χώρους που κινείσαι, που ζεις, που εργάζεσαι, που υπάρχεις, τότε δεν έχει νόημα κανενός είδους «κριτική».

Ευχαριστείς απλά τον συγγραφέα και τον φίλο που σου το πρότεινε. Και κοιτάς πέρα. Αλλού. Εκεί που το κίτρινο ξεφεύγει από το καλό και το κακό, από το δέον και το απευκταίο και μπορεί να δέσει σκέψεις, αισθήσεις, ζωές.

Επειδή τελικά, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου πως εκείνο το φούσκωμα στο στήθος, εκείνες οι βαθιές ανάσες, εκείνα τα αποτσίγαρα στο τασάκι όσο διάβαζες, εκείνα τα «ουφ», αν μη τι άλλο, τα αισθάνονται κι άλλοι.

(Προτεινόμενη μουσική υπόκρουση: https://www.youtube.com/watch?v=o9lCtkEnf9A )


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές



Τον Γιαννάκη τον είχε φέρει πρόπερσι ο συνάδελφος άλλης ειδικότητας.
Είχε μείνει στην δευτέρα τάξη από απουσίες.
«Ήσυχος είναι, καλό παιδάκι, όλο χαμογελάει, αλλά δεν τα πάει καλά στα μαθήματα. Έκανε και πολλές απουσίες, μίλησα και με τους γονείς του και τους πρότεινα να έρθει στην δικιά σου ειδικότητα, μήπως κοινωνικοποιηθεί περισσότερο, είναι και η φύση του τομέα σου τέτοια…»
Πιο πίσω η μάνα για την εγγραφή. Αμήχανη, όσο και ο Γιαννάκης που μια κοίταζε κάτω, μια στο παράθυρο, μια στα μάτια με ένα όμορφο, παιδικό και καλοσυνάτο χαμόγελο.

Τα λέγαμε με την μάνα κάμποσες φορές στην περσινή χρονιά, μου είπε για το απότομο κλείσιμο στον εαυτό του στην τρίτη γυμνασίου, για την απώλεια οποιουδήποτε ενδιαφέροντος, για τα λιγοστά λόγια του, για τις υποψίες πως μια κοριτσίστικη απόρριψη τον σημάδεψε, για τους φίλους που τους απομάκρυνε. Μιλήσαμε για τις εβδομαδιαίες συνεδρίες με την ψυχολόγο που πήγαιναν κάθε Πέμπτη πρωί και αργούσε να έρθει στο μάθημα, για τις ατελείωτες προσπάθειες και των δύο γονιών και του μεγαλύτερου αδερφού να τον κάνουν να ενδιαφερθεί για κάτι, να μιλήσει, να πει τι θέλει, για το χαρτί της διάγνωσης που έλεγε για συναισθηματική ωριμότητα μικρότερης ηλικίας και για επιπλέον χρόνο που πρότεινε να του δίνεται όταν γράφει εξετάσεις και αξιολογική επιείκεια.

Κι ο Γιαννάκης στα μαθήματα να κοιτάζει μια το πάτωμα, μία έξω από το παράθυρο και μια στα μάτια. Και να χαμογελάει όμορφα όταν άκουγε κάτι αστείο ή όταν τον ρώταγες κάτι που πάντα μισοαπαντούσε.
Στο τέλος της δεύτερης χρονιάς, είχε κάνει μια παρεούλα με άλλους συμμαθητές, οι δύο μέσα από το τμήμα, πειραζόντουσαν και γελάγανε, έδειχνε πως ίσως κάτι πλέον τον τραβούσε, σε κάτι ανήκε.

Στην τρίτη τάξη πια η μητέρα δεν ξαναήρθε, ο Γιαννάκης τυπικά ήταν ενήλικας και γράφτηκε μόνος του. Η παρεούλα ακόμη υπήρχε, ο Γιαννάκης στα μαθήματα μια κοιτούσε το πάτωμα, μια έξω από το παράθυρο, μια στα μάτια. Και πάντα χαμογελούσε. Μερικές φορές, κινούνταν και ελαφρά μπρος – πίσω, υπακούοντας σε έναν δικό του, εσωτερικό ρυθμό.
Μόνο όταν καμιά φορά στο πλαίσιο των μαθημάτων γινόταν αναφορά σε πραγματικές βιωματικές ιστορίες από τον χώρο των ξενοδοχείων, κάρφωνε το βλέμμα στα μάτια, ρουφούσε κάθε λέξη, κάθε σύσπαση, κάθε ανάσα.

