Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Θε μου η Γιούρα... – Γιάννα Κουκά, εκδόσεις Ιδιώνυμο, 2024

 


Που λες, μάλλον θα πρέπει να είναι η φύση μας τέτοια. Τουλάχιστον, κάποιων.

Να έχουμε πάντα χώρο μέσα μας για εκείνα που οι δικοί μας, οι κατάσαρκα δικοί μας,  ζήσανε.

Να τα σκεφτόμαστε. Να τα αναλύουμε. Να τα ζυγίζουμε. Να τα μετράμε. Ξανά και ξανά.

Και να μας διαλύουν. Να μας πετσοκόβουν. Και μετά, να μας ξανακάνουν. Από την αρχή. Σαν ψηφιδωτό. Ένα-ένα τα σπασμένα κομματάκια. Να μεγαλώνουμε με αυτά. Σε ανάστημα. Να είμαστε.

Το σκέφτομαι και το ξανασκέφτομαι που λες. Εδώ και χρόνια. Και έχω κατασταλάξει στην οπτική μου.

Πως κουβαλάμε μέσα μας δηλαδή, όσα οι δικοί μας άνθρωποι έζησαν, στερήθηκαν, κατάφεραν, έχασαν, αγάπησαν, άφησαν, ήθελαν, πίστεψαν, ονειρεύτηκαν. Κι όταν μας έρχονται στιγμές που μας παίρνει από κάτω, φέρνουμε την μορφή τους ξανά μπροστά μας, βουτάμε το είναι μας στην μνήμη, να πιστοποιήσουμε πως όντως υπήρξαν οι κοινές μας στιγμές που μας καθόρισαν, επιβεβαιώνοντας έτσι πως είμαστε κομμάτι τους, πως είναι κομμάτι μας, πως υπήρξαμε και ζήσαμε. Μαζί. 

Κι επιπλέον κι ας μην μας το ζήτησαν ποτέ κι ούτε θα το ήθελαν, νοιώθουμε πως πάντα θα υπάρχει ένα χρέος.

Όχι σαν βάρος όμως. Σαν υπόσχεση. Σαν αέρινος δεσμός.

Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι λοιπόν, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, πορευόμαστε στην ζωή μας με την απώλειά τους.

Και θέλουμε να την κάνουμε να αξίζει.

Και θέλουμε να πορευόμαστε με τέτοιον τρόπο που να δίνει νόημα σε όσα μας άφησαν παρακαταθήκη. Σε όσα δεν πρόλαβαν. Που για εμάς τα ήθελαν. Τίποτε για τους ίδιους. Μας δίνει κουράγιο να αισθανόμαστε πως θα είναι κι αυτοί περήφανοι για όσα εμείς με την σειρά μας ετοιμαζόμαστε να αφήσουμε στους επόμενους. Όσο μικρά κι αν είναι. Αρκεί ετούτον τον κόσμο να κάνουν λίγο καλύτερο.

Που λες, είμαστε κάμποσοι που κουβαλάμε μέσα μας τους νεκρούς μας. Σαν οδηγό, σαν πυξίδα. Ανάλαφρους, σαν όμορφα πανέρια με  ανοιξιάτικα λουλούδια. Ανθισμένα κι ευωδιαστά κάθε εποχή.

Ετούτο το μικρό βιβλιαράκι είναι άλλη μια ψηφίδα στο μωσαϊκό εκείνων που πάλεψαν για εμάς πριν από εμάς.

Σπονδή κι εβίβα.


Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Έλα να παίξουμε - Δημήτρης Χριστόπουλος, (Το Ροδακιό - 2024)

 


Έχεις καιρό τώρα που δεν τα πας καλά με τις λέξεις.

Σαν να στέρεψαν, σαν να έχασαν το νόημά τους, σαν να περιφέρονται πλέον ερήμην σου τα ίδια σου τα κομμάτια σε μια καθημερινότητα θολή και ανούσια.

Σαν να μην βλέπεις μέλλον.

Σαν να μην έχεις παρόν.

Στο παρελθόν δεν θέλεις να γυρνάς συνέχεια. Δεν θέλεις ακόμη να δηλώσεις συνθηκολόγηση.

Έτσι, οι λέξεις σου βολοδέρνουν από εδώ κι από εκεί σαν άστεγοι κουρελήδες. Δεν ζητούν τίποτα, δεν διεκδικούν, δεν οδηγούν πουθενά. Απλά υπάρχουν. Ερήμην.

Μόνο ένα γύρω-γύρω όλοι παίζουν, χωρίς σκοπό, χωρίς ουσία, χωρίς νόημα.

Δεν θέλεις να ακους λέξεις, δεν θέλεις να λες λέξεις, μπούχτισες από τα κρυμμένα τους, απογοητεύτηκες από τα φανερά τους. Ηζωή κυλάει φιλαράκι. Κι εμείς λέμε πολλά. Και ανούσια. Ανέραστα. Ασυνάρτητα. Ανώφελα.

Όλη σου η προσοχή στην μουσική τελευταία. Ήχοι που αντικαθιστούν γραμματικούς και λόγιους κανόνες, αίτιο και αποτέλεσμα, αρχή-μέση και τέλος.

Από ένα σημείο και μετά μάλιστα, ούτε καν τραγούδια με στίχους δεν θέλεις να ακούς. Κι ας λένε για τα περασμένα σου, ας ξεθάβουν τα παραχωμένα σου. 

Αν ξεπέσουμε στην νοσταλγία, τελειώσαμε.

Έτσι σου λέει το ένστικτό σου, έτσι πράττεις. Αυτό έκανες άλλωστε ανέκαθεν. 

Και πλήρωνες το τίμημα, όποιο κι αν ήταν.

Περιμένει που λες κι ο φίλος ένα κείμενο, του είπες θα το παλέψεις, αλλά δεν σου βγαίνει τίποτα. Σαν να σου έχει ρουφήξει όλο το μέσα σου ο εγκλωβισμός της επιβίωσης.

Από ένστικτο μέσα σε αυτήν την παραζάλη του Τίποτα, παίρνεις και το βιβλίο του Δημήτρη Χριστόπουλου «Έλα να παίξουμε».

Επειδή είσαι σίγουρος πως μόνο για παιγνίδι δεν θα λέει. 

Και κάτι σου λέει πως αν είναι να ξαναβρείς το νήμα του παιγνιδιού των λέξεων, θα σε βοηθήσει η ανάγνωσή του. 

Τουλάχιστον θα το προσπαθήσεις. 

Και έχεις εμπιστοσύνη στον συγγραφέα. 

Σε έχει ξαναγδάρει στο παρελθόν.

