Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Θε μου η Γιούρα... – Γιάννα Κουκά, εκδόσεις Ιδιώνυμο, 2024

 


Που λες, μάλλον θα πρέπει να είναι η φύση μας τέτοια. Τουλάχιστον, κάποιων.

Να έχουμε πάντα χώρο μέσα μας για εκείνα που οι δικοί μας, οι κατάσαρκα δικοί μας,  ζήσανε.

Να τα σκεφτόμαστε. Να τα αναλύουμε. Να τα ζυγίζουμε. Να τα μετράμε. Ξανά και ξανά.

Και να μας διαλύουν. Να μας πετσοκόβουν. Και μετά, να μας ξανακάνουν. Από την αρχή. Σαν ψηφιδωτό. Ένα-ένα τα σπασμένα κομματάκια. Να μεγαλώνουμε με αυτά. Σε ανάστημα. Να είμαστε.

Το σκέφτομαι και το ξανασκέφτομαι που λες. Εδώ και χρόνια. Και έχω κατασταλάξει στην οπτική μου.

Πως κουβαλάμε μέσα μας δηλαδή, όσα οι δικοί μας άνθρωποι έζησαν, στερήθηκαν, κατάφεραν, έχασαν, αγάπησαν, άφησαν, ήθελαν, πίστεψαν, ονειρεύτηκαν. Κι όταν μας έρχονται στιγμές που μας παίρνει από κάτω, φέρνουμε την μορφή τους ξανά μπροστά μας, βουτάμε το είναι μας στην μνήμη, να πιστοποιήσουμε πως όντως υπήρξαν οι κοινές μας στιγμές που μας καθόρισαν, επιβεβαιώνοντας έτσι πως είμαστε κομμάτι τους, πως είναι κομμάτι μας, πως υπήρξαμε και ζήσαμε. Μαζί. 

Κι επιπλέον κι ας μην μας το ζήτησαν ποτέ κι ούτε θα το ήθελαν, νοιώθουμε πως πάντα θα υπάρχει ένα χρέος.

Όχι σαν βάρος όμως. Σαν υπόσχεση. Σαν αέρινος δεσμός.

Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι λοιπόν, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, πορευόμαστε στην ζωή μας με την απώλειά τους.

Και θέλουμε να την κάνουμε να αξίζει.

Και θέλουμε να πορευόμαστε με τέτοιον τρόπο που να δίνει νόημα σε όσα μας άφησαν παρακαταθήκη. Σε όσα δεν πρόλαβαν. Που για εμάς τα ήθελαν. Τίποτε για τους ίδιους. Μας δίνει κουράγιο να αισθανόμαστε πως θα είναι κι αυτοί περήφανοι για όσα εμείς με την σειρά μας ετοιμαζόμαστε να αφήσουμε στους επόμενους. Όσο μικρά κι αν είναι. Αρκεί ετούτον τον κόσμο να κάνουν λίγο καλύτερο.

Που λες, είμαστε κάμποσοι που κουβαλάμε μέσα μας τους νεκρούς μας. Σαν οδηγό, σαν πυξίδα. Ανάλαφρους, σαν όμορφα πανέρια με  ανοιξιάτικα λουλούδια. Ανθισμένα κι ευωδιαστά κάθε εποχή.

Ετούτο το μικρό βιβλιαράκι είναι άλλη μια ψηφίδα στο μωσαϊκό εκείνων που πάλεψαν για εμάς πριν από εμάς.

Σπονδή κι εβίβα.


Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Έλα να παίξουμε - Δημήτρης Χριστόπουλος, (Το Ροδακιό - 2024)

 


Έχεις καιρό τώρα που δεν τα πας καλά με τις λέξεις.

Σαν να στέρεψαν, σαν να έχασαν το νόημά τους, σαν να περιφέρονται πλέον ερήμην σου τα ίδια σου τα κομμάτια σε μια καθημερινότητα θολή και ανούσια.

Σαν να μην βλέπεις μέλλον.

Σαν να μην έχεις παρόν.

Στο παρελθόν δεν θέλεις να γυρνάς συνέχεια. Δεν θέλεις ακόμη να δηλώσεις συνθηκολόγηση.

Έτσι, οι λέξεις σου βολοδέρνουν από εδώ κι από εκεί σαν άστεγοι κουρελήδες. Δεν ζητούν τίποτα, δεν διεκδικούν, δεν οδηγούν πουθενά. Απλά υπάρχουν. Ερήμην.