Μιλήσαμε με τον Γιαννάκη πρόσωπο με πρόσωπο μερικές φορές, τυπικά -υποτίθεται- για τα μαθήματα και τις πρωινές του απουσίες που με έφερναν σε δύσκολη θέση, στην πραγματικότητα όμως για να προσπαθήσω να ανιχνεύσω κάτι, οτιδήποτε. Χαμογελούσε και κούναγε το κεφάλι. Έλαμψε το πρόσωπό του μια δύο φορές στην παρομοίωση «Σε εσένα βλέπω ένα άλογο ρε Γιάννη, ένα άλογο κούρσας, αλλά όχι σε ιππόδρομο, σε λιβάδια και πλαγιές, έτοιμο να φύγει με χίλια και να αλωνίσει τα πάντα όλα πάνω κάτω. Αλλά έχω την αίσθηση πως δεν το αφήνεις να τρέξει. Άστο ρε Γιάννη γαμώτο, άστο!...»

Σήμερα, ο Γιαννάκης ήρθε μόνος του να πάρει τον τελευταίο έλεγχο της σχολικής του ζωής, όντας ενήλικας πια.
Κάτσαμε και τα είπαμε λίγο, του ξαναθύμισα τα περί αλόγου, χαμογελούσε κοιτάζοντας περισσότερο στα μάτια και λίγο στο θρανίο (έξω από το παράθυρο, καθόλου).

Είπαμε για τον διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης των φρούτων και των ανθρώπων, είπαμε για τεχνικές «σύμπλευσης» με τους γύρω προστατεύοντας ταυτόχρονα τα όμορφα του εαυτού μας, είπαμε για τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε πλέον στην ζωή και εκτός σχολείου και τις απαιτήσεις που έχει το «έξω από το σχολείο» πια, είπαμε για τον διαρκή αγώνα να βρει κανείς που στέκεται κάθε φορά και τους «αχώνευτους κανόνες του παιχνιδιού».
Μετά, πήρε τον έλεγχο στα χέρια, τον κοίταξε, χαμογέλασε με εκείνο το ωραίο χαμόγελο και τον έβαλε διπλωμένο στο σακίδιό του.
Την ώρα που τον χαιρέταγα μόνο του στην πόρτα ευχόμενος καλή επιτυχία στις εξετάσεις, παίζοντας αμήχανα με το σακίδιό του ρώτησε κοιτάζοντας στα μάτια:

«Θα σας ξαναδούμε ποτέ κύριε;;…»

«Εδώ θα είμαι βρε! Έχουμε και τις εξετάσεις…» και μια σφαλιαρίτσα προσγειώθηκε στον σβέρκο του την ώρα που έφευγε χαμογελαστός.

Ο Γιαννάκης, η Αλίνα, ο Νικόλας, ο Βασιλάκης, η Κική, η Βασούλα, η Εύα, ο Μάνος, η Νατάσσα, ο Δημήτρης, το Χριστινιώ, ο Κωστής, ο,ο,ο, η,η,η…

Όλοι απόντες από εδώ πια, όλοι όμως παρόντες.

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές μας.

Εκείνες που αξίζουν πραγματικά.

[…Άνοιξα το ακριανό παράθυρο γρήγορα, το τσιγάρο άναψε μόνο του κι έμεινα να προσπαθώ να σκουπίσω τις ρυτίδες μου και να σκληρύνω πάλι, χωρίς να φαίνομαι.
Είναι που δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα σχολεία. Απ’ έξω τουλάχιστον.
Από μέσα και στάχτη να γίνεις, κανείς δεν θα σου πει κουβέντα…]

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ο εφιάλτης της κωλότσεπης



[Polyphia | Nightmare (Official Music Video)]