Και ξεχειλίσανε από τις σελίδες του οι ένοχες σιωπές, οι αναβολές, οι συμβιβασμοί, τα ανομολόγητα, οι ομορφιές και η σκοτεινιά των απλών πραγμάτων, τα κρυμμένα ζόρια του κόσμου γύρω σου, που άλλα δεν μπορούσες να φανταστείς, άλλα δεν άφηνες να σε αγγίξουν όταν θα έπρεπε, οι ασχήμιες των μέσα κόσμων που δεν είναι απαραίτητα εκείνες που όλοι νομίζουν, οι αλληλουχίες γεγονότων και τυχαίου που σημαδεύουν και καταστρέφουν ζωές, τα απωθημένα και η τιμή τους, τα τραύματα και η σιωπή τους, τα στερεότυπα και η ισοπεδωτική τους φύση, το κόστος του ξεκαθαρίσματος με τον εαυτό σου, το ναύλο για το Πέρασμα, η Σκιά που αφήνει κανείς με την διέλευσή του, το Ταμείο που οφείλει κανείς να κάνει νωρίς. Για να απελευθερωθεί, να ανασάνει, να προχωρήσει.

Και κάπως έτσι, θυμάσαι πάλι και αισθάνεσαι που λες τυχερός, που έχεις μερικούς φίλους που γράφουν λέξεις που σε βοηθάνε να γδέρνεσαι. Να φεύγει η ασχήμια του κόσμου από πάνω σου. Και κυρίως, από μέσα σου.

Και μακαρίζεις τον εαυτό σου που έτυχε και έχεις και μερικούς άλλους φίλους, που αν και δεν γράφουν, βγαίνει χωρίς έλεος και φτιασιδώματα η ζωή στις κουβέντες τους. Ακόμη καλύτερα δε, τις βλέπεις στα μάτια τους και στον τρόπο που τσουγκρίζετε τα ποτήρια σας.

Και παίρνεις μια ανάσα ανακούφισης.

Που το ένστικτό σου τουλάχιστον λειτουργεί ακόμη.

«Τίποτα δεν έχει χαθεί ακόμα. Ονειρεύεσαι.»


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Το χιόνι των Αγράφων - Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (Κίχλη, 2021)

 


Είναι που έχεις μιλήσει γι΄ αυτά, εδώ και πολλά χρόνια με παλιούς που τους πρόλαβες ζωντανούς.

Μετράγανε τα λόγια τους όταν αφηγούνταν. Έβλεπες να υγραίνονται τα μάτια και να κοιτάζουν οι κόρες των ματιών τους πέρα. Που έζησαν στο πετσί τους την φρίκη, το άδικο, την προδοσία.

Σου έχει πει και ο παππούς σου για τις πέντε φορές που τους έκαψαν το σπίτι.

Τις τρεις ο Εθνικός Στρατός, τις δύο ο Δημοκρατικός. Και για τις δύο άδειες που έκρυβε, την μία στην τραγιάσκα και την άλλη στο παπούτσι. Για να περνάει με τον γάϊδαρο από τα μπλόκα των φαντάρων και των ανταρτών, μπας και καταφέρει να βρει κανένα ξύλο να ζεσταθεί η οικογένεια.

Και για τα αδέρφια του σου είχε πει. Τον μεγάλο που αυτοκτόνησε με χειροβομβίδα για να μην τον συλλάβει ο Εθνικός Στρατός και τον μικρό που ήταν φαντάρος νεοσύλλεκτος και τον σκότωσαν οι αντάρτες στην Καρδίτσα. Και τον μεσαίο που δεν άντεξε τον πόνο και κλείστηκε στον εαυτό του.

Και τον πατέρα του, τον προπάππου σου,  που τον έσφαξαν ο Μάϋδες την ώρα που συνόδευε το κοπάδι με τα ζωντανά, επειδή κάποιος τον κατηγόρησε πως έδινε γάλα και πρόβατα στους αντάρτες. Και είχε μείνει όρθιος στον βράχο ουρλιάζοντας «Δεν πέφτω ρε πούστηδες! Δεν πέφτω!!!.». Και δεν έπεσε…

Είναι και που έχεις ρίξει και μια-δυο κλεφτές ματιές στο ημερολόγιο που έπεισες την μάνα σου να γράφει τις ιστορίες της από τα παλιά, όσες έζησε σαν παιδί εκείνες τις ζοφερές ημέρες. Και σου γδέρνει την ψυχή. Με τα ανορθόγραφα γράμματά της και τις παλιακές εκφράσεις και λέξεις. Και όταν σου λέει πως κάθε φορά που γράφει, κλαίει και δεν μπορεί πια…

Αυτά κουβαλάς μέσα σου. Αυτά φουσκώνουν κάθε φορά που ανεβαίνεις στο χωριό και γυρνάς το βλέμμα στα βουνά. Ίσως γι΄αυτό είναι πολλές οι φορές που αναδιπλώνεσαι μέσα σου. Και δεν μιλάς πολύ. Δεν σηκώνεις και πολλά. Και αδιαφορείς που ίσως κάποιοι το μετράνε ως λανθάνοντα ελιτισμό και αποστασιοποίηση λόγω φόβου. Δεν βρίσκεις κανένα νόημα στο να εξηγείς στον καθένα πως τελικά, είναι η ασυναίσθητη αντίδρασή σου από σεβασμό για όλα αυτά που έτυχε να είναι ρίζα σου. Για ανθρώπους και ιστορίες.

Γι’ αυτό και ξέρεις, πως ετούτο το βιβλίο, είχε πολύ σκάψιμο. Πολύ.

Και ακόμη μεγαλύτερο το μάγκωμα ψυχής.

Και για τον συγγραφέα και για τους αναγνώστες.

Που η λογοτεχνία μπλέκει με την βιωμένη Ιστορία.

Και που είναι πολλοί οι άδικα χαμένοι που δεν δικαιώθηκαν ποτέ και κανείς δεν μίλησε γι’ αυτούς.

Άνθρωποι, ψυχές, που πέρασαν σαν αερικά από ετούτο τον τόπο, ή σαν καθάρματα που κατέστρεψαν ζωές.

Συνεισφορά στην Ιστορική Μνήμη ετούτο το βιβλίο.


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Ο ΦΙΛΟΣ του ΠΕΔΡΟ - Κώστας Καλημέρης, εκδόσεις Ενύπνιο, 2019



Αν είναι να γράψεις ένα κείμενο για το κείμενο, θα είναι λάθος. Αν είναι να γράψεις ένα κείμενο για τον συγγραφέα, θα είναι δυο φορές λάθος. Αν είναι να γράψεις για τον ήρωά του, θα είναι σαν λάθος που έχει γίνει πριν ακόμη σχηματοποιηθεί η πιθανή απόφαση. Αν τέλος είναι να γράψεις για το story, φοβάμαι πως γίνεσαι «εξηγητής» και θα το ξεσχίσεις το θέμα με ένα λάθος τεράστιο σαν την ανθρώπινη αυταρέσκεια.