Μόνο ένα γύρω-γύρω όλοι παίζουν, χωρίς σκοπό, χωρίς ουσία, χωρίς νόημα.

Δεν θέλεις να ακους λέξεις, δεν θέλεις να λες λέξεις, μπούχτισες από τα κρυμμένα τους, απογοητεύτηκες από τα φανερά τους. Ηζωή κυλάει φιλαράκι. Κι εμείς λέμε πολλά. Και ανούσια. Ανέραστα. Ασυνάρτητα. Ανώφελα.

Όλη σου η προσοχή στην μουσική τελευταία. Ήχοι που αντικαθιστούν γραμματικούς και λόγιους κανόνες, αίτιο και αποτέλεσμα, αρχή-μέση και τέλος.

Από ένα σημείο και μετά μάλιστα, ούτε καν τραγούδια με στίχους δεν θέλεις να ακούς. Κι ας λένε για τα περασμένα σου, ας ξεθάβουν τα παραχωμένα σου. 

Αν ξεπέσουμε στην νοσταλγία, τελειώσαμε.

Έτσι σου λέει το ένστικτό σου, έτσι πράττεις. Αυτό έκανες άλλωστε ανέκαθεν. 

Και πλήρωνες το τίμημα, όποιο κι αν ήταν.

Περιμένει που λες κι ο φίλος ένα κείμενο, του είπες θα το παλέψεις, αλλά δεν σου βγαίνει τίποτα. Σαν να σου έχει ρουφήξει όλο το μέσα σου ο εγκλωβισμός της επιβίωσης.

Από ένστικτο μέσα σε αυτήν την παραζάλη του Τίποτα, παίρνεις και το βιβλίο του Δημήτρη Χριστόπουλου «Έλα να παίξουμε».

Επειδή είσαι σίγουρος πως μόνο για παιγνίδι δεν θα λέει. 

Και κάτι σου λέει πως αν είναι να ξαναβρείς το νήμα του παιγνιδιού των λέξεων, θα σε βοηθήσει η ανάγνωσή του. 

Τουλάχιστον θα το προσπαθήσεις. 

Και έχεις εμπιστοσύνη στον συγγραφέα. 

Σε έχει ξαναγδάρει στο παρελθόν.

Και ξεχειλίσανε από τις σελίδες του οι ένοχες σιωπές, οι αναβολές, οι συμβιβασμοί, τα ανομολόγητα, οι ομορφιές και η σκοτεινιά των απλών πραγμάτων, τα κρυμμένα ζόρια του κόσμου γύρω σου, που άλλα δεν μπορούσες να φανταστείς, άλλα δεν άφηνες να σε αγγίξουν όταν θα έπρεπε, οι ασχήμιες των μέσα κόσμων που δεν είναι απαραίτητα εκείνες που όλοι νομίζουν, οι αλληλουχίες γεγονότων και τυχαίου που σημαδεύουν και καταστρέφουν ζωές, τα απωθημένα και η τιμή τους, τα τραύματα και η σιωπή τους, τα στερεότυπα και η ισοπεδωτική τους φύση, το κόστος του ξεκαθαρίσματος με τον εαυτό σου, το ναύλο για το Πέρασμα, η Σκιά που αφήνει κανείς με την διέλευσή του, το Ταμείο που οφείλει κανείς να κάνει νωρίς. Για να απελευθερωθεί, να ανασάνει, να προχωρήσει.

Και κάπως έτσι, θυμάσαι πάλι και αισθάνεσαι που λες τυχερός, που έχεις μερικούς φίλους που γράφουν λέξεις που σε βοηθάνε να γδέρνεσαι. Να φεύγει η ασχήμια του κόσμου από πάνω σου. Και κυρίως, από μέσα σου.

Και μακαρίζεις τον εαυτό σου που έτυχε και έχεις και μερικούς άλλους φίλους, που αν και δεν γράφουν, βγαίνει χωρίς έλεος και φτιασιδώματα η ζωή στις κουβέντες τους. Ακόμη καλύτερα δε, τις βλέπεις στα μάτια τους και στον τρόπο που τσουγκρίζετε τα ποτήρια σας.

Και παίρνεις μια ανάσα ανακούφισης.

Που το ένστικτό σου τουλάχιστον λειτουργεί ακόμη.

«Τίποτα δεν έχει χαθεί ακόμα. Ονειρεύεσαι.»