Η ποίηση είναι τρύπια κάλτσα
χωρίς ζευγάρι
με αιτία το κενό της.
Αυτοσχέδιο μπάλωμα ζωής, με ύφανση πραγματικότητας.
Όπως όταν σου πετάω στο τραπέζι στιγμιαίες φωτογραφίες
κι εσύ μετράς που θα βλεφαρίσεις,
κενός βάρους
προσπαθώντας άτσαλες πιρουέτες
με όλο το σώμα σε κίνηση και το χαμόγελο παγωμένο.
Μια· οι γερασμένες ρυτίδες του μπάρμπα που κοιτάει με θλίψη στους πάγκους της λαϊκής,
Δύο· η παρδαλή και ξεφτισμένη ρόμπα της γιαγιάς που σκουπίζει το πεζοδρόμιο με δυο διαφορετικές παντόφλες,
το πρεζόνι που χαϊδεύει τον αδέσποτο σκύλο· τρία.
Καρέ· με το τσιγάρο στο χέρι της πωλήτριας έξω από το μαγαζί, τυφλά κοιτάζοντας πίσω από τις βιτρίνες της μέρας της,
Πεντάδα· με τον πιτσιρικά που τρέχει γελώντας με χέρια ολάνοιχτα να αγκαλιάσει την μάνα του
Κάλτσες μονές και τρύπιες. Ένα μέγεθος όλες.

Αν θες, θα σου πω και για τα χρώματα της Άνοιξης στο γλαύκωμα του άστεγου,
στο μπλαβί ποδάρι του διαβητικού στα εξωτερικά ιατρεία χωρίς ραντεβού,
στα κυπελάκια με τα ούρα στο μικροβιολογικό σε χέρια που τρέμουν,
στο χαμένο χέρι του Ισπανού αντάρτη που δεν τον περίμενε κανείς,
και στα φασόν κηδειόχαρτα που κάνουν ορατές τις κολώνες της ΔΕΗ.
Έπειτα, -θα ήταν παράλειψη- είναι κι οι χρόνοι
Ιδιαζόντως ιδανικοί και ερήμην δανεισμένοι
που ντύνουν τις λέξεις απουσία, με φόρμα ή και μέτρο,
ξεπεσμένη χορεύτρια
να κάνει πεζοδρόμιο
στην Σόλωνος, την Πανεπιστημίου, την Πέτρου Ράλλη, την Θηβών
ανάμεσα σε παλιά γραπτά φίλων που κάποτε ήταν
σε παλιές φωτογραφίες και σε παλιών ζωών ενθύμια, ακίνητα
σαν μαγνητάκια-σουβενίρ στο ψυγείο,
να περιμένουν πείνα ή δίψα μπας και ανοίξει η πόρτα και κουνηθούν.
Από κεκτημένη ταχύτητα προσκόλλησης.

Ευτυχώς, ηρεμήσαμε κάπως είναι αλήθεια
Όταν στα μεγάλα μας, μάθαμε πως δεν υπάρχουν σημαδιακές μέρες, μόνο στιγμές
που ίσως και να πιστέψαμε κάποτε πως μας ανήκαν
Αν και τελικά, τους ανήκαμε εξαρχής. Από μικροί.
Τόσες παγκόσμιες ημέρες ρε συ και ούτε μια για την Προσωπική Ήττα.
Μόνο γενέθλια και επέτειοι
Ενός κάποιου, ενός κάτι, πάντα όμως αλλουνού

Μαγνητάκια και τρύπιες κάλτσες
Από το Ναύπλιο, την Πάρο, την Σκόπελο
Τα χαμόγελα της σποράς
(Ναι. Εδώ, ευτυχώς φως. Θα συμφωνήσω)
Και το διαρκώς ημιτελές ποίημα της μπαλωμένης κωλότσεπης από αποτύπωμα τσατσάρας.
Ίδιο, εικοσιπέντε χρόνια τώρα.

Τρίχες ποίηση καλή μου
Άλλοθι τρύπιο για το χαμένο μας βλέμμα είναι
Εστιασμένο και γι΄ αυτό ήρεμο
στην πόρτα του ψυγείου
συνήθως ξημερώματα,
χωλή μπαλαρίνα
με φορεμένη μια μόνο κάλτσα.

Τότε είναι που τα μαγνητάκια χορεύουν μόνα τους…

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Προσωπικές αναγνώσεις: Πάνος Κουτούλιας - Προϊστορία για έναν (Εκδόσεις Υποκείμενο)

