Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εντός.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εντός.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Ξόδι




Η Τέμπλα σιωπηλή

Καμβάς ενός μεγαλοπρεπούς και απλού ορεινού ορίζοντα.

Συντρόφου, παραστάτη και φρουρού.

Χαμηλότερα παρέλαυναν μνήμες

Απαλά αγκιστρωμένες σε πεταλούδες που συνεχίζαν το ταξίδι τους,

σε μέλισσες που περνούσαν προσηλωμένες,

σε κάτι μερμήγκια που ψάχνουν εδώ και γενιές την συνέχεια τους

Οι φτέρες δίπλα στον φράκτη υποδέχονται ήρεμα όλα τα πρώην

ξαναβαπτισμένα στην νερένια καθαρότητα μιας ζωής

που κυλάει πια ερήμην.

Παντού γύρω «η ζωή να προχωράει χωρίς να κοιτάει την δικιά σου μελαγχολία».

Αφού αργά, τελειωτικά, αμετάκλητα, η ζωή ποτίζει πάντα το χώμα.

Για να ξαναγεννηθεί.

Να συνεχίσει.

Να και το συντριπτικό κάταγμα στο δεξί γόνατο, που δεν τον άφηνε πια να χορεύει ζεϊμπέκικο όπως εκείνος ήξερε.

Το τελευταίο που θυμάμαι να χορεύει, ήταν στον γάμο μου.

Περήφανος γονιός για το μοναχοπαίδι και την νύφη.

Κι αν και δεν λύγιζε παρά ελάχιστα το γόνατο, κατάφερε το μισό τραγούδι.

Μετά βούρκωσε.

Η μάνα χτύπαγε γονατιστή παλαμάκια δακρύζοντας

και να μην μπορεί να βγει άχνα.

Μόνο να σκουπίζω τα μάτια μου.

Όπως και άλλοι συγγενείς.

Τώρα, ούτε χοροί, ούτε τίποτα.

Το στραπατσαρισμένο γόνατο ήταν πια μονάχα ένα σκούρο, ακανόνιστο αποτύπωμα.

Κι όσο η επόμενη γενιά κρεμάει τα ουφ της στον πλάτανο ψάχνοντας κάπου να ακουμπήσει να στηριχθεί, 

η μεθεπόμενη πιο αποφασιστική, πιο ζωντανή, 

μένει προσηλωμένη στην ύστατη τιμή της κάθαρσης.

Με σπουδή βοηθώντας την ροή του νερού

από την πετρόχτιστη βρύση

να ξεκολλήσει επτάχρονες λάσπες,

ξεπροβοδίζοντας ήρεμα υπολείμματα νεκρών ιστών.

Το τυπικό πρέπει να ολοκληρωθεί.

Έτσι μάθαμε εμείς το Χρέος.

Στο ξέπλυμα με κρασί, στο άπλωμα στον ήλιο, στο αεράκι από τα Άγραφα να βοηθάει το στέγνωμα.

Αγκαλιά οι ζωντανοί να ανακατεύουν δάκρυα γενεών κοιτώντας κατάματα τις άδειες πια κόγχες

Μια αίσθηση αρχέγονη, άφοβη, παράξενη

Ένας απίστευτος όγκος συναισθημάτων συμπυκνωμένος σε στιγμές.

Μια συναισθηματική φόρτιση λειψή περιγραφής.

Ένα Πολύ Από Όλα.

Κι ένας ύστατος χαιρετισμός

Μια ακροτελευταία επαφή,

ένα τελευταίο χάδι

κι ένα φιλί

σε ένα κρανίο που κάποτε γέννησε, γέλασε, έκλαψε, έζησε.

Ένα τελευταίο "γειά",

μια τελευταία φράση πριν κλείσει το μεταλλικό καπάκι του οστεοδοχείου.

«Ελπίζω να σε έκανα περήφανο…»

Ένα Χρέος,

ένας αέναος Κύκλος που κλείνει

με εμάς μέσα του

μέσα μας

για να ανοίξει ένας άλλος

για τους επόμενους εμάς.

Για όλους...



Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Τα βιβλία της ζωής



Είναι απίστευτα πολλές οι εκδοχές της ιστορίας που μπορεί να έφεραν μαθητικά τετράδια πρώτης δημοτικού με την ετικέττα και το ονοματεπώνυμο της μικρής μαθήτριας ακόμη πάνω τους, ανάμεσα σε διάφορα παλαιά βιβλία στο Βιβλιοπωλείο των Αστέγων.
Θα μπορούσε να ήταν συγκυριακή αβλεψία των γονιών, παντελής αδιαφορία τους, ακόμη ίσως και μια μικρή "δολιοφθορά" από μεριάς της μικρής όταν είδε όλα αυτά τα βιβλία να πακετάρονται για να πάνε κάπου που δεν γνώριζε.
Θα μπορούσε να υπάρχει τραγικό στοιχείο, για μια οικογένεια που ξεκληρίστηκε σε ατύχημα και οι συγγενείς δώρισαν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκής για να μην τα βλέπουν και πικραίνονται.
Θα μπορούσε να είναι προϊόν μια ανεπιτυχούς "μπούκας" από σεσημασμένους που δεν βρήκαν να κλέψουν τίποτα και βούτηξαν τα βιβλία χωρίς να τα κοιτάξουν καν.
Ίσως πάλι να ήταν ένα αποτυχημένο διαζύγιο, ίσως μια απόπειρα οριστικής ρίξης με το παρελθόν.
Ακόμη και η άλλη, η άτσαλη πολύχρωμη παιδική ζωγραφιά του σπιτιού με ουρανό, σύννεφα, πουλιά, δέντρα, λουλούδια και τις σχεδόν ανθρώπινες φιγούρες θα μπορούσε κι αυτή να κρύβει απίστευτα δράματα από πίσω. Ειδικά όταν είναι ταλαιπωρημένα διπλωμένη μέσα σε παλιό βιβλίο "Δικαίου".
Κι όταν ασυναισθητα σηκώνεις το κινητό να τα βγάλεις φωτογραφία -γιατί δεν θα σε πιστεύουν-, κάτι μέσα σου σε κρατάει απο τον λαιμό και σου φωνάζει να μην το κάνεις.
Τρέχα γύρευε τώρα τι.
Μπορεί να ήταν εκείνα τα άτσαλα ωμέγα της μικρής που κάποια είχαν υπογραμμιστεί από την δασκάλα με κόκκινο στυλο, μπορεί το καθαρό και μεγάλο "Μπράβο!!!" της στο γράμμα δέλτα, αλλά μπορεί και οι χαρούμενες φατσούλες στα αυτοκολλητάκια που έβαζε σε ΟΛΑ τα γράμματα απο κάτω.
Μπορεί να ήταν οι -μόνες- ξεκάθαρες και αποφασιστικές μολυβιές στα χαμόγελα των ανθρώπινων σχεδίων στην ζωγραφιά του άλλου παιδιού.
Μπορεί και ο ίδιος ο χώρος, που είναι προσπάθεια ανθρώπων να ξανστηθούν στα πόδια τους.
Ό΄τι και να ήταν πάντως, σε έκανε να σεβαστείς εκείνο το απροσδιόριστα ιερό της στιγμής.
Η στιγμή που η μικρή και ο μικρός έσκυβαν πάνω από το τετράδιο και την ζωγραφιά κρατώντας άτσαλα αλλά με πείσμα το μολύβι για να μάθουν σωστά το "ωμέγα" και να βάλουν φυλλαράκια στα λουλούδια, η στιγμή που κάποια χέρια έπαιρναν αυτά τα βιβλία και τά έβαζαν σε πλαστικές σακούλες και κούτες για να τα ξεφορτωθούν ή να βοηθήσουν αφιλοκερδώς, η στιγμή που κάποια άλλα χέρια τα τοποθετούσαν δίπλα σε άλλα παλιά βιβλία, η στιγμή που κάποιος πυροβολημένος ανακάλυπτε αυτό το καρυδότσουφλο να επιπλέει μέσα σε ωκεανούς σελίδων.
Κι όσο σίγουρος ήσουν πως εκεινα τα βιβλία που εσύ έφερες τα είχες με σπουδή ξεψαχνίσει μη τυχόν και έχει ξεχαστεί τίποτα ανάμεσα στις σελίδες, άλλο τόσο σίγουρος αισθάνθηκες πως με κάτι τέτοια τυχαία, μικρά, παράξενα και όμορφα παίζει η Ζωή και η Λογοτεχνία.
Μπορεί να μην ξέρεις και πολλά, αλλά τουλάχιστον, έμαθες επιτέλους τις στιγμές να τις σέβεσαι όπως τους αξίζει·
Σιωπηλά.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Άσ' το να κυλίσει...