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Το χιόνι των Αγράφων - Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (Κίχλη, 2021)

 


Είναι που έχεις μιλήσει γι΄ αυτά, εδώ και πολλά χρόνια με παλιούς που τους πρόλαβες ζωντανούς.

Μετράγανε τα λόγια τους όταν αφηγούνταν. Έβλεπες να υγραίνονται τα μάτια και να κοιτάζουν οι κόρες των ματιών τους πέρα. Που έζησαν στο πετσί τους την φρίκη, το άδικο, την προδοσία.

Σου έχει πει και ο παππούς σου για τις πέντε φορές που τους έκαψαν το σπίτι.

Τις τρεις ο Εθνικός Στρατός, τις δύο ο Δημοκρατικός. Και για τις δύο άδειες που έκρυβε, την μία στην τραγιάσκα και την άλλη στο παπούτσι. Για να περνάει με τον γάϊδαρο από τα μπλόκα των φαντάρων και των ανταρτών, μπας και καταφέρει να βρει κανένα ξύλο να ζεσταθεί η οικογένεια.

Και για τα αδέρφια του σου είχε πει. Τον μεγάλο που αυτοκτόνησε με χειροβομβίδα για να μην τον συλλάβει ο Εθνικός Στρατός και τον μικρό που ήταν φαντάρος νεοσύλλεκτος και τον σκότωσαν οι αντάρτες στην Καρδίτσα. Και τον μεσαίο που δεν άντεξε τον πόνο και κλείστηκε στον εαυτό του.

Και τον πατέρα του, τον προπάππου σου,  που τον έσφαξαν ο Μάϋδες την ώρα που συνόδευε το κοπάδι με τα ζωντανά, επειδή κάποιος τον κατηγόρησε πως έδινε γάλα και πρόβατα στους αντάρτες. Και είχε μείνει όρθιος στον βράχο ουρλιάζοντας «Δεν πέφτω ρε πούστηδες! Δεν πέφτω!!!.». Και δεν έπεσε…

Είναι και που έχεις ρίξει και μια-δυο κλεφτές ματιές στο ημερολόγιο που έπεισες την μάνα σου να γράφει τις ιστορίες της από τα παλιά, όσες έζησε σαν παιδί εκείνες τις ζοφερές ημέρες. Και σου γδέρνει την ψυχή. Με τα ανορθόγραφα γράμματά της και τις παλιακές εκφράσεις και λέξεις. Και όταν σου λέει πως κάθε φορά που γράφει, κλαίει και δεν μπορεί πια…

Αυτά κουβαλάς μέσα σου. Αυτά φουσκώνουν κάθε φορά που ανεβαίνεις στο χωριό και γυρνάς το βλέμμα στα βουνά. Ίσως γι΄αυτό είναι πολλές οι φορές που αναδιπλώνεσαι μέσα σου. Και δεν μιλάς πολύ. Δεν σηκώνεις και πολλά. Και αδιαφορείς που ίσως κάποιοι το μετράνε ως λανθάνοντα ελιτισμό και αποστασιοποίηση λόγω φόβου. Δεν βρίσκεις κανένα νόημα στο να εξηγείς στον καθένα πως τελικά, είναι η ασυναίσθητη αντίδρασή σου από σεβασμό για όλα αυτά που έτυχε να είναι ρίζα σου. Για ανθρώπους και ιστορίες.

Γι’ αυτό και ξέρεις, πως ετούτο το βιβλίο, είχε πολύ σκάψιμο. Πολύ.

Και ακόμη μεγαλύτερο το μάγκωμα ψυχής.

Και για τον συγγραφέα και για τους αναγνώστες.

Που η λογοτεχνία μπλέκει με την βιωμένη Ιστορία.

Και που είναι πολλοί οι άδικα χαμένοι που δεν δικαιώθηκαν ποτέ και κανείς δεν μίλησε γι’ αυτούς.

Άνθρωποι, ψυχές, που πέρασαν σαν αερικά από ετούτο τον τόπο, ή σαν καθάρματα που κατέστρεψαν ζωές.

Συνεισφορά στην Ιστορική Μνήμη ετούτο το βιβλίο.


Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

Κρατάμε τις μνήμες μας

 


«Την Κυριακή, ξεκινάω να πάω να τον βρω. Έψαξα λίγο, ξέρω το χωριό που μένει, έμαθα σε ποιον φίλο του θα μιλήσω για να μεσολαβήσει να τον συναντήσω. Αν τα καταφέρω καλώς, αν όχι, θα αφήσω στον φίλο το μπουκάλι το τσίπουρο που έφερα από το χωριό να του το δώσει. Δεν θέλω τίποτα άλλο, μόνο να τον κοιτάξω στα μάτια, να του πω ένα «Γεια» και να του σφίξω το χέρι. Αυτό.