Οι συζητήσεις με τον Κώστα πάντα ήταν μεστές νοήματος.
Η συγκεκριμένη, είχε –ξανά- οδηγηθεί σε μονοπάτια γύρω από την Τέχνη, την Διαλεκτική, την Λογοτεχνία, την Ποίηση.
Συζητούσαμε για τις απίστευτες πένες που βρίσκει κανείς τυχαία στο διαδίκτυο, σε κάτι μπαρ της περιφέρειας, σε κάποιες μαζώξεις των δέκα ανθρώπων, σε τραπέζια φαστ φουντ.
Την γενιά που γράφει αποφεύγοντας την επιφάνεια και δεν γουστάρει να κάνει ντόρο, δεν σκηνοθετεί την γραφή της, δεν ενδιαφέρεται για καμία «σφραγίδα έγκρισης». Την γενιά που καταγράφει τον εγκλωβισμό της και μας τον τρίβει στα μούτρα.
Από εκείνη την κουβέντα, θυμήθηκα σήμερα, για άλλη μια φορά, το:
«Ξέρεις, από αυτή εδώ την γενιά, την πιεσμένη, της κρίσης, θα βγει μια γλώσσα που θα είναι κάτι εντελώς καινούριο. Κάτι που θα έχει το δικό της νόημα, τον δικό της κώδικα, χωρίς παρελθοντικές αγκυλώσεις. Και οι ιερές αγελάδες θα ψάχνονται να καταλάβουν τι γίνεται…»

Εδώ λοιπόν, κάτι έντονο μέσα μου, μου λέει πως έχουμε ακριβώς μια τέτοια περίπτωση.

Ένας νέος –πιο κυριολεκτικά δεν γίνεται- ποιητής που σε βουτάει από το γιακά και το γουστάρεις.
Σε βάζει να ανακαλύψεις ξανά γιατί είναι όμορφη η Ποίηση.
Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, κεφαλοκλείδωμα η γραφή του.
Από τα γερά, τα ζόρικα, εκείνα που δεν ξεφεύγεις.

Μαζεύοντας λοιπόν τα σαγόνια μου από το πάτωμα, ανάβω τσιγάρο μισοζαλισμένος και  το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να εύχομαι και να ελπίζω και σε επόμενα βιβλία του.

(Υ.Γ.
Τελειώνοντας αυτό το μικρό κείμενο έκανα μια αναζήτηση στο διαδίκτυο και βρήκα μια ωραιότατη και επεξηγηματικότατη κριτική για το βιβλίο.

Απολαύστε την πατώντας εδώ! )

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Καρέ




    Κλεισμένος στο δωμάτιο λυσσάει κάποια βράδια.

Κοντά τριάντα χρόνια μαζί και ένα καλό σέρβις δεν της έχει κάνει. Αλλά δεν τον πρόδωσε ποτέ. Κι ας της έχει προσφέρει μόνο μια αρχαία πεταλιέρα και έναν ενισχυτή κειμήλιο. Λειτουργεί ακόμη η σχέση τους.

Εκείνες τις στιγμές, ο άμαχος πληθυσμός του σπιτιού, τηρεί ουδετερότητα. Ορθώς.

Ασυλία από την σημαία, το έχει ανάγκη, μην τον ενοχλείτε, θα του περάσει.



      Λειτουργική βαίνει και η παράλληλη σχέση του. Σχετικά δηλαδή.

Με τα  δύο χιλιάδες βινύλια περίπου και το αρχαίο στερεοφωνικό σύστημα.

Το πρόβλημα είναι με τα ηχεία. Που δεν ταιριάζουν με το χρώμα των επίπλων στο σαλόνι.

Θα μου πεις, υπάρχει βέβαια και το γιουτούμπ πια. Ναι, αλλά για ξεπέτες. Όχι του στυλ του.

Μόνο να, όταν παίρνει στα χέρια κανένα βινύλιο, σμίγουν τα φρύδια του, βαθαίνουν οι ρυτίδες στο μέτωπο και βυθίζεται στο εξώφυλλο με την μουσική από το λαπτοπ, τότε μπαίνει οικειοθελώς σε καραντίνα.

Φαντάζεται αόρατο θόλο από ωμά κομμάτια του χρόνου του, χωρίς αποστείρωση, χωρίς αιτίες και αιτιατά, κι αυτός εκεί. Σταυροπόδι σε στάση Λωτού.

Δεν είναι να μπαίνει κανείς άλλος εκεί.



     Είναι και το θέμα με τις τυπωμένες μοναξιές. Σε ντάνες.

Στο υπόγειο, στην μικρή βιβλιοθήκη, δίπλα στο κρεββάτι, σε συρτάρια, μέσα σε τσάντες.

Σαν οδηγίες χρήσης για να διεκδικεί τις εικόνες του.

Που ανασκάπτει και παλεύει να επαναδημιουργήσει.

Με θραύσματα γραφών ψυχής, ανάκατα με ψυχές γραφών.

Και προδοσίες. Και έρωτες. Και μουσικές.