Μάλλον τα καταφέραμε λοιπόν
Υπεραναλύσαμε τα πάντα
Κάθε μικρή και αθέατη πτυχή
Με τάφρους χαοτικούς μοιράσαμε τα από εδώ από τα από εκεί
Κι αφού μαθαμε να πλατσουρίζουμε στους ωκεανούς της πληροφορίας, έπρεπε να μάθουμε να χαρτογραφούμε και τις ξέρες της.
Και τα ύπουλα ρεύματα και τις τάφρους της.

Ζητούμενο πλέον δεν λογίζεται η κολύμβηση, αλλά η τέχνη του να σηκώνεις κύμα. 
Και να επιπλέεις πάνω του.

Έτσι, αγκιστρωθήκαμε στα γνωστά των οικείων
εκείνα που μάθαμε πως είναι ασφαλές να είναι τα δικά μας
εξοβελίσαμε με πολλές τεχνικές τα γνωστά των άλλων στο πυρ το εξώτερο
Να μείνουν στα δικά τους, αυτά τους αναλογούν, δεν μας αφορούν, δεν μας χρειάζονται.

Προπαντώς η χρησιμότητα. Αλλιώς δεν υπάρχει Δόξα.

Επειδή το δικό μας πάντα ήταν πάντα πιο οικείο και με μεγαλύτερη αξία
Χαλυβδώσαμε την βεβαιότητά μας με αίγλη και θυσία των Παλαιών
διεκδικώντας την υπεραξία του αίματος για κατανάλωση και ατομική χρήση.
Μιας και η προσωπική ανακάλυψη έχει κόπο και κόστος
Και δεν υπάρχει σάλιο
Και είναι όλα ζόρικα.
Και που να τρέχεις τώρα.
Ούτε αναλήψεις λοιπόν, ούτε ανακαλύψεις.
Να μάθουμε να τρώμε όπως και ό’τι υπάρχει στο τραπέζι. Που δεν είναι καν δικό μας.

Δεν μπορείς να κοιτάς ταυτόχρονα μέσα και έξω από ένα παραθύρι.

Γι΄αυτό λυτρωνόμαστε με την Τεχνική να βλέπουμε από τις αντανακλάσεις στα τζάμια.

Η βολική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα από κατασκευές.

Ακόμη και αν στο δανεικό και τυχαίο οικοδόμημα όλα τρίζουν και διαλύονται σε κομμάτια που καταρρέουν.

Όλα φθορά, όλα σίγουρα, όλα όπως πάντα γίνονταν

Εκεί είναι η βολή, εκεί το απάγκιο, εκεί βρίσκει ανάσα η ψευδαίσθηση.
Αφού, ας το παραδεχτούμε, δεν υπάρχουμε χωρίς ψευδαισθήσεις.
Είτε τις αναγνωρίζουμε εμείς, είτε μας ξέρουν αυτές.
Η παραδοχή και η ομολογία βλέπεις, έχουν άλλο βάρος έξω, άλλο μέσα.
Κι όλα υπερ του αγώνα του καθημερινού ανήκειν.

Κι είναι άβολη αλήθεια πως το καθημερινό δεν σε έχει ανάγκη, δεν σε υπολογίζει, δεν ασχολείται μαζί σου. Σε χλευάζει, σε απεχθάνεται.
Όταν η παράσταση είναι σε εξέλιξη, πάντα η σιωπή είναι δεδομένη.
Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί και ο θίασος παίζει.
Ακόμη και ερήμην. Όλων. Και των θεατών ακόμη.

Πάνω από την σκηνή, την όποια σκηνή, πάντα τα σύννεφα περνούν. Πάντα.
Λένε πως μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι τα βλέπουν.
Πολλά τα σχήματα, ανάλογα τι θέλει ο καθένας.
Συνήθως, μοιάζουν του Δον Κιχώτη που εφορμά στους Ανεμόμυλους.
Και μαγνητίζουν βλέμματα και ψυχές εκείνων που αντιλαμβάνονται κάτι πέρα από την παράσταση που παίζεται.
Και εμπνέουν συννεφοϊστορίες, φαντασίες, οράματα.

Τέτοια σύννεφα δεν έχουν τελικό προορισμό. παρά μόνο την διάλυσή τους.

Και σχεδόν ποτέ δεν γίνεται αντιληπτή η συνέχεια της έφιππης επέλασης.
Πως δηλαδή, αγωνιά ο Δον, να απελευθερωθεί από το βάρος της πανοπλίας, πίσω από τον τοίχο του Ανεμόμυλου.
Και με το ελαφρύ αεράκι παρέα, εκείνο που διαλύει τα πάντα, να κατουρήσει επιτέλους ελεύθερος πάνω στα στιβαρά τούβλα. 
Κι ο φίλος και σύντροφος Σάντσο Πάντσα πιο δίπλα, να συνδράμει στην ροή της ουσίας και της Ιστορίας, γελώντας σαν παιδί.

Κι ό΄τι έχει τελικά αξία είναι εκείνο το απερίγραπτο αίσθημα συντροφικότητας, απελευθέρωσης και ξαλαφρώματος.

Πως δηλαδή, για ένα κατούρημα γίνονται όλα.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Ασκήσεις βλέμματος



Τα κινέζικα μαγαζιά με τα πολύχρωμα ρούχα.
Τα υποκαταστήματα για μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό.
Η απίστευτης ομορφιάς εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Πειραιώς.
Οι μικροί δρόμοι με τα ετοιμόρροπα και εγκαταλελειμμένα αρχοντικά, δίπλα από τον Κεραμεικό
Το παρκάκι που μοιράζεται το συσσίτιο για τους άστεγους.
Τα καταστήματα φτηνής κινητής τηλεφωνίας και ακριβών ανθρώπινων ψευδαισθήσεων.
Η θλίψη στα μάτια εκείνων που στρίβουν στην Σωκράτους.
Οι πρώην φιλικές φιγούρες που κάνουν αναστροφή στο φανάρι μην τυχόν και αναγκαστούν και ξεπεθάνουν χαιρετώντας σε.
Τα κλειστά πια μικρά καφέ γύρω στην πλατεία Καρύτση με κάτι παλιές αφισούλες για συναυλίες που ποτέ δεν πήγες.
Τα σαββατιάτικα ρεμπέτικα πίσω από τον διπλανό Αϊ Γιώργη, δίπλα στον Μωβ Σκίουρο.
Το πλαϊνό φως στα παγκάκια της Κλαυθμώνος και στην αλέα δίπλα από την Στοά του Βιβλίου.
Ο μοναχικός πλανόδιος μουσικός που έπαιζε ούτι στην Κοραή και προσπαθούσε να τρυπήσει τις πλάκες του πεζοδρομίου με το βλέμμα του.
Τα ελαφρώς νοσταλγικά χαμόγελα και ο χαιρετισμός από το απέναντι πεζοδρόμιο με σηκωμένη την σφιγμένη αριστερή γροθιά για χαιρετισμό.
Το άγνωστο πιτσιρίκι στο καρότσι που χαμογελώντας σου πιάνει το χέρι στο φανάρι της Παλαιάς Βουλής.

Ένας πανέμορφος γαλάζιος ουρανός με όλα τα τυχαία συντρόφους. Από παλιά.
Μια αταίριαστη γαλήνη όταν ξαναμαθαίνεις να βλέπεις.
Όπως εκείνα τα μυστηριώδη χαμόγελα των γερασμένων ναυτικών πάνω στις φουρτούνες.
Μάλλον επειδή με το φευγαλέο κοίταγμα πάντα ελάχιστα ζούσαμε.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Θα με γράψεις δάσκαλε;; ...



Δάσκαλε, θα με γράψεις; 
Με θυμάσαι;; Ο Κώστας είμαι. 
Πέντε χρόνια έχω να έρθω από εδώ, από τότε που έχασα για δεύτερη φορά την Τρίτη τάξη από απουσίες. Είχα μπλέξει τότε αλλά δεν το καταλάβαινα. Ερωτευμένος ήμουν, δούλευα και μέσα στην νύχτα, που να ανοίξει το μάτι μου να δω τι έρχεται. Γλυκάθηκα από το χρήμα και την μαγκιά της ημιπαρανομίας, νόμισα πως βρήκα εκείνη την ρωγμή που θα μου άνοιγε το μέλλον μπροστά μου. Κι ας μου τα έλεγες εσύ πως οι ρωγμές είναι επικίνδυνες. Δεν άκουγα. Καταλάβαινα τι έλεγες, το σεβόμουνα, αλλά ήταν οι δικοί σου φόβοι. Όχι οι δικοί μου. Εγώ έβλεπα φώτα, γέλια, ευκαιρίες, λεφτά. Νόμιζα πως δεν θα με έπιανε εμένα.