Είμαι αποφασισμένος να πάω. Δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό μου πως, για αυτόν τον άνθρωπο, που μου καθόρισε τον τρόπο σκέψης και αντίληψης, δεν θα κάνω μια προσπάθεια να τον συναντήσω. Και είναι μεγάλος πια και τα χρόνια περνάνε. Δεν θα συγχωρέσω ποτέ τον εαυτό μου αν δεν το κάνω.»

Αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλα σε δύο φίλους.

Την Κυριακή ήμασταν τρεις στο αμάξι, μην πιστεύοντας ακόμη την απόφαση που είχαμε πάρει. Γελάγαμε σαν παιδιά που κάνουν κοπάνα.

Πήγαμε στο χωριό με την βοήθεια χάρτη, βρήκαμε τον φίλο του στην ταβέρνα του. Του είπαμε γιατί πήγαμε, πως δεν μας ξέρει, δεν έχουμε κανονίσει τίποτα, δεν τον θέλουμε τίποτα περισσότερο από το να του δώσουμε το τσίπουρο και να τους σφίξουμε το χέρι. Κι αν δεν μπορούσε ή δεν ήθελε που τρεις άγνωστοι, ένας καθηγητής ειδικότητας, ένας γυμναστής και ένας δάσκαλος -όπως δήλωναν-, εμφανίζονται από το πουθενά να τον ενοχλήσουν κυριακάτικα, θα το καταλαβαίναμε. Μόνο να, να του έδινε το τσίπουρο και να του έλεγε ένα «γειά» εκ μέρους μας.

Μας κοίταξε. Μας σκάναρε. Μας είπε να περιμένουμε λίγο. Πήγε μέσα και του τηλεφώνησε. Σε λίγο βγήκε και μας είπε πως του είπε να μας παει στο σπίτι του.

Άνοιξε την καγκελόπορτα με την Ρηνιώ δίπλα του, με ένα τεράστιο χαμόγελο και ένα «Καλώς τους», λες και μας περίμενε καιρό, λες και είμαστε παλιοί του φίλοι. Εμείς οι άγνωστοι, εμείς οι ξένοι.

Κάτσαμε στο γραφεί του, δίπλα στο τζάκι. Αρχίσαμε να μιλάμε. Να μάθει λίγο ποιοι είμαστε, τι κάνουμε πως και αποφασίσαμε να τον επισκεφτούμε. Μας ξέκοψε εξαρχής την προσφώνηση «κύριε…». «Χρόνης» είπε, «σκέτο Χρόνης!»

Είμαστε «εκπαιδευτικοί» πήρα να του λέω

«Μην λες εκπαιδευτικοί» με έκοψε. «Εκπαιδευτές, υπάρχουν μόνο στον στρατό για να μαθαίνουν τους φαντάρους να σκοτώνουν και στο τσίρκο για να μαθαίνουν στα ζώα να κάνουν πράγματα που είναι έξω από την φύση τους. Είστε δάσκαλοι και καθηγητές. Δίνετε στα παιδιά πράγματα πολύ ανώτερα από τους εκπαιδευτές…»

Από τότε, προσπαθώ να βγάλω την λέξη «εκπαιδευτικός» από το λεξιλόγιό μου. Νομίζω τα καταφέρνω. Καθώς και την λέξη «σύζυγος». «Τι θα πει σύζυγος; Ζυγός είναι το να είναι δύο άνθρωποι μαζί; Εξαναγκασμός δηλαδή; Σύντροφος στην ζωή είναι…»

Κάπου εκεί με πήρανε και τα ζουμιά. Χωρίς προφανή λόγο. Αρχίσανε τα μάτια μόνα τους και τρέχανε ενώ ζήταγα αμήχανα συγνώμη, σαρανταπέντε χρονών γαϊδούρι να κλαίω σαν μαθητούδι. Οι φίλοι σοκαριστήκανε. Εκείνος, βούρκωσε μέσα από τα γυαλιά, με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, κόμπιασε λίγο, αλλά συνέχισε να μιλάει.