Συνήθως, η κρίση τελειώνει με ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.



       Επιπρόσθετα, από καιρό σε καιρό, το τυχαίο διεκδικεί το μερίδιό του.

Σε άγνωστα μπαράκια με ζωντανή μουσική κυρίως. Τελευταία, και με αρκετούς καμουφλαρισμένους ζωντανούς.

Σε έκτακτη έξοδο μέσα από τους άδειους δρόμους του Πειραιά.

Μέσα από την νυχτερινή ερημία στα Καμίνια, τα συνεργεία, τις αποθήκες και τις βιοτεχνίες.

Για να προλάβει τα δύο τελευταία κομμάτια, όρθιος στην μπάρα. Όπως παλιά.

Κι αν η τύχη έχει κέφια απόψε, ίσως να ξαναθυμηθεί πάνω στον έντονο φανκ ρυθμό του αποχαιρετιστήριου, πως είναι να αποχαιρετάς νοερά και την κοκκινομάλλα απέναντι που λικνίζεται κοιτάζοντάς τον, κατευθυνόμενη προς την έξοδο.

«Λυπάμαι, σε μια άλλη ζωή. Ίσως…» θα της ξαναφωνάζει με τα μάτια και με ένα ανασήκωμα των ώμων.

(Τελικά, εκείνο το χαμόγελο με το βλέμμα να χαμηλώνει στο πάτωμα, με συνοδεία εκείνης της απίστευτα θηλυκής μισής κίνησης «να φύγω ή όχι, να πάω ή όχι», θα πρέπει να απαγορευθούν με νόμο.

Κινδυνεύουν τα πάντα από κάτι τέτοιες μικρές λεπτομέρειες…)



  Νομοτελειακά, οι ρυθμοί θα πέσουν όταν ανταλλάσσει λίγες κουβέντες με δύο γνωστούς και τον σαξοφωνίστα, όταν κατεβάσει με μια μεγάλη γουλιά το υπόλοιπο του ποτού και πληρώσει.

Άλλωστε, από το απόγευμα ήδη, έχει υποσχεθεί σε φίλο εκ Βορρά ένα μεθύσι με πιασάρικο θέμα:

«Μαλάκα, τι θα κάνουμε με τις ενοχές μας;» και πρέπει να το δουλέψει λίγο.

Αλλιώς θα του βγει πολύτομο έργο.

Δεν συμφέρει πια η πολυλογία. Χάνεται όλη η ομορφιά των χαμηλωμένων βλεμμάτων και των μισών κινήσεων.

(Τον ακούει ήδη: Κόψε φίλε, κόψε! Πολύ το υλικό και καταντά ανούσιο. Ίσως σε τίτλους μόνο.)



    Στο επόμενο καρέ, στην κολώνα δίπλα από το αυτοκίνητο, μια παλιά μαυρόασπρη αφίσα, τον καλεί να πάρει θέση.

Λες και δεν είχε. Ή δεν έχει.

Αλλά και που έχει, τι;;

(…Μαζεύονται πολλά. Κόψε!)

Ακουμπώντας πάνω στην κολώνα και στρίβει τσιγάρο. Ψυχή δεν περνάει, άδειο το Πασαλιμάνι, μόνο ένα μαύρο σιωπηλό νερό απέναντι, ούτε καν θάλασσα.

Και σιωπή

Ανάβει ξεφυσώντας τον καπνό προς τα πάνω, σαν παλιά νουάρ ταινία.

Ασυναίσθητες ταυτίσεις.

(…Κι εδώ κόψε. Ίσως να αφήσεις ένα ή δύο καρέ.)



     Που λες, τουλάχιστον απόψε αποϊδρυματοποίησε την μοναξιά του. Θα μπορούσε μάλιστα και να της επιφέρει καίριο χτύπημα. Κόκκινου χρώματος ίσως. Ίσως και ξανθού.

Χαμογελώντας, ξεκίνησε για πίσω.

Ρεαλιστικά πράγματα, απτά, δοκιμασμένα.

Πρέπει να σκεφτεί τι θα κάνει με το χρώμα των ηχείων.

Όχι, το κόκκινο δεν μπορεί να είναι καν επιλογή.