Δάσκαλε, θα με γράψεις; 
Θέλω να τελειώσω κάτι στην ζωή μου. Που την χαράμισα άδικα. Κρίμα κι άδικο. Και ξέρω πως φταίω. Την έβλεπα να γλιστράει σιγά σιγά από τα χέρια μου την ζωή μου, αλλά νόμιζα πως θα γυρίσει ο τροχός. Στο επόμενο φιξάκι. Το πίστευα. Και γύρισε τελικά. Ανάποδα όμως. Η μάνα μου έλιωσε μέσα σε έναν χρόνο σαν κεράκι. Δεν μίλαγε. Μόνο με κοίταγε. Σαν να είχε καταλάβει, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Πρέπει να είχαν αρχίσει να φαίνονται πάνω μου τα σημάδια των επιλογών μου. Αλλά δεν έλεγε τίποτα. Τι να πει κιόλας; Μήπως μπορούσε; Τέσσερεις μήνες μετά βρήκαν την κοπελιά μου πεταμένη σε ένα ρέμα. Ήμουν στο νησί τότε, μακριά της, κοίταγα να κάνω κάτι φιλόδοξο με κάτι άκρες που είχα. Μέχρι που βγήκαν τα πιστόλια. Και είπα δεν είμαι για εδώ. Μεσοπέλαγα στο καράβι μου έστειλαν τα νεα. Πήγα να πηδήξω στην θάλασσα αλλά με κρατήσανε. Μέσα μου όμως είχα πηδήξει καιρό πριν. Που είχε ήδη αρχίσει η αλμύρα να με τρώει.

Δάσκαλε, θα με γράψεις;; 
Να πάρω το απολυτήριο και να φύγω. Η φιλόλογος έλεγε πως έγραφα καλές εκθέσεις. Και ζωγράφιζα και καλά. Θα πάω Άμστερνταμ ή Βερολίνο. Μου είπαν κάτι παλιοί, της ηλικίας σου, πως ίσως ακόμη να μπορώ να κάνω κάτι εκεί. Δεν τους πολυπιστεύω γιατί με κοιτάνε με θλίψη. Αλλά όλοι μας τελικά με θλίψη κοιταζόμαστε. Έτσι δεν είναι ρε δάσκαλε; Να, και στα μάτια σου το βλέπω. Δεν θέλω θλίψη δάσκαλε, μια ευκαιρία ακόμη θέλω. Να τα ξαναφτιάξω όλα. Από την αρχή. Δεν θα ενοχλώ, θα έρχομαι στο μάθημα και θα κάθομαι σε μια γωνία. Να σε ακούω και να έχω κάτι. Να ανήκω κάπου ξανά.

Θα με γράψεις δάσκαλε;;
Μόνο αυτό θέλω. Ούτε λεφτά, ούτε δουλειά. Και πώς να δουλέψω δηλαδή πια; Δεν θυμάμαι τι πρέπει να κάνω. Και όλο κολλάω στην μέση του δρόμου. Μόνο όταν σκιτσάρω χαμογελάω. Έχω όμως κάπου να μείνω και αυτό μου αρκεί. Να είχα μόνο και την Τζενούλα θα ήθελα, να είμαστε παρέα. Αλλά αυτό δεν γίνεται πια. Το ξέρω. Κάποια στιγμή θα βρεθούμε πάλι. Και θα πάμε μαζί να τελειώσουμε το σχολείο που κι αυτή έμεινε από απουσίες. Μαζί τις κάναμε άλλωστε. Θα κάτσουμε στο πίσω θρανίο και θα ζωγραφίζουμε πορτρέτα πάλι.

Γράψε με ρε δάσκαλε σε παρακαλώ, γράψε με να χαρείς!...
Καλό παιδί ήμουνα, ποτέ δεν ενόχλησα κανέναν. Κι ας είμαι έτσι τώρα, δεν θα ενοχλώ. 
Θα με γράψεις ρε δάσκαλε;;...

-         - Θα σε γράψω ρε Κώστα… Τετάρτη έχουμε αγιασμό. Εσύ Πέμπτη να είσαι εδώ.
-          -Είσαι σπαθί ρε δάσκαλε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Άντε γειά σου!

Το σύστημα είχε κλειδώσει εδώ και δύο ημέρες. Το ήξερε αλλά δεν του το είπε. Δεν χρειαζόταν να ξέρει πως όλα είχαν αλλάξει πια στις εγγραφές. γενικά είχαν αλλάξει. Παντού. Σε όλα. Αλλά όλοι έπαιζαν τους ρόλους της κανονικότητας. Να έχουν κάπου να πατάνε. Η ζωή γινόταν όλο και πιο ψηφιακή πια. Και τα συναισθήματα. Πως έπρεπε να υπάρχουν κωδικοί TAXIS για να γίνει η εγγραφή. Πως η ειδικότητά του είχε πλέον μεταφερθεί σε άλλο σχολείο. Φαινόταν πως δεν θα ξαναερχόταν πάλι. Λίγα δευτερόλεπτα αποδοχής ήθελε μονάχα. Λίγη πραγματική ζωή. Να νιώσει πως δεν τον είχαν διαγράψει όλοι. Αυτό μόνο.

(Τέσσερεις μήνες μετά, πίσω από το σχολείο, δίπλα σε κάτι κάδους και κρατώντας ένα ντοσιέ με πορτρέτα και κάτι υπόλοιπα μολυβιών, το ασθενοφόρο μάζευε άλλη μια σωρό ματαιωμένων ονείρων.)

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Σκιές φωτιάς


Στο ξημέρωμα την αγαπήσαμε  την αυθάδεια
Του Όλα-Τώρα.
Ανεβάσαμε την αμφισβήτηση σε βάθρο, ταχθήκαμε σε σκοπούς και ουτοπίες.
Ερωτευθήκαμε.
Και κάναμε σπονδές.
Όλοι δίπλα-δίπλα, μόνοι μας.
Πλάγιο ακόμη το φώς, μπερδέψαμε μπόϊ με ανάστημα
σπρώχνοντας ασυναίσθητα το έδαφος με τις μύτες των δακτύλων.
Που εντάξει, 
μακρύναμε τους ίσκιους μαγεμένοι από το ολόφωτο της Κόλασης, 
ξεχαστήκαμε σε πολύχρονους ιριδισμούς,
όμως αλλιώτικα πέφτει το φως όταν παίρνει να σκοτεινιάζει.
Μέχρι που νυχτώνει. Εντελώς.

Στην πορεία της μέρας, πολλές καμένες λάμπες μείναν πίσω.
Σε σκοτάδια ξεχασμένα πια.
Δεν συμφέρει και η αντικατάσταση.
Η τέχνη αυτή, με τον καιρό, ξεχάστηκε.
Σκόρπιες, κάτι μικρές έμειναν φωτιές να καίνε έντονα. Για λίγο.
Κι όλο και λιγοστεύουν.
Και φαίνονται αλλιώς σαν ξεμακραίνεις.
Τι να δεις και τι να ζεστάνεις πρώτα;

Κι από αποθέματα; Ποια αποθέματα;

Κάτι βίντεο και φωτογραφίες που βλέπεις και ελπίζεις, είναι από εποχές που υπήρχαν αποθήκες.
Πριν το πλιάτσικο.
Πριν πυρποληθούν οι ανάγκες.

Στα αποκαΐδια γύρω, ένα σωρό οι θράκες. Με σχήματα παράξενα.
Οξυγόνο, έστω και μολυσμένο, υπάρχει ακόμη. Κάνει όμως βαριές τις ανάσες.
Και το «τρίγωνο της φωτιάς», θέλει θερμότητα, οξυγόνο και καύσιμη ύλη.
Μόνο που πλέον κρύωσε ο καιρός και απόμειναν τα κορμιά για καύσιμη ύλη.
Χωρίς εξαιρέσεις.

Ασθενικό πρόσχημα, πως οι σάρκες καίγονται αργά.
Και μυρίζουν άσχημα. Ξεθυμασμένη ναφθαλίνη.

Είναι κι εκείνη η παλιά αγκύλωση για τα δύο μέτρα χώμα που μας αναλογούν.
Που ο μύθος θέλει να είναι του Τόπου σου.
Επειδή στον Τόπο σου, λιώνεις πιο όμορφα.
Λέει.
Που αν μετρήσεις ολάκερο τούτο τον πλανήτη, δεν χωράμε μάνα μου.
Δεν χωράγαμε όρθιοι την ημέρα, πόσο μάλλον ξαπλωμένοι την νύχτα.
Ίσως γι΄αυτό και κάποιοι χαρίζουν εαυτούς.
Στην πρώτη ευκαιρία.
Και γίνανε πολλές οι ευκαιρίες.
Ενσωμάτωσης.
Αλλά και κούραση μεγάλη να βρεθεί χώρος μοναχός.
Ειδικά, όταν το φως γέρνει.