Οπότε;

Οπότε, δεν ξέρω. Και ίσως να μην με νοιάζει τελικά να ξέρω. Μου αρκεί να νοιώσω. Και ένοιωσα.
Επειδή τότε είναι που αρχίζει κανείς να «ξέρει». Κι ας μην «μάθει» τελικά ποτέ το Όλο. Που δεν θα το μάθει. Κι αυτό είναι όμορφο.

Κάποια βιβλία δεν περιγράφονται λοιπόν. Τουλάχιστον, όχι με τον συμβατικό τρόπο. Όχι γιατί είναι απερίγραπτα, αλλά γιατί είναι αίσθηση. Ατόφια, καθάρια αίσθηση.
Που κάθε πρότασή τους είναι ικανή να δημιουργεί φυσαλίδες. 
Εγκεφαλικές και συναισθηματικές. 
Και που είναι επικίνδυνες. Χαρούμενα επικίνδυνες. 
Με υπόσχεση λύτρωσης. 
Επειδή μπορεί και να σπάσουν. Και να δημιουργήσουν αιμορραγίες. 
Και η αιμορραγία σημαίνει πως κάτι ζωντανό αρχίζει να αλλάζει κατάσταση, να διασαλεύεται επικίνδυνα η ηρεμία του, να χάνει αργά την υπόσταση που είχε και πρέπει να προσπαθήσει να ξαναϋπάρξει. 
Να Είναι.
Για να σηκωθεί στα πόδια του ξανά, να χορέψει, να ερωτευθεί, να παίξει, να ταξιδέψει, να κλάψει, να ζήσει.

Θα μπορούσε ίσως να πάει επιτέλους ξανά στην Βαρκελώνη, να καπνίσει ένα τσιγάρο του Θεού πάνω σε μια γέφυρα, να κατέβει είκοσι σκαλιά για να μπει σε κάποιο καφενείο με το όνομα Λάθος, σε καφενείο πούλμαν, να μιλήσει με τα μάτια με αγνώστους που γνωρίζονταν κάποτε από πάντα, να χορέψει μισό ζεϊμπέκικο με ένα από τα Εγώ του και τα υπόλοιπα να τραγουδούν Βαμβακάρη, να κλάψει σαν μικρό παιδί από αίσθηση ζωής, να απελευθερωθεί.

Να σταματήσει να είναι Εξηγητής και να προσπαθήσει να ξαναγίνει Ιχνηλάτης.

Το θέμα, η ουσία λοιπόν είναι πέρα από το story, το πλαίσιο, την πλοκή, τις τεχνικές, τις φόρμες και τις μανιέρες ανάγνωσης. 
Έτσι για την ιστορία, όλα τα έχει, αλλά σε μια κατάσταση "όχι ακόμη".
Ορίστε λοιπόν το "οπότε".
Εδώ μιλάμε για την απογύμνωση όλων αυτών μαζί. 
Μιλάμε για ένα πανηγύρι γύρω από τις σχέσεις του Άλλου με το Εγώ, την εικόνα του, με τον συγγραφέα ως αφηγητή και αφαίρεση, με μια Χριστίνα που δεν μιλάει πολύ λέγοντας τα πάντα, ένα «θα γίνει της πουτάνας», ένα παιχνίδι ρόλων, ένα ανακάτεμα αισθ ήσεων και ψυχών, ένα γδάρσιμο τόσο βαθύ που ξαναγεννάει την λαχτάρα να πέσεις κάτω και να κυλιέσαι σαν πιτσιρίκι στο γκαζόν.
Για να ξαναμάθεις τι είναι ζωή. Τι είναι Λόγος. Τι είναι Γλώσσα, Φίλος, Έρωτας, Παιχνίδι, Είμαι, Υπάρχω, Ζω. 
Να συμφιλιωθείς και να αγαπήσεις ξανά τον εαυτό σου, την εικόνα του, τα λάθη του, τις ήττες και τις ανάγκες του, τόσο, που να τον γράψεις τελικά στα παπάρια σου.
Να ξαναορίσεις το χάος της προσωπικής σου Ύπαρξης. Από την αρχή. Κρατώντας όλα τα προηγούμενα σαν μικρούς θησαυρούς. Την αύρα τους. Τα χνάρια τους.

Η αλήθεια είναι πως δεν νομίζω πως ξέρω πολλά, αλλά να, όταν ΠΡΙΝ πιείς καφέ, ΠΡΙΝ ακόμη στεγνώσει το νερό που έριξες στα μούτρα σου, ΠΡΙΝ βάλεις την πρώτη μουσική για να βγάλεις την μέρα, ΠΡΙΝ ανάψεις το πρώτο τσιγάρο, ΠΡΙΝ πεις την πρώτη καλημέρα στους δικούς σου, αν λοιπόν ΠΡΙΝ κάνεις κάτι από όλα αυτά, έχεις πάρει το βιβλίο και είσαι στο μπαλκόνι διαβάζοντας, ρουφώντας λέξεις τυπωμένες, κενά μεταξύ τους, τους ίσκιους τους, εκείνο που εννοούν, που υπονοούν, εκείνο που δεν λένε, όταν είναι ακόμη πρωι και θες να βάλεις να πιείς, ε τότε, οι πιθανότητες είναι πως μάλλον έχεις πέσει πάνω στην Λογοτεχνία αυτοπροσώπως, που σε έχει αρπάξει από τα αχαμνά και σε κοπανάει κάτω, μέσα-έξω, σε στριφογυρίζει με αεροπλανικά κόλπα πάνω από το κεφάλι, σου ταρακουνάει τα σπλάχνα, σου κάνει τα μάτια να εστιάζουν ανεξάρτητα και ταυτόχρονα αλλού, εδώ, εκεί, μπρος, πίσω, σου πυροδοτεί το μυαλό, σε κάνει να θέλεις να γελάσεις κλαίγοντας από ευχαρίστηση και λύσσα, απορία, δέος, σε κάνει ζηλιάρη, ταπεινό, σου κολλάει στα δόντια την φράση "ωνασουγαμήσωρεκερατά..."

Αν μάλιστα έχεις και θράσος, στέλνεις και ένα μήνυμα τύπου «….Να ξέρεις, θα σε μισήσουν πολλοί γι΄ αυτό! Τυχεράκια!» μαζί με αγαπησιάρικα μπινελίκια. Και από θράσος, π’ανάθεμά με, μερικές φορές υπάρχει περίσσευμα.