Μας είπε πολλά, αρκετά γνωστά ήδη, άλλα λιγότερο, άλλα καθόλου. Ρουφούσαμε κάθε λέξη του, κάθε ανάσα του, κάθε βλέμμα του έξω από παράθυρο, κάθε του χάδι στα σκυλιά συντρόφους του που περιφέρονταν ήρεμα αναμεσά μας, κάθε γλύκα στην φωνή του όταν απευθυνόταν στον Ρηνιώ, που μαγείρευε και μας είχε διακριτικά αφήσει «να τα πούμε», φροντίζοντας να έχουμε νερό, καφέδες, γλυκό του κουταλιού.

Μας είπε λεπτομέρειες, γεγονότα, συμπεριφορές, μικρά μυστικά που σκέπασε ο καιρός και η ιστορία. Όχι όμως η συνείδηση και η λήθη.

Κάπου εκεί, του ζήτησα αν μπορώ να πάρω έναν φίλο τηλέφωνο και να του τον δώσω να μιλήσει. «Τι να του πω;;» με ρώτησε γελώντας. «Μια καλημέρα αρκεί!» τον διαβεβαίωσα. «θα τον κάνουμε ευτυχισμένο!» Γέλασε. «Πάρ’ τον!» μου είπε. Και του μίλησε όντως για λίγο.

Του υποσχέθηκα πως την επόμενη φορά που θα ξαναβρεθούμε, θα του κάνω δώρο το «Περι Φαντασίας» του Τάκη Σιμώτα που είχα διαβάσει εκείνη την περίοδο και του φάνηκε ενδιαφέρον όπως του το περιέγραψα.

Αργότερα, κάποια στιγμή, πάνω στην κουβέντα στόλισε με μπινελίκια συγκεκριμένα γνωστά πρόσωπα της πολιτικής για συγκεκριμένες συμπεριφορές, πράγμα που έκανε την Ρηνιώ να τον μαλώσει γλυκά.

«Άσε με ρε Ρηνιώ, είμαι 80 χρονών πια, αν δεν τα πω τώρα, αν δεν τα πω στα παιδιά εδώ, πότε θα τα πω;;»

Και γελάγανε γλυκά κι οι δυό  τους. Και όλοι μας.

Δεν μας άφησαν να φύγουμε. Μας κράτησαν για φαγητό. Στιφάδο «λευκό». Μαστόρισσα η Ρηνιώ. Αν και μας ευχαρίστησε για το τσίπουρο, μας είπε «πίνω παγωμένη τσικουδιά παιδιά. Δεν μου κάθεται καλά το τσίπουρο. Σας ευχαριστώ πολύ όμως.». Το ήπιαμε σχεδόν όλο εμείς τελικά.

Σηκώθηκε κάποια στιγμή.

«Οι φίλοι ξέρουν πως τέτοια ώρα, πάω για λίγη ξάπλα. Κι εσείς είστε φίλοι. Ούτε αγκαλιές, ούτε χαιρετούρες. Καθίστε όσο θέλετε. Θα τα ξαναπούμε…»

Και πήγε να ξαπλώσει. Κάτσαμε κανένα εικοσάλεπτο ακόμη με την Ρηνιώ. Μιλήσαμε για λίγο ακόμη. Πόση γλύκα αυτή η γυναίκα!...

Την αγκαλιάσαμε και φύγαμε.

Στο αμάξι, η κουβέντα που ακουγόταν πιο πολύ από το στόμα μας ήταν η ίδια:

«Δεν το πιστεύω ρε μαλάκα αυτό που ζήσαμε σήμερα!!!...»

Είχα φτιάξει τις προηγούμενες μέρες, ειδικά για αυτό το ταξίδι, ένα cd γράφοντας πάνω του «Μικροχώρι» όπως το χωριό που έμενε. Αυτό ακούγαμε συνέχεια.

Μιλήσαμε στο τηλέφωνο μερικές φορές ακόμη.

Δυό φορές ξεκίνησα να πάω, με το βιβλίο που του είχα υποσχεθεί. Και τις δύο φορές με πρόδωσε το αμάξι. Του το είπα. Γέλαγε. «Δεν πειράζει ρε συ! Την επόμενη!...»

Έφυγε σαν σήμερα το 2012

Το βιβλίο το χάρισα σε φίλο, εξηγώντας του για πού αρχικά προοριζόταν. 

Ελπίζω να το θυμάται.

Το cd «Μικροχώρι» το έχω ακόμη.