Οπότε, ίσως τελικός σκοπός είναι να κάνουμε ωραίο λείψανο.
Μπας και οι επόμενοι κάνουν καλύτερες σκιές από την θράκα μας.
Μπορεί και να προλάβει να ξημερώσει γι΄ αυτούς.
Να μην τους βρει το χάραμα χωνέμενες θράκες.
Να μην ενσωματωθούν.

Που τελικά, ποτέ δεν ξέρεις.
Ποτέ δεν μαθαίνεις τι το «τελικά» σημαίνει.

Κι αν πλήθυναν όσοι κυκλοφορούν προληπτικά με αναπτήρα στην τσέπη,
υπάρχουν  ακόμη και κάτι μπύρες που μας περιμένουν.
Και κάτι αυτόφωτα χαμόγελα.
Κάτι είναι κι αυτό. 
Μάλλον.

Κι ας έχει αρχίσει να πέφτει βαθύ το σούρουπο. Κι ας έπιασε ομίχλη.

Την σκιά μας και τα μάτια μας.

… και μην μας πιάσουν στον ύπνο μόνο…

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

The Weight (για τους παλιούς φίλους και τους αιώνια περιπλανώμενους)






Συμβαίνει καμιά φορά, να ψάχνεις σε παλιά συρτάρια

Και συμβαίνει καμιά φορά, αυτά τα συρτάρια να σου πετάνε στα μούτρα παλιά χαρτιά, απαντήσεις φίλου πριν από δώδεκα χρόνια, ως μήνυμα σε forum που δεν υπάρχει πια.

Συμβαίνει να τα είχες τυπώσει για να τα διαβάσεις με την ησυχία σου.

Συμβαίνει να τα είχες ξεχάσει

Συμβαίνει ο ίδιος φίλος να λέει πια πως "περασμένα-ξεχασμένα".

Όπως ακριβώς συμβαίνει η ζωή δηλαδή.

Με τις αντινομίες της, τις αλλαγές της, τις συμβάσεις της.

Με το νερό στο κρασί της.

Πρόσωπα περνάνε και φεύγουν.

Και έρχονται άλλα, να κουβαλήσουν με την σειρά τους παλιούς σταυρούς.

Ευτυχώς κάποιοι φίλοι παραμένουν.

Και οι κουβέντες τους εξακολουθούν και σφάζουν...









Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Αντεστραμμένο είδωλο






Δείγμα χαρακτήρα, το να μην ρίχνεις αλάτι στις πληγές των φίλων.
Δείγμα χαρακτήρα το να μην αφήνεις τις δικές σου να κλείσουν.
Όπως το διαρκές και ακούσιο γύμνασμα της περιφερειακής όρασης.
Ευτυχώς, λειτουργεί ακόμη. 
Όση απέμεινε, ακονίζεται.
Έγινε αντανακλαστικό επιβίωσης.
Ζυγίζεται γδαρμένο και βουβό το είδωλό σε βιτρίνες, τζαμαρίες πολυκατοικιών, στον καθρέπτη.
Τα αντεστραμμένα λειτουργούν ως υπενθύμιση.
Κοίτα πως μεγαλώνουν τα μαλλιά και τα νύχια, ακόμη κι όταν η ζωή έχει αποχωρήσει!
Σαν τις φορές που ένα ουφ σου θυμίζει πως υπάρχει ακόμη πορεία.
Άλλωστε, στις ώρες που πονούν το θέμα δεν είναι οι λέξεις, ούτε η χρήση τους.
Είναι η απουσία τους.
Είναι οι σιωπές του ειδώλου και του Άλλου.
Είναι το φορτίο που περιέχουν τα άφωνα.
Η θλίψη του αγόγγυστου.
Η ιχνογράφηση των βλεμμάτων.

Ακούω πως το θέμα είναι που αλλάζουν γοργά οι εποχές και οι συνθήκες.
Λέω πως σέρνονται ύπουλα οι αιτίες και οι συνήθειες.
Που μάθαμε να ζούμε μετρώντας βήματα και απώλειες.

Ίσως και να είναι που ξεχνάμε 
όλο και περισσότερο 
τον τρόπο που ξεπαγώνουν οι ανάσες μας.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Διαρκώς...



Τα πρόχειρα σάντουιτς και οι πλαστικές σακούλες με τρόφιμα που περνάγανε μέσα χέρι με χέρι.

Τα τσιγάρα που πήγαιναν οι οικοδόμοι στην πύλη

Τα δάκρυα και η γραπατσαλωμένη αγωνία σε ροζιασμένα βλέμματα και χέρια που συνόδευαν τα «Να προσέχετε παιδιά μου, να προσέχετε!...»

Τα φάρμακα μέσα σε τσάντες κουστουμαρισμένων γιατρών και τσέπες σακακιών υπεράνω υποψίας.
Τα χειροκροτήματα των επιβατών των τρόλλεϋ στην Πατησίων.

Τα ανήσυχα βλέμματα των χαφιέδων στην γωνία της Στουρνάρη.

Η αρρωστημένη λύσσα των ακροβολισμένων σκοπευτών στο κτήριο του ΟΤΕ και στις ταράτσες γύρω πολυκατοικιών.

Τα ερωτευμένα αγκαλιάσματα κάτω από τις νεραντζιές στο προαύλιο, με τις προκηρύξεις στα χέρια.

Το μελάνι πολυγράφου στα δάχτυλα που πάσχιζαν να μην λερώσουν το ψωμί που συνωμοτικά έφερνε από την πλαϊνή πύλη το ζευγάρι των υπερήλικων ταβερνιάρηδων.

Οι πόρτες των πολυκατοικιών που άνοιγαν στα κυνηγητά.

Οι ανώνυμες προσωπικές συνειδησιακές μάχες «να μπω ή όχι», ανεξαρτήτως τελικής επιλογής.

Τα αυτιά που ήταν αγκιστρωμένα στο ραδιάκι, προσπαθώντας μέσα από παρεμβολές να μάθουν.

Τα «έχεις παιδί! Που πας;;;» που κοπάναγαν με κλάματα εγκλωβισμένης μανίας φτωχικές εξώπορτες στις Δυτικές Συνοικίες.

Εκείνα που ελάχιστοι γνωρίζουν, έξω από την κλειστή πόρτα του ραδιοφωνικού σταθμού και η για ιστορικούς λόγους αποσιώπησή τους.

Το «8» που δεν υπήρξε, που ήταν «κατασκευασμένο», που ακόμη ενοχλεί.

Η μυθοποίηση, η απαξίωση, η ενσωμάτωση, η ιδιωτική και πολιτική χρήση, η ανοχή, η σιχασιά για πρόσωπα.

Ο κόμπος στον λαιμό όσων ήταν εκεί και ακόμη θυμούνται, το βλέμμα πέρα όσων ήξεραν ή έμαθαν.
Οι λίγοι, οι ελάχιστοι που ακόμα.

Κάποιες μοναχικές φιγούρες, που στηρίζονταν σε στύλους και έκλαιγαν βουβά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι που δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.

Η φωτογραφία της κυρίας Σοφίας στο μπαλκόνι απέναντι, με την Ιστορία στην φωνή και την ροή του χρόνου στα πόδια της.

Οι ζωές που γιγαντώθηκαν ή εκμηδενίστηκαν μέσα σε ένα τριήμερο στην Πατησίων. Κι εκείνες που αναρωτιούνται ακόμη για όλα, πολλά χρόνια έπειτα.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Οι μαυροφορεμένες μάνες. Που ό΄τι έμαθαν και όσες έμαθαν, το κράτησαν μαζί τους.

Τα πορίσματα, οι φήμες, οι συγκαλύψεις, η σπέκουλα, η λάσπη, τα ψέματα, η προπαγάνδα.

Όλα εκείνα που ακολούθησαν. Οι νέοι νεκροί. Μετά.

Οι πεθαμένοι μέσα τους. Από τότε.

Η ανατριχίλα των λίγων, κάθε φορά που περνούν από μπροστά.

Το μοναχικό κεφάλι δίπλα στην πύλη και όσα θα ήθελε να πει.

Το σιωπηλό και μοναχικό επετειακό τσιγάρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλο και πιο αραιά πια. Συνήθως δυό ημέρες πριν το επίσημα καθιερωμένο λειτουργικό.