Απόψε λοιπόν, αισθάνομαι ευλογημένος.
Και δεν υπερβάλλω καθόλου.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Η Πόρτα, Δημήτρης Τσεκούρας, έρμα, 2019


Έφτασε καθυστερημένος. Δέκα λεπτά περίπου. Είδε κόσμο μαζεμένο απ’ έξω. Αρκετοί όρθιοι, μαζεμένοι έξω από την πόρτα.
Κάποιοι ήταν καθιστοί στα εξωτερικά τραπέζια, αλλά μάλλον ήταν άσχετοι με τα τεκταινόμενα. Στους καθιστούς υπερίσχυε η φωνή ενός νεαρού φοιτητή –μάλλον-, wannabe κάτι, που έδινε την αίσθηση πως καπέλωνε τις κουβέντες των υπολοίπων της παρέας του μιλώντας με στόμφο και σιγουριά για το θέμα. Το όποιο θέμα.
Στους ορθίους, υπήρχαν μικρά πηγαδάκια, χαμηλόφωνα, που αισθητικά τουλάχιστον υπερκάλυπταν τις φανφάρες του φοιτητή. Φαίνονταν επιλεκτικοί άνθρωποι, που έχουν φάει στην μάπα διαφορών λογιών λογύδρια και δεν έδιναν σημασία πια.
Και μέσα όμως, φαινόταν κόσμος καθισμένος να παρακολουθεί.
Αγχώθηκε πως η παρουσίαση είχε αρχίσει και τάχυνε το βήμα.
Προσπέρασε με ελιγμούς, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο χώρος γνωστός, είχε παρευρεθεί και σε άλλες παρουσιάσεις βιβλίων εκεί.

Με το που μπήκε, κοίταξε το πάνελ και δεν είδε κανέναν γνωστό. Σκάναρε και τους καθισμένους και παρακολουθούντες, ούτε κι εκεί.
Μόλις μάλιστα άκουσε και την φράση από έναν από τους ομιλητές «… στην Μακεδονία, όταν εξέλειπε ο κομουνιστικός κίνδυνος…», τα έχασε τελείως.
Ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Το κοινό, δεν φαινόταν να έχει –εξωτερικά τουλάχιστον- κανένα χαρακτηριστικό εκείνων που ήξερε πως θα ήταν στην βιβλιοπαρουσίαση που είχε έρθει να παρακολουθήσει. Δηλαδή, κόκκινα μάτια και κέρατα, μυτερό γενάκι, οπλές τράγου για παπούτσια, μακριές ουρές και τρίαινα στο χέρι.
Δεν υπήρχαν τρίαινες, ούτε μακριές ουρές και οπλές. Αντίθετα ειδε και μερικές γραβάτες. Παλιές.
Φαίνονταν να ήταν «κανονικοί». Θα μου πεις, οι περισσότεροι έτσι φαίνονται. Και εκεί είναι που γίνονται δράματα. Τέλος πάντων.
«Λάθος γαμώ την τύχη μου μέσα!...» μουρμούρισε.
Κοίταξε προς την κλειστή πόρτα που μόλις πριν λίγο είχε διαβεί για να μπει και ξεκίνησε να βγει έξω να ανασάνει και να πάρει ένα τηλέφωνο να δει τι σκατά έγινε.

Ανοίγοντας την πόρτα και ακριβώς απ’ έξω, καθισμένο σε ένα παρτεράκι είδε τον συγγραφέα του βιβλίου. Δεν γνωρίζονταν αλλά τον είχε ξαναδεί. Συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι του και του συστήθηκε ως «φίλος του φβ».
[Πόσο ξεφτίλα ρε συ; Πόσο; Τι μαλακίες λες του ανθρώπου;]
(Σκάσε ρε, εντάξει, έτσι μου βγήκε. Τι θες τώρα;)
Στην πορεία του ανταμώματος των χεριών, ντράπηκε πολύ, «τι σκατά κάνω τώρα; Τι τον ενοχλώ τον άνθρωπο. Του τα ζαλίζουν τόσοι, εσύ γιατί;». Παρ΄ όλα αυτά η χειραψία ολοκληρώθηκε με αμήχανα χαμόγελα και με κερασάκι την ηλίθια ερώτηση «Τι γίνεται;» για να παίρνει την πρέπουσα απάντηση: «Να εδώ, παρουσιάζουμε ένα βιβλίο μου».
«Ναι, το ξέρω, γι΄αυτό ήρθα» ήταν η απάντηση και του έδειξε το μόλις αγορασμένο βιβλίο.
«Οι άλλοι μέσα, τι φάση;;» ξαναρώτησε.
(Μαλάκα, είσαι και θρασύς! Συνεχίζεις να τον πρήζεις τον άνθρωπο…)
Ήρεμη και στωική η απάντηση «Ε, δεν έχουν τελειώσει οι προηγούμενοι…»
Του ψέλλισε κάτι ανούσιο και αποσύρθηκε στα πεζούλια, να τον αφήσει ήσυχο τον άνθρωπο, με την παρέα του. Θα τον άκουγε μέσα άλλωστε.

Ο φοιτητής εξακολουθούσε τα δικά του.
Οι όρθιες συντροφιές εξακολουθούσαν να εστιάζουν στα δικά τους.
Έμεινε να κοιτάζει την Πόρτα.
Όχι του χώρου της παρουσίασης, αλλά το εξώφυλλο του βιβλίου:

Η Πόρτα – Δημήτρης Τσεκούρας / εκδόσεις «έρμα»

Έστριψε τσιγάρο. Ένα. Το κάπνισε. Μετά και ένα δεύτερο. Το κάπνισε κι αυτό. Ο φίλος δεν θα ερχόταν του είπε στο τηλέφωνο. Καθόταν μόνος στο κρύο πεζούλι κοιτάζοντας μια την πόρτα και μια την Πόρτα.
Το βιβλίο δεν το είχε διαβάσει ακόμη. Από τη πόρτα άρχισαν να βγαίνουν απελπιστικά αργά οι «προηγούμενοι». Ανοιγόκλεινε η πόρτα, μπαινόβγαινε κόσμος. Ανοιγόκλεινε την Πόρτα, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του να διαβάσει τίποτα. Όχι εδώ. Όχι τώρα.

Και κάπου εκεί, αισθάνθηκε άσχημα. Για δύο λόγους.

Ο ένας ήταν που, είχε περάσει ένα σαραντάλεπτο από την προγραμματισμένη έναρξη της παρουσίασης του βιβλίου και οι «άλλοι» μέσα δεν είχαν τελειώσει. Και όταν τελείωναν, οι σερβιτόροι θα προσπαθούσαν να ετοιμάσουν λίγο την αίθουσα, ώστε να μπουν οι επόμενοι. Φύγε εσύ - έλα εσύ δηλαδή. Διαδικασία φασόν. Και θεωρούσε πως αυτό ήταν προσβλητικό τόσο για τον κόσμο που περίμενε, όσο -και κυρίως- για τον συγγραφέα.

Ο άλλος λόγος ήταν πως, δεν είχε διαβάσει το βιβλίο. Και αυτό ήταν προσβλητικό για τον ίδιο.
(-Να καταλάβεις τι ρε χάπατο; Αφού δεν το έχεις διαβάσει…
-Σκάσε ρε! Ήρθα τώρα, πάει…)
Και σαν μην έφταναν αυτά, είχε δείξει και θράσος να πάει να του απλώσει την χερούκλα του και να του συστηθεί. Ως «φίλος από το φβ». Δεν του έλεγε καλύτερα· «Καθηγητής και Γονιός – Ερασιτέχνης Πορτιέρης δηλαδή». Πιο πετυχημένο θα ήταν.