Μου έμεινε και η κουβέντα που είπε ο γνωστός ηθοποιός απέναντί μου, στον καφέ στην ταβέρνα του φίλου του, μετά από την κηδεία.

«Είμαστε τυχεροί όσοι τον γνωρίσαμε…»

Αυτό ακριβώς.


Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Επιούσιος

 
 Οι όμορφες γραφές με 2€ 
Τα βιβλία φίλων στις "ευκαιρίες" με 4€ πριν περάσει μια διετία 
Δίσκοι που ερωτεύτηκες, πωλούνται σφραγισμένοι με 3€ 
Και πάνω από όλα, δυσκόλεψε και η θλίψη σε ετούτους τους καιρούς. 
Νόμοι της αγοράς και οι αγοραίοι νομοταγείς νέμονται λέξεις και νοήματα. 
Γρήγορα, μηχανικά, επιφανειακά. 
Διεκπεραίωση υποχρεώσεων με άλλοθι την Τέχνη. 
Πόσο να αντέξεις; 
Να κλείνεις τα αυτιά με τις παλάμες, να μην ακούς. 
Φωνάζουν αδιάβαστα τα βιβλία που έστειλαν δώρο οι φίλοι, να τους δώσεις σημασία. 
Που δεν την αντέχουν άλλο την εγκατάλειψη πάνω στο γραφείο. 
Στοχαστική λεξιπενία όμως, δεν μπορείς, δεν σου βγαίνει, τι να κάνεις; 
Μόνη αγωνία η περιχαράκωση. 
Αναμνήσεων και αισθημάτων. 
Έστω, στα ρηχά. 
Άλλωστε, ελάχιστοι βουτηχτές, όλοι κολυμβητές. 
Γέμισε ο τόπος με φορεσιές στα μανταλάκια, δέρματα περισσευούμενα. 
Σε προσφορές. 
Στην τετράδα και ένα δώρο. 
Να αδειάζουν τα ράφια, να μπαίνει καινούριο εμπόρευμα. 
Τέχνη και ομορφιά και στοχασμός και θετικά συναισθήματα και τέτοια, όλα παρωχημένα. 
Παλιά μοντέλα. Αζήτητα. 
Όλα με ετικέτα ένα "άσε με τώρα μωρέ". 
Άλλες οι προτεραιότητες, άλλα τα ζόρια. 
Να βγαίνει ο επιούσιος. Το ψωμάκι μας ρε φίλε. 
Και κάποιοι λίγοι δεινόσαυροι που έχουν απομείνει, περπατούν με το κεφάλι σκυμμένο και θολό. 
Και αποχωρούν κι αυτοί ένας-ένας, σιγά-σιγά. 
Που δεν τους έφταναν ποτέ τα ψίχουλα.
Δεν είναι τίποτα.
Ζωή το λένε...

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Ξόδι




Η Τέμπλα σιωπηλή

Καμβάς ενός μεγαλοπρεπούς και απλού ορεινού ορίζοντα.

Συντρόφου, παραστάτη και φρουρού.

Χαμηλότερα παρέλαυναν μνήμες

Απαλά αγκιστρωμένες σε πεταλούδες που συνεχίζαν το ταξίδι τους,

σε μέλισσες που περνούσαν προσηλωμένες,

σε κάτι μερμήγκια που ψάχνουν εδώ και γενιές την συνέχεια τους

Οι φτέρες δίπλα στον φράκτη υποδέχονται ήρεμα όλα τα πρώην

ξαναβαπτισμένα στην νερένια καθαρότητα μιας ζωής

που κυλάει πια ερήμην.

Παντού γύρω «η ζωή να προχωράει χωρίς να κοιτάει την δικιά σου μελαγχολία».

Αφού αργά, τελειωτικά, αμετάκλητα, η ζωή ποτίζει πάντα το χώμα.

Για να ξαναγεννηθεί.

Να συνεχίσει.

Να και το συντριπτικό κάταγμα στο δεξί γόνατο, που δεν τον άφηνε πια να χορεύει ζεϊμπέκικο όπως εκείνος ήξερε.

Το τελευταίο που θυμάμαι να χορεύει, ήταν στον γάμο μου.

Περήφανος γονιός για το μοναχοπαίδι και την νύφη.

Κι αν και δεν λύγιζε παρά ελάχιστα το γόνατο, κατάφερε το μισό τραγούδι.

Μετά βούρκωσε.

Η μάνα χτύπαγε γονατιστή παλαμάκια δακρύζοντας

και να μην μπορεί να βγει άχνα.