Ο ήλιος που εξακολουθεί και ανατέλλει από το ίδιο σημείο. Και δύει όποτε γουστάρει αυτός.

Η προσπάθεια να μην διαγράψω ετούτο το κείμενο.

Η ζωή που τραβάει την ανηφόρα.

Διαρκώς…

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές



Τον Γιαννάκη τον είχε φέρει πρόπερσι ο συνάδελφος άλλης ειδικότητας.
Είχε μείνει στην δευτέρα τάξη από απουσίες.
«Ήσυχος είναι, καλό παιδάκι, όλο χαμογελάει, αλλά δεν τα πάει καλά στα μαθήματα. Έκανε και πολλές απουσίες, μίλησα και με τους γονείς του και τους πρότεινα να έρθει στην δικιά σου ειδικότητα, μήπως κοινωνικοποιηθεί περισσότερο, είναι και η φύση του τομέα σου τέτοια…»
Πιο πίσω η μάνα για την εγγραφή. Αμήχανη, όσο και ο Γιαννάκης που μια κοίταζε κάτω, μια στο παράθυρο, μια στα μάτια με ένα όμορφο, παιδικό και καλοσυνάτο χαμόγελο.

Τα λέγαμε με την μάνα κάμποσες φορές στην περσινή χρονιά, μου είπε για το απότομο κλείσιμο στον εαυτό του στην τρίτη γυμνασίου, για την απώλεια οποιουδήποτε ενδιαφέροντος, για τα λιγοστά λόγια του, για τις υποψίες πως μια κοριτσίστικη απόρριψη τον σημάδεψε, για τους φίλους που τους απομάκρυνε. Μιλήσαμε για τις εβδομαδιαίες συνεδρίες με την ψυχολόγο που πήγαιναν κάθε Πέμπτη πρωί και αργούσε να έρθει στο μάθημα, για τις ατελείωτες προσπάθειες και των δύο γονιών και του μεγαλύτερου αδερφού να τον κάνουν να ενδιαφερθεί για κάτι, να μιλήσει, να πει τι θέλει, για το χαρτί της διάγνωσης που έλεγε για συναισθηματική ωριμότητα μικρότερης ηλικίας και για επιπλέον χρόνο που πρότεινε να του δίνεται όταν γράφει εξετάσεις και αξιολογική επιείκεια.

Κι ο Γιαννάκης στα μαθήματα να κοιτάζει μια το πάτωμα, μία έξω από το παράθυρο και μια στα μάτια. Και να χαμογελάει όμορφα όταν άκουγε κάτι αστείο ή όταν τον ρώταγες κάτι που πάντα μισοαπαντούσε.
Στο τέλος της δεύτερης χρονιάς, είχε κάνει μια παρεούλα με άλλους συμμαθητές, οι δύο μέσα από το τμήμα, πειραζόντουσαν και γελάγανε, έδειχνε πως ίσως κάτι πλέον τον τραβούσε, σε κάτι ανήκε.

Στην τρίτη τάξη πια η μητέρα δεν ξαναήρθε, ο Γιαννάκης τυπικά ήταν ενήλικας και γράφτηκε μόνος του. Η παρεούλα ακόμη υπήρχε, ο Γιαννάκης στα μαθήματα μια κοιτούσε το πάτωμα, μια έξω από το παράθυρο, μια στα μάτια. Και πάντα χαμογελούσε. Μερικές φορές, κινούνταν και ελαφρά μπρος – πίσω, υπακούοντας σε έναν δικό του, εσωτερικό ρυθμό.
Μόνο όταν καμιά φορά στο πλαίσιο των μαθημάτων γινόταν αναφορά σε πραγματικές βιωματικές ιστορίες από τον χώρο των ξενοδοχείων, κάρφωνε το βλέμμα στα μάτια, ρουφούσε κάθε λέξη, κάθε σύσπαση, κάθε ανάσα.

Μιλήσαμε με τον Γιαννάκη πρόσωπο με πρόσωπο μερικές φορές, τυπικά -υποτίθεται- για τα μαθήματα και τις πρωινές του απουσίες που με έφερναν σε δύσκολη θέση, στην πραγματικότητα όμως για να προσπαθήσω να ανιχνεύσω κάτι, οτιδήποτε. Χαμογελούσε και κούναγε το κεφάλι. Έλαμψε το πρόσωπό του μια δύο φορές στην παρομοίωση «Σε εσένα βλέπω ένα άλογο ρε Γιάννη, ένα άλογο κούρσας, αλλά όχι σε ιππόδρομο, σε λιβάδια και πλαγιές, έτοιμο να φύγει με χίλια και να αλωνίσει τα πάντα όλα πάνω κάτω. Αλλά έχω την αίσθηση πως δεν το αφήνεις να τρέξει. Άστο ρε Γιάννη γαμώτο, άστο!...»

Σήμερα, ο Γιαννάκης ήρθε μόνος του να πάρει τον τελευταίο έλεγχο της σχολικής του ζωής, όντας ενήλικας πια.
Κάτσαμε και τα είπαμε λίγο, του ξαναθύμισα τα περί αλόγου, χαμογελούσε κοιτάζοντας περισσότερο στα μάτια και λίγο στο θρανίο (έξω από το παράθυρο, καθόλου).

Είπαμε για τον διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης των φρούτων και των ανθρώπων, είπαμε για τεχνικές «σύμπλευσης» με τους γύρω προστατεύοντας ταυτόχρονα τα όμορφα του εαυτού μας, είπαμε για τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε πλέον στην ζωή και εκτός σχολείου και τις απαιτήσεις που έχει το «έξω από το σχολείο» πια, είπαμε για τον διαρκή αγώνα να βρει κανείς που στέκεται κάθε φορά και τους «αχώνευτους κανόνες του παιχνιδιού».
Μετά, πήρε τον έλεγχο στα χέρια, τον κοίταξε, χαμογέλασε με εκείνο το ωραίο χαμόγελο και τον έβαλε διπλωμένο στο σακίδιό του.
Την ώρα που τον χαιρέταγα μόνο του στην πόρτα ευχόμενος καλή επιτυχία στις εξετάσεις, παίζοντας αμήχανα με το σακίδιό του ρώτησε κοιτάζοντας στα μάτια:

«Θα σας ξαναδούμε ποτέ κύριε;;…»

«Εδώ θα είμαι βρε! Έχουμε και τις εξετάσεις…» και μια σφαλιαρίτσα προσγειώθηκε στον σβέρκο του την ώρα που έφευγε χαμογελαστός.

Ο Γιαννάκης, η Αλίνα, ο Νικόλας, ο Βασιλάκης, η Κική, η Βασούλα, η Εύα, ο Μάνος, η Νατάσσα, ο Δημήτρης, το Χριστινιώ, ο Κωστής, ο,ο,ο, η,η,η…

Όλοι απόντες από εδώ πια, όλοι όμως παρόντες.

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές μας.

Εκείνες που αξίζουν πραγματικά.

[…Άνοιξα το ακριανό παράθυρο γρήγορα, το τσιγάρο άναψε μόνο του κι έμεινα να προσπαθώ να σκουπίσω τις ρυτίδες μου και να σκληρύνω πάλι, χωρίς να φαίνομαι.
Είναι που δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα σχολεία. Απ’ έξω τουλάχιστον.
Από μέσα και στάχτη να γίνεις, κανείς δεν θα σου πει κουβέντα…]

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Ο εφιάλτης της κωλότσεπης



[Polyphia | Nightmare (Official Music Video)]



Η ποίηση είναι τρύπια κάλτσα
χωρίς ζευγάρι
με αιτία το κενό της.
Αυτοσχέδιο μπάλωμα ζωής, με ύφανση πραγματικότητας.
Όπως όταν σου πετάω στο τραπέζι στιγμιαίες φωτογραφίες
κι εσύ μετράς που θα βλεφαρίσεις,
κενός βάρους
προσπαθώντας άτσαλες πιρουέτες
με όλο το σώμα σε κίνηση και το χαμόγελο παγωμένο.
Μια· οι γερασμένες ρυτίδες του μπάρμπα που κοιτάει με θλίψη στους πάγκους της λαϊκής,
Δύο· η παρδαλή και ξεφτισμένη ρόμπα της γιαγιάς που σκουπίζει το πεζοδρόμιο με δυο διαφορετικές παντόφλες,
το πρεζόνι που χαϊδεύει τον αδέσποτο σκύλο· τρία.
Καρέ· με το τσιγάρο στο χέρι της πωλήτριας έξω από το μαγαζί, τυφλά κοιτάζοντας πίσω από τις βιτρίνες της μέρας της,
Πεντάδα· με τον πιτσιρικά που τρέχει γελώντας με χέρια ολάνοιχτα να αγκαλιάσει την μάνα του
Κάλτσες μονές και τρύπιες. Ένα μέγεθος όλες.