Σηκώθηκε και έφυγε. Ήρεμα. Σιωπηλά. Χωρίς δικαιολογίες. Απλά, έφυγε.

Δεν θα ευχαριστιόταν την παρουσίαση, το ήξερε πια μέσα του.

Ίσως μιαν άλλη φορά.
----------------……..------------

Μερικές μέρες μετά αποφάσισε να διαβάσει το βιβλίο.
Είχε φροντίσει βέβαια με προσοχή, να μην διαβάσει από πριν ΚΑΜΙΑ κριτική ή παρουσίαση για το βιβλίο. Ήθελε να έχει το μυαλό «καθαρό». Το δικαιούνταν και ο συγγραφέας και ο ήρωάς του. Και ο ίδιος. Μπας και ξεπλενόταν λίγο κι εκείνη η εντελώς αποτυχημένη «αυτοσύσταση». (Άκου ρε ¨φίλος του φβ¨! Βλάκα, ε βλάκα!...)

Θυμόταν πως ήταν μέρος τριλογίας. Εσωτερικό βιβλίο. Ημερολόγιο. Καταγραφή. Προσωπική. Αλλά όχι μόνο. Με χιούμορ. Ιδιαίτερο. Άλλοτε υποχθόνιο, άλλοτε πιο φανερό. Με σκέψεις οικείες. Κάποιες φορές επικίνδυνα οικείες. Με την οπτική του μέσα και του έξω να μπλέκονται η μια μέσα στην άλλη. Και κινηματογραφικές-σεναριακές αφηγήσεις σε κάποια σημεία. Και αυτοσαρκασμό, αυτοέκθεση, αυτολύτρωση. Μπα, όχι αυτολύτρωση. Αυτοανάλυση και αυτοκριτική. Συνεχή. Κάργα στους συμβολισμούς και στους εσωτερικούς μονολόγους. Και έντεχνα κρυμμένα μέσα, ως κομμάτια του όλου, και θέατρο και ψυχολογία και ψυχανάλυση και καταραμένοι συγγραφείς. Μάλιστα, όταν εντόπιζε κανένα τέτοιο και δεν ήταν σίγουρος, το γκουγκλαρε. Και το έβρισκε. Και χαμογέλαγε για το «συγγραφικό κόλπο» της ενσωμάτωσης. Σαν μικρά τεστ. Αόρατα. Για «αυτοτεστάρισμα» του αναγνώστη. Ωραιότατα.

Του άρεσε αυτή η γραφή. Μέσα από το προσωπικό του φίλτρο, του θύμιζε πολλά. Σκόρπια και χρόνια πίσω, αλλά πολλά. Κάτι φίλους που έφυγαν, κάτι παλιά κόμικ, κάτι παλιά βιβλία κάτι μισά μεθύσια και κάτι βαθιές κουβέντες. Που δεν τελείωσαν ποτέ. Επειδή δεν έπρεπε να τελειώσουν. Επειδή, σκόνταφταν πάνω στο θεμελιώδες ερώτημα: «Από ποια μεριά της Πόρτας είσαι, τι βλέπεις, τι επιθυμείς, που θες να πας, γιατί πρέπει να επιλέξω, ποιος μαλάκας καθορίζει που θα μπαίνουν πόρτες, τι χρήση θα έχουν, πότε τις περνάμε, τι σκατά χρειάζονται στην τελική, ποιος είσαι ρε; - εσύ είμαι ρε βλάκα, τι υπάρχει από την άλλη μεριά, υπάρχει όντως άλλη μεριά;» και τέτοια.

Και για να έρθει να δέσει το όλο σκηνικό της ανάγνωσης, έβαλε στο γιουτουμπ και έπαιζε αποκλειστικά Genesis, Emerson-Lake & Palmer, Pink Floyd.
Ειδικά με τους Floyd, τα The Wall, The Division Bell, The Endless River, έφτιαξε ένα φοβερό προσωπικό soundtrack.

Τελικά, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο με τις Πόρτες.
Όσο μυστήριο κρύβουν κλειστές, άλλο τόσο δέος παρουσιάζουν μισάνοιχτες.
Φαντάσου λοιπό τον πανικό όταν δεν υπάρχουν καθόλου. Ή όταν απομυθοποιούνται.
Αμέτρητες οι ιστορίες και οι επιλογές.

Αποφάσισε τελικά, πως καλύτερα που έφυγε στην παρουσίαση. Το διάβασε το βιβλίο και το «βίωσε» μόνος του. Με τον εαυτό του. Όπως πρέπει πρώτα ο καθένας να αναμετριέται. Να αποφασίσει ο καθένας ποια κλειδιά του αντιστοιχούν σε ποιές πόρτες και αν τελικά αξίζουν να υπάρχουν ως τέτοιες. Και γιατί. Και μέχρι πότε.
Και τέτοια ζυγίσματα, καλό είναι να γίνονται πρώτα ιδιωτικά.
Και έντονη η αίσθηση  πως κάπως έτσι θα προτιμούσε και ο ίδιος ο συγγραφέας να «βιωθεί» η ανάγνωσή του. Μάλλον δηλαδή. Στην τελική, ό΄τι ήθελε να πει το είπε. Το τι θα αποθησαυρίσει ο κάθε αναγνώστης, δεν το ορίζει πια. Και δεν τον αφορά ίσως.
Αλλά με τα ιδιαίτερα βιβλία και τις ιδιαίτερες γραφές δεν μπορείς να είσαι και ποτέ σίγουρος 100%.
Όπως και με τις μισάνοιχτες ή ξεχαρβαλωμένες πόρτες.