Σίγουρα πάντως, ένα καρέ θα είναι με ένα τελευταίο τσιγάρο στο μπαλκόνι…


Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Οι σιωπές του Νοέμβρη



-          - Δεν μιλάς πια για τον Νοέμβρη.
   Γιατί δεν μιλάς;…

Να μιλήσει και να πει τι;

Που κάθε Νοέμβρη που θυμόταν τον εαυτό του, μια πίκρα τον κυριεύει
Παλαιότερα, μαζί με οργή, υπερηφάνεια και ελπίδα
Τώρα, μόνο η πίκρα

Που θυμόταν τον πατέρα του να κλαίει από λύσσα κι άδικο
στην πόρτα του υπνοδωματίου
Και την μάνα του να έχει πέσει πάνω του και να του λέει
«Έχεις παιδί! Που πας;;;!!...» κλαίγοντας κι αυτή
Κι ο Παπαχρήστος ανάμεσα από παράσιτα να ουρλιάζει
«Πως είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας;;;!!!!...»
Κι αυτός κάτω από τις κουβέρτες, εννιάχρονο παιδί, να προσπαθεί να καταλάβει

Κι αργότερα, στις μαθητικές πορείες, την στοχοποίηση
που δεν καθόταν υπάκουος εκεί που ήταν οι πολλοί
που τους έσπρωχναν οι αλυσίδες
και κόντεψε να τους πατήσει το τρένο στην Λένορμαν
επειδή οι ταγοί αποφάσιζαν
πως η εξέγερση είναι αυστηρά ελεγχόμενο και μουσειακό είδος
και πρέπει να φυλάσσεται καθαρό
από δίπλα να σπρώχνουν κι άλλοι
εκείνοι που θεωρούσαν πως η εξέγερση είναι χαβαλές και εκτόνωση

Να μιλήσει για τι από όλα;
για τους νεκρούς που ακόμη και τώρα τα βδελύγματα αρνούνται
και τους αργότερα νεκρούς και άσχημα σακατεμένους
κάποιοι σχεδόν δίπλα του
για την βιωματική έννοια του κράτους
και το σιχαμένο πρόσωπο της καταστολής;
Τους φασίστες μήπως;
που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσά τους
να προσπαθεί να μπει μέσα στο προαύλιο;

Κι ακόμη πιο μετά, τις κουβέντες με τον Κώστα;
που τα βρόντησε κάτω από το κόμμα
όταν του έδωσαν να κολλήσει το «οκτώ»
που επίσημα ή δεν υπήρξε ή ήταν δουλειά πρακτόρων
«Ρε, είναι οι φίλοι μας αυτοί, είναι οι σύντροφοί μας, οι συναγωνιστές μας!!»
Και τα μούτζωσε όλα
Και μπήκε μέσα
Εκεί που ανήκε η Ιστορία· στο Τώρα

Πώς να εξηγήσει;
τον εμετό που ένιωσε να του ανεβαίνει στον λαιμό
και έμεινε εκεί έκτοτε
με τα αναμνηστικά κασκόλ,
τα σουβλάκια
το πανηγύρι
τα μπάχαλα για την καύλα
τις εξαργυρώσεις
σε θέσεις, καριέρες, διασημότητα, «γράμματα»


Να πει τι πια;
που στις σχολικές «γιορτές» κάθεται στην γωνία σιωπηλός
με την θλίψη στα μάτια και την πίκρα πανωφόρι
για την σπίλωση και το ξεπούλημα από τους πολλούς
την συγκάλυψη για λόγους «ιστορικούς»
την ηθελημένη άγνοια των «τι τα σκαλίζεις τώρα»
και την σιωπή και την αξιοπρέπεια των λίγων
και το πώς μόνο ελάχιστοι μαθητές τον έχουν πάρει χαμπάρι
και δειλά-δειλά τον ρωτάνε
και απαντάει συγκρατημένα
βραχνάς ο «αντικειμενικός» ρόλος του και το fairplay, βραχνάς…

Να εξηγήσει τι;
πως μέχρι και τα παιδιά του όταν ήταν μικρότερα
τα πήγαινε μέρες πριν
και τους μίλαγε για όσα είχε μάθει και θυμόταν
μακριά από φιέστες και κάμερες και ξεπουλήματα
πως ταίριαξε το «Κάτω η Εξουσία» με την Ελληνική Σημαία
Να ξέρουν
Να μάθουν να διακρίνουν το πώς, το τι και το γιατί
Και να αποφασίζουν μόνα τους

Πριν η Ιστορία αποφασίσει γι’ αυτά…

Τίποτα δεν λέει πια λοιπόν
Μόνο κοιτάζει και ακούει


Και θυμάται…