Αν θες, θα σου πω και για τα χρώματα της Άνοιξης στο γλαύκωμα του άστεγου,
στο μπλαβί ποδάρι του διαβητικού στα εξωτερικά ιατρεία χωρίς ραντεβού,
στα κυπελάκια με τα ούρα στο μικροβιολογικό σε χέρια που τρέμουν,
στο χαμένο χέρι του Ισπανού αντάρτη που δεν τον περίμενε κανείς,
και στα φασόν κηδειόχαρτα που κάνουν ορατές τις κολώνες της ΔΕΗ.
Έπειτα, -θα ήταν παράλειψη- είναι κι οι χρόνοι
Ιδιαζόντως ιδανικοί και ερήμην δανεισμένοι
που ντύνουν τις λέξεις απουσία, με φόρμα ή και μέτρο,
ξεπεσμένη χορεύτρια
να κάνει πεζοδρόμιο
στην Σόλωνος, την Πανεπιστημίου, την Πέτρου Ράλλη, την Θηβών
ανάμεσα σε παλιά γραπτά φίλων που κάποτε ήταν
σε παλιές φωτογραφίες και σε παλιών ζωών ενθύμια, ακίνητα
σαν μαγνητάκια-σουβενίρ στο ψυγείο,
να περιμένουν πείνα ή δίψα μπας και ανοίξει η πόρτα και κουνηθούν.
Από κεκτημένη ταχύτητα προσκόλλησης.

Ευτυχώς, ηρεμήσαμε κάπως είναι αλήθεια
Όταν στα μεγάλα μας, μάθαμε πως δεν υπάρχουν σημαδιακές μέρες, μόνο στιγμές
που ίσως και να πιστέψαμε κάποτε πως μας ανήκαν
Αν και τελικά, τους ανήκαμε εξαρχής. Από μικροί.
Τόσες παγκόσμιες ημέρες ρε συ και ούτε μια για την Προσωπική Ήττα.
Μόνο γενέθλια και επέτειοι
Ενός κάποιου, ενός κάτι, πάντα όμως αλλουνού

Μαγνητάκια και τρύπιες κάλτσες
Από το Ναύπλιο, την Πάρο, την Σκόπελο
Τα χαμόγελα της σποράς
(Ναι. Εδώ, ευτυχώς φως. Θα συμφωνήσω)
Και το διαρκώς ημιτελές ποίημα της μπαλωμένης κωλότσεπης από αποτύπωμα τσατσάρας.
Ίδιο, εικοσιπέντε χρόνια τώρα.

Τρίχες ποίηση καλή μου
Άλλοθι τρύπιο για το χαμένο μας βλέμμα είναι
Εστιασμένο και γι΄ αυτό ήρεμο
στην πόρτα του ψυγείου
συνήθως ξημερώματα,
χωλή μπαλαρίνα
με φορεμένη μια μόνο κάλτσα.

Τότε είναι που τα μαγνητάκια χορεύουν μόνα τους…

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Καρέ




    Κλεισμένος στο δωμάτιο λυσσάει κάποια βράδια.

Κοντά τριάντα χρόνια μαζί και ένα καλό σέρβις δεν της έχει κάνει. Αλλά δεν τον πρόδωσε ποτέ. Κι ας της έχει προσφέρει μόνο μια αρχαία πεταλιέρα και έναν ενισχυτή κειμήλιο. Λειτουργεί ακόμη η σχέση τους.

Εκείνες τις στιγμές, ο άμαχος πληθυσμός του σπιτιού, τηρεί ουδετερότητα. Ορθώς.

Ασυλία από την σημαία, το έχει ανάγκη, μην τον ενοχλείτε, θα του περάσει.



      Λειτουργική βαίνει και η παράλληλη σχέση του. Σχετικά δηλαδή.

Με τα  δύο χιλιάδες βινύλια περίπου και το αρχαίο στερεοφωνικό σύστημα.

Το πρόβλημα είναι με τα ηχεία. Που δεν ταιριάζουν με το χρώμα των επίπλων στο σαλόνι.

Θα μου πεις, υπάρχει βέβαια και το γιουτούμπ πια. Ναι, αλλά για ξεπέτες. Όχι του στυλ του.

Μόνο να, όταν παίρνει στα χέρια κανένα βινύλιο, σμίγουν τα φρύδια του, βαθαίνουν οι ρυτίδες στο μέτωπο και βυθίζεται στο εξώφυλλο με την μουσική από το λαπτοπ, τότε μπαίνει οικειοθελώς σε καραντίνα.

Φαντάζεται αόρατο θόλο από ωμά κομμάτια του χρόνου του, χωρίς αποστείρωση, χωρίς αιτίες και αιτιατά, κι αυτός εκεί. Σταυροπόδι σε στάση Λωτού.

Δεν είναι να μπαίνει κανείς άλλος εκεί.



     Είναι και το θέμα με τις τυπωμένες μοναξιές. Σε ντάνες.

Στο υπόγειο, στην μικρή βιβλιοθήκη, δίπλα στο κρεββάτι, σε συρτάρια, μέσα σε τσάντες.

Σαν οδηγίες χρήσης για να διεκδικεί τις εικόνες του.

Που ανασκάπτει και παλεύει να επαναδημιουργήσει.

Με θραύσματα γραφών ψυχής, ανάκατα με ψυχές γραφών.

Και προδοσίες. Και έρωτες. Και μουσικές.

Συνήθως, η κρίση τελειώνει με ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.



       Επιπρόσθετα, από καιρό σε καιρό, το τυχαίο διεκδικεί το μερίδιό του.

Σε άγνωστα μπαράκια με ζωντανή μουσική κυρίως. Τελευταία, και με αρκετούς καμουφλαρισμένους ζωντανούς.

Σε έκτακτη έξοδο μέσα από τους άδειους δρόμους του Πειραιά.

Μέσα από την νυχτερινή ερημία στα Καμίνια, τα συνεργεία, τις αποθήκες και τις βιοτεχνίες.

Για να προλάβει τα δύο τελευταία κομμάτια, όρθιος στην μπάρα. Όπως παλιά.

Κι αν η τύχη έχει κέφια απόψε, ίσως να ξαναθυμηθεί πάνω στον έντονο φανκ ρυθμό του αποχαιρετιστήριου, πως είναι να αποχαιρετάς νοερά και την κοκκινομάλλα απέναντι που λικνίζεται κοιτάζοντάς τον, κατευθυνόμενη προς την έξοδο.

«Λυπάμαι, σε μια άλλη ζωή. Ίσως…» θα της ξαναφωνάζει με τα μάτια και με ένα ανασήκωμα των ώμων.

(Τελικά, εκείνο το χαμόγελο με το βλέμμα να χαμηλώνει στο πάτωμα, με συνοδεία εκείνης της απίστευτα θηλυκής μισής κίνησης «να φύγω ή όχι, να πάω ή όχι», θα πρέπει να απαγορευθούν με νόμο.

Κινδυνεύουν τα πάντα από κάτι τέτοιες μικρές λεπτομέρειες…)



  Νομοτελειακά, οι ρυθμοί θα πέσουν όταν ανταλλάσσει λίγες κουβέντες με δύο γνωστούς και τον σαξοφωνίστα, όταν κατεβάσει με μια μεγάλη γουλιά το υπόλοιπο του ποτού και πληρώσει.

Άλλωστε, από το απόγευμα ήδη, έχει υποσχεθεί σε φίλο εκ Βορρά ένα μεθύσι με πιασάρικο θέμα:

«Μαλάκα, τι θα κάνουμε με τις ενοχές μας;» και πρέπει να το δουλέψει λίγο.

Αλλιώς θα του βγει πολύτομο έργο.

Δεν συμφέρει πια η πολυλογία. Χάνεται όλη η ομορφιά των χαμηλωμένων βλεμμάτων και των μισών κινήσεων.

(Τον ακούει ήδη: Κόψε φίλε, κόψε! Πολύ το υλικό και καταντά ανούσιο. Ίσως σε τίτλους μόνο.)



    Στο επόμενο καρέ, στην κολώνα δίπλα από το αυτοκίνητο, μια παλιά μαυρόασπρη αφίσα, τον καλεί να πάρει θέση.

Λες και δεν είχε. Ή δεν έχει.

Αλλά και που έχει, τι;;

(…Μαζεύονται πολλά. Κόψε!)