Εν κατακλείδι· ήξερε πια πως του άρεσε το βιβλίο και θα το ξαναδιαβάσει κάποια στιγμή.
Αυτά και fade out…

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Οι Πικροί Άνθρωποι - Νίκος Κυριακίδης, Όστρια, 2018



Ως συναίσθημα δεν περιγράφεται εύκολα. Όπως και η αποτίμησή της. Δεν μεταφέρεται. Δεν δανείζεται. Δεν εξηγείται. Τα συμπτώματά της είναι εκείνα που περιγράφονται πιο εύκολα.
Μπορεί να γίνεται αντιληπτή με διαφορετικούς τρόπους, σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους.
Είναι βίωμα η Πίκρα.
Είναι η αναμέτρηση του θέλω με το μπορώ.
Του αξίζω με το έχω.
Του επιθυμώ με το κατάφερα.
Εμφανίζεται πάντα παρέα με την συνειδητοποίηση. Με την έλλειψη εναλλακτικών. Με την αδικία. Με την εξάπλωση της ασχήμιας. Με την αναστολή της ομορφιάς. Με το πέρασμα ανενεργού χρόνου. Με την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων. Και με πολλές άλλες αιτίες.
Η δυσκολία περιγραφής της με ξεκάθαρα και στέρεα λόγια, ενισχύουν περισσότερο το εσωτερικότητα της υφής της.
Και όπως γίνεται και σε οτιδήποτε «εσωτερικό», κάπου εκεί, αναλαμβάνει η Τέχνη να καταγράψει. Να εξηγήσει.
Όπως η μουσική, η ζωγραφική, η λογοτεχνία.
Και κυρίως η Ποίηση.
Εκεί κοντά παίζουν τον ρόλο τους και οι Συμβολισμοί.
Οι Επιλογές.
Οι Εικόνες.
Και αρκετά συχνά και το Τυχαίο.
Συνδυαζόμενα έτσι ώστε να κρατήσεις τελικά στα χέρια σου, σε μορφή βιβλίου, το τυπωμένο σε λέξεις θερμικό αποτύπωμα των ανθρώπων μιας πικραμένης χώρας.
Των Πικρών Ανθρώπων.
Που αρκετούς τους ξέρεις, τους έχεις δει, τους έχεις νιώσει.
Κι ας μην τους γνωρίζεις.
Και κάποιους τους είδες και στην παρουσίαση του βιβλίου.
Αναγνωρίζεις το αποτύπωμα που αφήνουν οι ζωντανοί και όσοι θεωρούνται ως τέτοιοι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, είτε παρόντες είτε όχι.
Χαμογελάς πικρά με την σιωπηλή αισθητική των λέξεων ασπρόμαυρη βροχή πάνω από τον βίο και την καθημερινή προσπάθεια ζωής.
Περπατώντας, μουρμουρίζοντας ή τραγουδώντας.
Καθρέπτης ειλικρίνειας  του προσωπικού στο κοινωνικό.
Και το αντίστροφο.
Ένα βιβλίο - φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ένα συντροφικό σιωπηλό βλέμμα, μια άτυπη συνοδεία για όσους σκέφτηκαν κάποια στιγμή
«… πως πλησιάζει η επιστροφή στο σπίτι.
Μια ακόμη δύσκολη επιστροφή που όμως αξίζει
Όσο μια ολόκληρη ζωή.
Άχτιστο ακόμη, μα νάχει θέση τ’ όνειρο πως κάτι μετά θα έρθει…»
Κι έχουμε ανάγκη την καταγραφή της αισιόδοξης απαισιοδοξίας μας.
Έχουμε ανάγκη να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι μας.
Αλλιώς οι ανάσες στην «μαύρη χώρα» μυρίζουν θειάφι και αποσύνθεση.
Και προκαλούν ανυπόφορο το αίσθημα πνιγμού σε όλους όσους «ζούμε με την μύτη».
Γι΄ αυτό και επιμένουμε.
Η επιβίωση περνάει μέσα από την κίνηση, τις λέξεις, τα χρώματα, την θάλασσα.
Κι αυτό που σημαίνουν.
«… Ακόμη υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν να παίρνουν τα πόδια τους
Να διασχίζουν την μαύρη χώρα πέρα-δώθε και μέσα στη νύχτα
Ονειρεύονται κάτι γαλάζιο…»
Συνέχεια.
Έστω και ερήμην κάποιες φορές.
Γνωρίζοντας σιωπηλά πως
« …Ο πεθαμένος ήλιος
Ξαναγεννιέται κάθε μέρα»

Ο κώδικας των Πικρών Ανθρώπων, κρύβεται στα μάτια εκείνων που χαμογελούν πικρά ο ένας στον άλλον.
Και δεν χρειάζεται να πουν πολλά.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Σπουδή στο κίτρινο – Δημήτρης Χριστόπουλος , 2018 , «Το ροδακιό». (Προσωπική ανάγνωση)



Ξεκινάς να διαβάσεις ένα βιβλίο που σου σύστησε φίλος. 
Είσαι αρχικά λιγάκι μαγκωμένος, αφενός επειδή «ξέρεις» διαδικτυακά τον συγγραφέα, ήπιατε και ένα τσίπουρο σε κοινή εκλεκτή παρέα. 
Το έχεις ήδη στα χέρια σου, αλλά τελικά, όπως στα περισσότερα πράγματα, είναι ο χρόνος που επιλέγει πότε θα το ξεκινήσεις.

Δεκαοκτώ ιστορίες, που η μια συνδέεται με την άλλη, όπως οι ιστορίες των ανθρώπων στην πραγματική ζωή. Ξεκινάς να το διαβάζεις όσο βρίσκεσαι μέσα στα έλατα, στα 1200 μέτρα. Το τελειώνεις μέρες αργότερα, κοντά σε θάλασσα. 
Είναι που έπρεπε να παίρνεις ανάσα μετά από κάθε ιστορία. 
Μπούκωνε το λαρύγγι, φούσκωνε το στήθος. 
Επειδή, από την πρώτη ιστορία, άρχισες και εισέπραττες οικείες εικόνες, σκέψεις και συλλογισμούς και αντιδράσεις, πολύ γνωστές, σκάψιμο κανονικό και βαθύ, μέσα σε ένα παλλόμενο  κίτρινο φόντο, ζωντανό αλλά ξεθωριασμένο, μια πραγματικότητα μέγγενη, ένα πανωφόρι που μπάζει από παντού, σαν τρύπια κουρελού, μοναδικό σκέπασμα για μοναξιές και απώλειες, ο εγκλωβισμός στα απόνερα κρίσης, κοινωνικής, οικονομικής αλλά κυρίως εκείνης που πονάει περισσότερο, που αφήνει χαλάσματα, που ισοπεδώνει, η προσωπική, η εσωτερική κρίση. 
Εκείνη που καμία στατιστική δεν θα ασχοληθεί ποτέ μαζί της, που δεν καταγράφεται επισήμως και αρμοδίως, που δεν μετριέται με μαθηματικούς τύπους. 
Ανακαλύπτεται μόνο στα βλέμματα, στις πράξεις, στις αλλοτριωμένες σχέσεις. Και στην αίσθηση που έχουν οι δρόμοι στα Καμίνια, τον Πειραιά, στην Δραπετσώνα, στην Νίκαια, στην Αθήνα, όταν έχεις συνεπιβάτη την μοναξιά στο αυτοκίνητο της ζωής και είναι αργά πια για να νυχτώσει και νωρίς να ξημερώσει. 
Και μένεις να κοιτάζεις εκείνο το θολό κίτρινο στις λάμπες του δρόμου.

Από «ουφ» σε «ουφ», κάθε ιστορία, γι΄αυτό και όρισε τον δικό της χρόνο η ανάγνωση.

Οι κραυγές που δεν έχουν διαφυγή, που μένουν μέσα, οι εκπτώσεις σε εκείνα που υπήρξαν οδηγός ζωής, το ανώφελο, το πλανημένο, το ανικανοποίητο, το προδομένο. 
Καταγεγραμμένα ένα προς ένα. 
Κι όταν κάποιοι χώροι που διαδραματίζονται είναι και σημεία της προσωπικής σου πορείας και αναφοράς, όταν οι σχέσεις και οι αντιδράσεις των ανθρώπων-ηρώων έχουν εμφανιστεί ολοζώντανες μπροστά σου και πάνω από μια φορές στην πραγματική ζωή, στους χώρους που κινείσαι, που ζεις, που εργάζεσαι, που υπάρχεις, τότε δεν έχει νόημα κανενός είδους «κριτική».

Ευχαριστείς απλά τον συγγραφέα και τον φίλο που σου το πρότεινε. Και κοιτάς πέρα. Αλλού. Εκεί που το κίτρινο ξεφεύγει από το καλό και το κακό, από το δέον και το απευκταίο και μπορεί να δέσει σκέψεις, αισθήσεις, ζωές.

Επειδή τελικά, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου πως εκείνο το φούσκωμα στο στήθος, εκείνες οι βαθιές ανάσες, εκείνα τα αποτσίγαρα στο τασάκι όσο διάβαζες, εκείνα τα «ουφ», αν μη τι άλλο, τα αισθάνονται κι άλλοι.

(Προτεινόμενη μουσική υπόκρουση: https://www.youtube.com/watch?v=o9lCtkEnf9A )


Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Προσωπικές αναγνώσεις: Πάνος Κουτούλιας - Προϊστορία για έναν (Εκδόσεις Υποκείμενο)

Οι συζητήσεις με τον Κώστα πάντα ήταν μεστές νοήματος.
Η συγκεκριμένη, είχε –ξανά- οδηγηθεί σε μονοπάτια γύρω από την Τέχνη, την Διαλεκτική, την Λογοτεχνία, την Ποίηση.
Συζητούσαμε για τις απίστευτες πένες που βρίσκει κανείς τυχαία στο διαδίκτυο, σε κάτι μπαρ της περιφέρειας, σε κάποιες μαζώξεις των δέκα ανθρώπων, σε τραπέζια φαστ φουντ.
Την γενιά που γράφει αποφεύγοντας την επιφάνεια και δεν γουστάρει να κάνει ντόρο, δεν σκηνοθετεί την γραφή της, δεν ενδιαφέρεται για καμία «σφραγίδα έγκρισης». Την γενιά που καταγράφει τον εγκλωβισμό της και μας τον τρίβει στα μούτρα.
Από εκείνη την κουβέντα, θυμήθηκα σήμερα, για άλλη μια φορά, το:
«Ξέρεις, από αυτή εδώ την γενιά, την πιεσμένη, της κρίσης, θα βγει μια γλώσσα που θα είναι κάτι εντελώς καινούριο. Κάτι που θα έχει το δικό της νόημα, τον δικό της κώδικα, χωρίς παρελθοντικές αγκυλώσεις. Και οι ιερές αγελάδες θα ψάχνονται να καταλάβουν τι γίνεται…»

Εδώ λοιπόν, κάτι έντονο μέσα μου, μου λέει πως έχουμε ακριβώς μια τέτοια περίπτωση.

Ένας νέος –πιο κυριολεκτικά δεν γίνεται- ποιητής που σε βουτάει από το γιακά και το γουστάρεις.
Σε βάζει να ανακαλύψεις ξανά γιατί είναι όμορφη η Ποίηση.
Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, κεφαλοκλείδωμα η γραφή του.
Από τα γερά, τα ζόρικα, εκείνα που δεν ξεφεύγεις.

Μαζεύοντας λοιπόν τα σαγόνια μου από το πάτωμα, ανάβω τσιγάρο μισοζαλισμένος και  το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να εύχομαι και να ελπίζω και σε επόμενα βιβλία του.

(Υ.Γ.
Τελειώνοντας αυτό το μικρό κείμενο έκανα μια αναζήτηση στο διαδίκτυο και βρήκα μια ωραιότατη και επεξηγηματικότατη κριτική για το βιβλίο.

Απολαύστε την πατώντας εδώ! )

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Και να σκεφτείς, είχαμε σχεδόν νικήσει... - Πασχάλης Παπατσαρούχας (και μια αίσθηση ανάγνωσης)


Ξέρεις, κάποια πράγματα θα πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποτε.

Χρωστάμε πολλά.

Στους «αλητάμπουρες» ήρωες.

Όχι σε εκείνους τους χυδαίους που νομίζουν πως η ζωή τους χρωστάει τα πάντα.
Τους άλλους.

Εκείνους, που έχουν συνειδητοποιήσει πως χρωστούν στην ζωή, από γεννησιμιού τους, τα πάντα.
Και σέβονται.
Την ζωή, τον Έρωτα, τους φίλους, τον κόσμο που ζει γύρω τους.

Τους ίδιους, που τρώγονται εσωτερικά με τις ανασφάλειες τους, που δεν διστάζουν να βγαίνουν φόρα παρτίδα και λένε όσα πιστεύουν και όχι όσα πρέπει.
Τους συνεπείς λόγων και πράξεων.

Τους τύπους που πάνε από το Εγώ στο Εμείς με γνώση του ρίσκου και διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα. Με σεβασμό στον εαυτό τους και όλους τους γύρω.

Όσους δεν εξαργυρώνουν την τύχη τους σε λόμπι και κέντρα αποφάσεων, αλλά τρώνε στην μάπα το χημικό και την χλαπαταγή της μάχης, της εσωτερικής τους ή της έξω και ξέρουν γιατί έκαναν τις επιλογές τους, που υπάρχουν και αναπνέουν στην κίνηση και στον επανακαθορισμό του σημαντικού, θυμίζοντας τον Μισέλ Πικολλί στο Themroc, στην σκηνή που τα όργανα της τάξης τον βομβαρδίζουν με καπνογόνα την ώρα που κάνει έρωτα, έχοντας γκρεμίσει ο ίδιος τους «προστατευτικούς» τοίχους του σπιτιού του, κοινοποιώντας σε όλους το μέσα του.

Εκείνους τους τύπους, που μπορούν να διακρίνουν τα λάθη τους και να τα αποδέχονται, κουβαλώντας τα μαζί τους με αγάπη και σεβασμό στον εαυτό τους. Και μιλάνε γι’ αυτά χωρίς φόβο. Γιατί μέσα από αυτά έμαθαν να είναι.

Εκείνους που, ότι πρέπει να ειπωθεί θα το πουν, πιστοί στην δέσμευση του αίματός τους. Και των άλλων.