Ακουμπώντας πάνω στην κολώνα και στρίβει τσιγάρο. Ψυχή δεν περνάει, άδειο το Πασαλιμάνι, μόνο ένα μαύρο σιωπηλό νερό απέναντι, ούτε καν θάλασσα.

Και σιωπή

Ανάβει ξεφυσώντας τον καπνό προς τα πάνω, σαν παλιά νουάρ ταινία.

Ασυναίσθητες ταυτίσεις.

(…Κι εδώ κόψε. Ίσως να αφήσεις ένα ή δύο καρέ.)



     Που λες, τουλάχιστον απόψε αποϊδρυματοποίησε την μοναξιά του. Θα μπορούσε μάλιστα και να της επιφέρει καίριο χτύπημα. Κόκκινου χρώματος ίσως. Ίσως και ξανθού.

Χαμογελώντας, ξεκίνησε για πίσω.

Ρεαλιστικά πράγματα, απτά, δοκιμασμένα.

Πρέπει να σκεφτεί τι θα κάνει με το χρώμα των ηχείων.

Όχι, το κόκκινο δεν μπορεί να είναι καν επιλογή.



Σίγουρα πάντως, ένα καρέ θα είναι με ένα τελευταίο τσιγάρο στο μπαλκόνι…


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Οι σιωπές του Νοέμβρη



-          - Δεν μιλάς πια για τον Νοέμβρη.
   Γιατί δεν μιλάς;…

Να μιλήσει και να πει τι;

Που κάθε Νοέμβρη που θυμόταν τον εαυτό του, μια πίκρα τον κυριεύει
Παλαιότερα, μαζί με οργή, υπερηφάνεια και ελπίδα
Τώρα, μόνο η πίκρα

Που θυμόταν τον πατέρα του να κλαίει από λύσσα κι άδικο
στην πόρτα του υπνοδωματίου
Και την μάνα του να έχει πέσει πάνω του και να του λέει
«Έχεις παιδί! Που πας;;;!!...» κλαίγοντας κι αυτή
Κι ο Παπαχρήστος ανάμεσα από παράσιτα να ουρλιάζει
«Πως είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας;;;!!!!...»
Κι αυτός κάτω από τις κουβέρτες, εννιάχρονο παιδί, να προσπαθεί να καταλάβει

Κι αργότερα, στις μαθητικές πορείες, την στοχοποίηση
που δεν καθόταν υπάκουος εκεί που ήταν οι πολλοί
που τους έσπρωχναν οι αλυσίδες
και κόντεψε να τους πατήσει το τρένο στην Λένορμαν
επειδή οι ταγοί αποφάσιζαν
πως η εξέγερση είναι αυστηρά ελεγχόμενο και μουσειακό είδος
και πρέπει να φυλάσσεται καθαρό
από δίπλα να σπρώχνουν κι άλλοι
εκείνοι που θεωρούσαν πως η εξέγερση είναι χαβαλές και εκτόνωση

Να μιλήσει για τι από όλα;
για τους νεκρούς που ακόμη και τώρα τα βδελύγματα αρνούνται
και τους αργότερα νεκρούς και άσχημα σακατεμένους
κάποιοι σχεδόν δίπλα του
για την βιωματική έννοια του κράτους
και το σιχαμένο πρόσωπο της καταστολής;
Τους φασίστες μήπως;
που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσά τους
να προσπαθεί να μπει μέσα στο προαύλιο;

Κι ακόμη πιο μετά, τις κουβέντες με τον Κώστα;
που τα βρόντησε κάτω από το κόμμα
όταν του έδωσαν να κολλήσει το «οκτώ»
που επίσημα ή δεν υπήρξε ή ήταν δουλειά πρακτόρων
«Ρε, είναι οι φίλοι μας αυτοί, είναι οι σύντροφοί μας, οι συναγωνιστές μας!!»
Και τα μούτζωσε όλα
Και μπήκε μέσα
Εκεί που ανήκε η Ιστορία· στο Τώρα

Πώς να εξηγήσει;
τον εμετό που ένιωσε να του ανεβαίνει στον λαιμό
και έμεινε εκεί έκτοτε
με τα αναμνηστικά κασκόλ,
τα σουβλάκια
το πανηγύρι
τα μπάχαλα για την καύλα
τις εξαργυρώσεις
σε θέσεις, καριέρες, διασημότητα, «γράμματα»


Να πει τι πια;
που στις σχολικές «γιορτές» κάθεται στην γωνία σιωπηλός
με την θλίψη στα μάτια και την πίκρα πανωφόρι
για την σπίλωση και το ξεπούλημα από τους πολλούς
την συγκάλυψη για λόγους «ιστορικούς»
την ηθελημένη άγνοια των «τι τα σκαλίζεις τώρα»
και την σιωπή και την αξιοπρέπεια των λίγων
και το πώς μόνο ελάχιστοι μαθητές τον έχουν πάρει χαμπάρι
και δειλά-δειλά τον ρωτάνε
και απαντάει συγκρατημένα
βραχνάς ο «αντικειμενικός» ρόλος του και το fairplay, βραχνάς…

Να εξηγήσει τι;
πως μέχρι και τα παιδιά του όταν ήταν μικρότερα
τα πήγαινε μέρες πριν
και τους μίλαγε για όσα είχε μάθει και θυμόταν
μακριά από φιέστες και κάμερες και ξεπουλήματα
πως ταίριαξε το «Κάτω η Εξουσία» με την Ελληνική Σημαία
Να ξέρουν
Να μάθουν να διακρίνουν το πώς, το τι και το γιατί
Και να αποφασίζουν μόνα τους

Πριν η Ιστορία αποφασίσει γι’ αυτά…

Τίποτα δεν λέει πια λοιπόν
Μόνο κοιτάζει και ακούει


Και θυμάται…

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Διανυκτέρευση [Tides From Nebula - Aura (2009)]



Το έξω θα ήταν μια διέξοδος ίσως
Επειδή όταν η διαφυγή γίνεται ανάγκη, συνήθως είναι αργά
Και οι ανάγκες πιέζουν στις μικρές ώρες
Τα μετράς λοιπόν
Δεν φτάνουν
Ξανά λύση από καβάτζα κιτρινισμένων βιβλίων
Αγορασμένα κυρίως από προσφορές
ή βιβλιοπωλεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο
Και τα σκοτώνουν
Τα νεκρά
Bazaar πτωμάτων, όσο – τόσο
όσο η ευτέλεια της επιβίωσης βγάζει στην επιφάνεια ό,τι πεθαμένο
υιοθετούνται ασυναίσθητα υποκατάστατα
σε έξι χορδές και χαρτάκια micro
μισοτελειωμένα στυλό και μουτζούρες λέξεων
Τι δουλειά έχουμε μείς με τους πεθαμένους;
Δεν βγαίνει ούτε εκεί
Ίσως ένα ποτό, μπορεί και δύο
Να εξιλεωθείς
Να στυλωθείς
Όμως, δεν φτάνουν
Περίσσευμα βρισιές στα δόντια
Λοξό μάτι στα πεθαμένα γράμματα
Πνιγμός η υπόσχεση έξω, βρόγχος το ζορισμένο μέσα
Τα μετράς πάλι
Δεν βγαίνουν με τίποτα
Τελείωσε κι ο καπνός
Σκόρπια κέρματα σαν παλιές αγκαλιές
Συμπληρώνεις να πορευτείς
Μέχρι το άλλοθι του καπνού στο περίπτερο
Ογδονταδύο βήματα
Μετρημένα μπρος - πίσω
Όσα και τα χρόνια του πατέρα
Όταν έφυγε
Και του Χρόνη
Όταν έφυγε κι αυτός
Ευτυχώς, δεν θα το ξεπεράσεις ποτέ
Όσα κλειδιά κι αν κρατάς στο χέρι
Παρακαλάς μονάχα, μην συναντήσεις κανέναν στον δρόμο
Και σου μιλήσει
Δεν είναι πλέον εύκολα τα περί ανέμων και υδάτων
Ειδικά όταν κουβαλάς τόσο χρόνο μέχρι το περίπτερο
και κλειδιά που διανυκτερεύουν

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Της άγνοιας...

Το να βρεις τόπο να υπάρχεις στο πεζούλι μεταξύ κοινωνικής κριτικής, πολιτικού ρεαλισμού, κοινωνιολογικών αναλύσεων, ανθρωποκεντρισμού, ιδεολογικών τάσεων, ιστορικών πεπραγμένων, υποκειμενισμού αντίληψης, αντικειμενοποιημένης αισθητικής και παραίσθησης, Λόγου, Τέχνης και καθημερινότητας της Ύπαρξης, μπορεί να σου κάνει το μυαλό ζελέ 

Και την ψυχολογία πορτοκαλάδα 

Χωρίς ανθρακικό 

Μπορεί και όχι 

Εξαρτάται από τις αντοχές σου 

Και το πως αντιλαμβάνεσαι την μακαριότητα της άγνοιας...