Όσους άδολα δέσμευσαν τα πάντα στην πρώτη φορά, που πήραν τις αριστερές στροφές γκαζώνοντας και με οξυμένο ένστικτο και γνώση, αναγνώρισαν τα όρια πριν εξοκείλουν δεξιά και τσακιστεί η μηχανή. Και δεν το κράτησαν μέσα τους αλλά ενημέρωσαν και τους άλλους.

Που ξέρουν να διαβάζουν την στραβή την πλεύση, να αναγνωρίζουν τον στραβό γιαλό και τις στραβοτιμονιές μεσοπέλαγα, που κατανοούν από καρδιάς και όσους εξαρχής δεν ανέβηκαν στο μπάρκο, αλλά και όσους επέλεξαν να αποβιβαστούν νωρίς. Και πήγαν και τους βρήκαν πάλι.

Είναι λοιπόν, εκείνοι οι «αλητάμπουρες» που κάνουν εκείνο που πρέπει, με τα οξυμένα κριτήρια και το ακονισμένο βλέμμα, που έχουν χίλια πράγματα στο μυαλό τους, όλα σημαντικά, όλα να συνδέονται, οι ελεγχόμενα αυτοκαταστροφικοί που ζουν πασχίζοντας να ισορροπήσουν το μέσα με το έξω, παίζοντας fair play κι ας το πληρώνουν.
Που δεν διστάζουν να αναμετρηθούν με την προδοσία και τα μαύρα φίδια του μυαλού.

Που ξέρουν πως ο Έρωτας, εκτός από δυο τσιγάρα αναμμένα ταυτόχρονα με ένα σπίρτο, σε ένα στόμα, εκτός από εκρηκτική διευθέτηση του Εαυτού, είναι και μια τεράστια ζυγαριά. Εύθραυστη. Ισορροπιστής διαφορετικών Εγώ. Που πάντα κινείται χωρίς να ισορροπεί. Γι’ αυτό και όλα έχουν σχέση με αυτόν.

Εκείνους που επιζητούν να αισθανθούν στην πράξη «το τίποτα να μοιάζει πιο πολύ και από το περισσότερο». Έστω και την τελευταία στιγμή.

Χρωστάμε λοιπόν φίλε σε όσους μας θυμίζουν πράγματα.

Σε όσους μας ανοίγουν μονοπάτια με την παρουσία τους.

Σε εκείνους που οι δεσμοί αίματος και η φιλοσοφία ζωής, τους κάνει να προσπαθούν να μην ισοπεδωθούν από το σύστημα, ευελπιστώντας πως με αυτή την ύστατη αντίσταση θα αλλάξει το σύστημα. Όπως έλεγε και ένα παλιός και αξέχαστος γνωστός…

Επειδή τελικά, ο Έρωτας είναι πάντα το όχημα όλων όσων είμασταν και ότι θα γίνουμε.
Το αρχέγονο άλλοθι της προσωπικής μας ιστορίας.
Ο θεμέλιος λίθος.

Και εμείς οφείλουμε να προσπαθούμε να χτίζουμε πάνω σε αυτόν.


Ελπίζοντας να ξαναγεννηθούμε σε έναν Έρωτα μέσα…

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Χρόνος - Νίκος Κυριακίδης (και μια προσωπική αίσθηση ανάγνωσης)


Τα έχεις κι εσύ τα σπαράγματα αναμνήσεων;
Τα βλέπεις στον ύπνο σου;
Ξεπροβάλλουν από σκιές σε καλοκαιρινές αυλές;
Από σύννεφα σταχτιά που μοιάζουν με ορτύκια;
Αυτά σε γεμίζουν αγωνία για ότι θα μπορούσε και δεν;
Της είπες όσα έπρεπε όταν;

Και δεν μου λες, όταν σκέφτεσαι τον Χρόνο σου, πόσα καλοκαίρια φοράει;
Πόσο σε καίει ο Ήλιος ακόμη και αθέατος;
Όσο σε ρουφιανεύει το Φως με τις σκιές του, θυμάσαι ποιος κάνει κουμάντο

Κι αν ο Χρόνος έχει χρώμα, τότε είναι οπωσδήποτε Κίτρινο
Σαν παιδικά καλτσάκια νεκρών παιδιών
Για να φαίνονται πιο έντονα όλα τα σκοτάδια, όλα τα γκρι της ζωής, το νερουλιασμένο αίμα, όσα σαπίζουν όταν παρέλθουν

Σου έχει τύχει να παραμιλάς, να το ξέρεις και να βγάζεις συμπεράσματα ζωής σκεπτόμενος άψυχες κούκλες;
Όλοι ξέρουν κι ας μη το μολογάνε, 
ο παρατηρητής του Χρόνου, φοβάται
με την σιωπή της μνήμης και την απουσία της,
με την θάλασσα που δείχνει ψευδοαιώνια και τον μπερδεύει,
με τα νέα μάτια που πολλοί τα λένε ψευδαισθήσεις

(Και πως το έλεγε ο Νικολαϊδης στην Γλυκιά Συμμορία; «Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος, δεν τελειώνει ποτέ…»
Κι άρχιζε συχνά με βροχή
Και με λάσπες παρούσες ή κάπου εκεί γύρω
Και πτώματα)

Τα δε καναρίνια, σαν ψυχές Χρόνων, πάντα κίτρινα, ζωντανά ή νεκρά

Υπονοούνται παλαιά κελαϊδίσματα

Και μικρά παιδιά πάνω κάτω

Ζωντανά ή κάποτε

Οι στιγμές, μικρές δηλώσεις ύπαρξης, έχουν αποσπάσματα με λατινικούς αριθμούς μπορούν να λένε μια ιστορία ή πολλές,
έχουν τίτλους και συγχρονίζονται ταυτόχρονα ή παράλληλα ή επάλληλα,
με κίτρινα κοψίματα και εισαγωγικά
που έχουν ενσωματωμένες όλες τις παλιές απόπειρες
Απόπειρες Ζωής
Κίτρινης
Πρώην

Και λέξεις οικείες που σκάβουν
Πτυχές εγκεφαλικού ζελέ
«σε μέρη που γίνεται χάδι το αίμα
Και περιμένω στον άδειο δρόμο…»

...Φίλους
Που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να κιτρινίσουν κι αυτοί

Τουλάχιστον κάτι έμαθα πια     
    
Ας πούμε·
«Κάνω τον κοινωνικό, κατάμονος
Διαβάζω πολύ, μέχρι την σελίδα είκοσι,
Το πολύ.
Δεν είναι βέβαια γιατρέ, ασυνήθιστα αυτά τα πράγματα»

Οι Φίλοι και πάλι
Ιδίως όταν φυσάει…


(Παραληρηματικό και αχτένιστο κείμενο-απόνερο ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής «Χρόνος» του Νίκου Κυριακίδη, εκδόσεων «Σαιξπηρικόν»
Αποκλειστική μουσική ανάγνωσης: https://www.youtube.com/watch?v=953o5iD688Q )