Τρίτη 2 Μαΐου 2017

5 Μαΐου...



Τα βάζανε κάτω και τα υπολογίζανε
«Πόσες μέρες απεργήσαμε τον προηγούμενο μήνα;
Πέντε εσύ, πέντε εγώ, δέκα σύνολο…
Δεν βγαίνει γαμώτο. Χρωστάμε τέσσερα κοινόχρηστα, η δόση του σπιτιού δεν βγαίνει, έχουμε σε καθυστέρηση και στο ρεύμα. Δεν βγαίνει γαμώτο…»
Μετά, σκύψανε το κεφάλι και βράζανε μέσα τους, κοιτάζοντας την τηλεόραση

Την επόμενη μέρα πήγανε στα σχολεία τους
Εκείνος, σχόλασε λίγο νωρίτερα, πήρε το αυτοκίνητο μέχρι τον πρώτο σταθμό μετρό, τσέκαρε αν έχει μάσκα άνθρακα μαζί του και ξεκίνησε για το συλλαλητήριο
Μπορεί να μην δήλωσε απεργός σήμερα, αλλά στο συλλαλητήριο θα πήγαινε βρέξει-χιονίσει
Όπως έκανε σε όλα τα τελευταία συλλαλητήρια
Σίγουρα θα έβρισκε και κάποιον φίλο κάτω. Όλο εκεί τους έβλεπε τελευταία
Συναντιόντουσαν χωρίς να το έχουν κανονίσει
Ανησυχούσε όμως με τις αντιδράσεις του τελευταία. Όπου γινόταν κανένας τσαμπουκάς με τους ματατζήδες και ήταν κοντά, όρμαγε χωρίς δεύτερη σκέψη
Τι κι αν είχε τρία παιδιά πια, τι κι αν ήταν «βολεμένος δημόσιος υπάλληλος», τι κι αν ήταν σαρανταφεύγα πια, δεν κρατιόταν με τίποτα
Μερικές φορές, είχε τρομάξει και φίλους έτσι αυθόρμητα και παρορμητικά που αντιδρούσε. Δεν το έκανε επίτηδες. Έτσι του έβγαινε.
Όταν βέβαια γύρναγε σπίτι και έβγαζε τα ρούχα που μυρίζανε χημικά στην εξώπορτα και τα παιδιά του δεν τον πλησιάζανε γιατί έζεχνε ιδρώτα και ψεκάσματα, αισθανόταν αμήχανα και άβολα. Τι να εξηγήσει και τι να πει; Μικρά ήταν ακόμη, ήθελε να τα προστατέψει από την πραγματικότητα για λίγο καιρό ακόμη
Η σύντροφος τον ρώταγε μόνο «Είσαι καλά; Έπαθες τίποτα;» και αναστέναζε από κατανόηση με αγωνία μαζί
Μέχρι την επόμενη φορά

Ο Μάης είχε πλέον μπει, είχε πάει πέντε ο μήνας κι αυτός για άλλη μια φορά κατέβαινε «κάτω»
Ο κόσμος ήταν πάρα πολύς
Δεν μπόρεσε να βρει κάποιον φίλο. Κάτι γνωστούς βρήκε αλλά τους άφησε και προχώρησε μπροστά στην πάνω μεριά της πλατείας Συντάγματος, ενώ ακούγονταν ήδη πολλές κρότου-λάμψης.
Όταν έσκασε η μεγαλύτερη ομοβροντία καπνογόνων και χημικών που θυμόταν να είχε βρεθεί εκείνες τις μέρες, ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί προς τον Εθνικό Κήπο με φόβο να καταπατηθεί
Στην αρχή, επειδή είχε δει τον αέρα να φυσάει προς την ίδια κατεύθυνση και κατάλαβε πως το χημικό σύννεφο θα τους αγκάλιαζε για περισσότερο χρόνο, φώναξε με μερικούς άλλους «Όχι πίσω παιδιά! Μπροστά πάμε όλοι! Μην πανικοβάλλεστε!!! Μπροστά!»
Μάταιος κόπος. Ο πανικός βουλώνει τα αυτιά
Έμεινε ξαφνικά μόνος του μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο, να βήχει πίσω από την φτηνή μάσκα άνθρακα και να προσπαθεί να στερεώσει τα μαύρα γυαλιά ηλίου στα μάτια του, μπας και γλυτώσει λίγο από τα δακρυγόνα
Περπάταγε κόντρα στο σύννεφο, να περάσει μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη και να συνεχίσει στην πορεία. Δεν θα τους πέρναγε γαμώ το φελέκι μου μέσα!
Διέκρινε μερικές φιγούρες ματατζήδων να έρχονται προς το μέρος του, ενώ εκείνος συνέχιζε να περπατάει προς την κατεύθυνσή τους και να βρίζει καντήλια και φύτρες και ιερά και όσια
Ήταν σίγουρος πως θα τελείωνε πολύ σύντομα
Μια γερή γκλομπιά στο κεφάλι και αυτό θα ήταν
Τσιτωμένος από την αδρεναλίνη, περπάταγε σταθερά και περίμενε να αισθανθεί το χτύπημα

Ίσως το ότι έτσι ντυμένος στα ολόμαυρα, στην ηλικία του, με μπανάνα στην μέση και με το στυλ που έμοιαζε για ασφαλίτης, ίσως το παχύ λευκό σύννεφο χημικών, ίσως το ότι έβριζε και προχώραγε μπροστά, ίσως επειδή ήταν απλά κωλόφαρδος, κανείς δεν τον ακούμπησε
Πότε βρέθηκε να περνάει δίπλα από το Μεγάλη Βρετανία και να κάθεται να πάρει ανάσες σε ένα πεζούλι, κλαίγοντας και φτύνοντας χημικά και σάλια, δεν το κατάλαβε
Μια παρέα νεαρών που τον είδε τον ρώτησε αν είναι καλά και αν θέλει λίγο riopan. Τους ευχαρίστησε και αρνήθηκε

Την ωρα που προσπαθούσε να απαλλαγεί από μύξες, σάλια και χημικά, χτύπησε το τηλέφωνο
-          Που είσαι; Θα έρθεις να μας πάρεις από το σχολείο;
-          Είμαι στην Πανεπιστημιού και ξερνάω χημικά· απάντησε
-          Που;;; Μα είπες πως δεν…
-          Πάρε τα παιδιά και πες στον πατέρα σου να σας πάρει. Έρχομαι αλλά θα καθυστερήσω λίγο… Βγάλε στην εξώπορτα μια σακούλα να βάλω μέσα τα ρούχα να τα βγάλουμε στο μπαλκόνι. Να μην με δουν τα παιδιά έτσι…

Σηκώθηκε πέταξε την άχρηστη πια μάσκα άνθρακα των τριων ευρώ και κατηφόρισε στην Πανεπιστημίου
Από την Σταδίου έβλεπε να ανεβαίνει πυκνός μαύρος καπνός και να ακούγονται σειρήνες πυροσβεστικής
Μπήκε στο μετρό και κοίταγε τον κόσμο γύρω του.
Πολλοί είχαν σημάδια από χημικά πάνω τους, άσπρα πρόσωπα από το Maalox, άλλοι έβηχαν συνέχεια
«Να πάω να αγκαλιάσω τα παιδιά μου» σκεφτόταν

Το ίδιο βράδυ, το σοκ της συνειδητοποίησης του τι ήταν εκείνος ο μαύρος καπνός στην Σταδίου, του έκανε το στομάχι χάλια και την ψυχολογία ερείπιο
Κάποια στιγμή, είδε στην τηλεόραση και μια λήψη από το προαύλιο της Βουλής, που έδειξε έναν μοναχικό τύπο στα μαύρα, να χάνεται μέσα σε ένα τεράστιο άσπρο σύννεφο χημικών και να βγαίνει από την άλλη μεριά
Ανατρίχιασε
Αύριο, θα πήγαινε να αγοράσει καινούρια μάσκα, καλύτερα καμιά δεκαριά κι ας ήρθαν και τα καινούρια κοινόχρηστα

……..
Μετά, ο χρόνος πέρασε
Πολλά ξεχάστηκαν, πολλοί ξέχασαν
Εξακολουθεί και χρωστά  τρία κοινόχρηστα, τα παιδιά πάνε και γυρίζουν μόνα τους από τα σχολεία και τις σχολές τους
Του μείνανε τουλάχιστον δύο τρεις μάσκες
Ποτέ δεν ξέρεις…