Μόνο να σκουπίζω τα μάτια μου.

Όπως και άλλοι συγγενείς.

Τώρα, ούτε χοροί, ούτε τίποτα.

Το στραπατσαρισμένο γόνατο ήταν πια μονάχα ένα σκούρο, ακανόνιστο αποτύπωμα.

Κι όσο η επόμενη γενιά κρεμάει τα ουφ της στον πλάτανο ψάχνοντας κάπου να ακουμπήσει να στηριχθεί, 

η μεθεπόμενη πιο αποφασιστική, πιο ζωντανή, 

μένει προσηλωμένη στην ύστατη τιμή της κάθαρσης.

Με σπουδή βοηθώντας την ροή του νερού

από την πετρόχτιστη βρύση

να ξεκολλήσει επτάχρονες λάσπες,

ξεπροβοδίζοντας ήρεμα υπολείμματα νεκρών ιστών.

Το τυπικό πρέπει να ολοκληρωθεί.

Έτσι μάθαμε εμείς το Χρέος.

Στο ξέπλυμα με κρασί, στο άπλωμα στον ήλιο, στο αεράκι από τα Άγραφα να βοηθάει το στέγνωμα.

Αγκαλιά οι ζωντανοί να ανακατεύουν δάκρυα γενεών κοιτώντας κατάματα τις άδειες πια κόγχες

Μια αίσθηση αρχέγονη, άφοβη, παράξενη

Ένας απίστευτος όγκος συναισθημάτων συμπυκνωμένος σε στιγμές.

Μια συναισθηματική φόρτιση λειψή περιγραφής.

Ένα Πολύ Από Όλα.

Κι ένας ύστατος χαιρετισμός

Μια ακροτελευταία επαφή,

ένα τελευταίο χάδι

κι ένα φιλί

σε ένα κρανίο που κάποτε γέννησε, γέλασε, έκλαψε, έζησε.

Ένα τελευταίο "γειά",

μια τελευταία φράση πριν κλείσει το μεταλλικό καπάκι του οστεοδοχείου.

«Ελπίζω να σε έκανα περήφανο…»

Ένα Χρέος,

ένας αέναος Κύκλος που κλείνει

με εμάς μέσα του

μέσα μας

για να ανοίξει ένας άλλος

για τους επόμενους εμάς.

Για όλους...



Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Τα βιβλία της ζωής



Είναι απίστευτα πολλές οι εκδοχές της ιστορίας που μπορεί να έφεραν μαθητικά τετράδια πρώτης δημοτικού με την ετικέττα και το ονοματεπώνυμο της μικρής μαθήτριας ακόμη πάνω τους, ανάμεσα σε διάφορα παλαιά βιβλία στο Βιβλιοπωλείο των Αστέγων.
Θα μπορούσε να ήταν συγκυριακή αβλεψία των γονιών, παντελής αδιαφορία τους, ακόμη ίσως και μια μικρή "δολιοφθορά" από μεριάς της μικρής όταν είδε όλα αυτά τα βιβλία να πακετάρονται για να πάνε κάπου που δεν γνώριζε.
Θα μπορούσε να υπάρχει τραγικό στοιχείο, για μια οικογένεια που ξεκληρίστηκε σε ατύχημα και οι συγγενείς δώρισαν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκής για να μην τα βλέπουν και πικραίνονται.
Θα μπορούσε να είναι προϊόν μια ανεπιτυχούς "μπούκας" από σεσημασμένους που δεν βρήκαν να κλέψουν τίποτα και βούτηξαν τα βιβλία χωρίς να τα κοιτάξουν καν.
Ίσως πάλι να ήταν ένα αποτυχημένο διαζύγιο, ίσως μια απόπειρα οριστικής ρίξης με το παρελθόν.
Ακόμη και η άλλη, η άτσαλη πολύχρωμη παιδική ζωγραφιά του σπιτιού με ουρανό, σύννεφα, πουλιά, δέντρα, λουλούδια και τις σχεδόν ανθρώπινες φιγούρες θα μπορούσε κι αυτή να κρύβει απίστευτα δράματα από πίσω. Ειδικά όταν είναι ταλαιπωρημένα διπλωμένη μέσα σε παλιό βιβλίο "Δικαίου".
Κι όταν ασυναισθητα σηκώνεις το κινητό να τα βγάλεις φωτογραφία -γιατί δεν θα σε πιστεύουν-, κάτι μέσα σου σε κρατάει απο τον λαιμό και σου φωνάζει να μην το κάνεις.
Τρέχα γύρευε τώρα τι.
Μπορεί να ήταν εκείνα τα άτσαλα ωμέγα της μικρής που κάποια είχαν υπογραμμιστεί από την δασκάλα με κόκκινο στυλο, μπορεί το καθαρό και μεγάλο "Μπράβο!!!" της στο γράμμα δέλτα, αλλά μπορεί και οι χαρούμενες φατσούλες στα αυτοκολλητάκια που έβαζε σε ΟΛΑ τα γράμματα απο κάτω.
Μπορεί να ήταν οι -μόνες- ξεκάθαρες και αποφασιστικές μολυβιές στα χαμόγελα των ανθρώπινων σχεδίων στην ζωγραφιά του άλλου παιδιού.
Μπορεί και ο ίδιος ο χώρος, που είναι προσπάθεια ανθρώπων να ξανστηθούν στα πόδια τους.
Ό΄τι και να ήταν πάντως, σε έκανε να σεβαστείς εκείνο το απροσδιόριστα ιερό της στιγμής.
Η στιγμή που η μικρή και ο μικρός έσκυβαν πάνω από το τετράδιο και την ζωγραφιά κρατώντας άτσαλα αλλά με πείσμα το μολύβι για να μάθουν σωστά το "ωμέγα" και να βάλουν φυλλαράκια στα λουλούδια, η στιγμή που κάποια χέρια έπαιρναν αυτά τα βιβλία και τά έβαζαν σε πλαστικές σακούλες και κούτες για να τα ξεφορτωθούν ή να βοηθήσουν αφιλοκερδώς, η στιγμή που κάποια άλλα χέρια τα τοποθετούσαν δίπλα σε άλλα παλιά βιβλία, η στιγμή που κάποιος πυροβολημένος ανακάλυπτε αυτό το καρυδότσουφλο να επιπλέει μέσα σε ωκεανούς σελίδων.
Κι όσο σίγουρος ήσουν πως εκεινα τα βιβλία που εσύ έφερες τα είχες με σπουδή ξεψαχνίσει μη τυχόν και έχει ξεχαστεί τίποτα ανάμεσα στις σελίδες, άλλο τόσο σίγουρος αισθάνθηκες πως με κάτι τέτοια τυχαία, μικρά, παράξενα και όμορφα παίζει η Ζωή και η Λογοτεχνία.
Μπορεί να μην ξέρεις και πολλά, αλλά τουλάχιστον, έμαθες επιτέλους τις στιγμές να τις σέβεσαι όπως τους αξίζει·
Σιωπηλά.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Άσ' το να κυλίσει...



Μάλλον τα καταφέραμε λοιπόν
Υπεραναλύσαμε τα πάντα
Κάθε μικρή και αθέατη πτυχή
Με τάφρους χαοτικούς μοιράσαμε τα από εδώ από τα από εκεί
Κι αφού μαθαμε να πλατσουρίζουμε στους ωκεανούς της πληροφορίας, έπρεπε να μάθουμε να χαρτογραφούμε και τις ξέρες της.
Και τα ύπουλα ρεύματα και τις τάφρους της.

Ζητούμενο πλέον δεν λογίζεται η κολύμβηση, αλλά η τέχνη του να σηκώνεις κύμα. 
Και να επιπλέεις πάνω του.

Έτσι, αγκιστρωθήκαμε στα γνωστά των οικείων
εκείνα που μάθαμε πως είναι ασφαλές να είναι τα δικά μας
εξοβελίσαμε με πολλές τεχνικές τα γνωστά των άλλων στο πυρ το εξώτερο
Να μείνουν στα δικά τους, αυτά τους αναλογούν, δεν μας αφορούν, δεν μας χρειάζονται.

Προπαντώς η χρησιμότητα. Αλλιώς δεν υπάρχει Δόξα.

Επειδή το δικό μας πάντα ήταν πάντα πιο οικείο και με μεγαλύτερη αξία
Χαλυβδώσαμε την βεβαιότητά μας με αίγλη και θυσία των Παλαιών
διεκδικώντας την υπεραξία του αίματος για κατανάλωση και ατομική χρήση.
Μιας και η προσωπική ανακάλυψη έχει κόπο και κόστος
Και δεν υπάρχει σάλιο
Και είναι όλα ζόρικα.
Και που να τρέχεις τώρα.
Ούτε αναλήψεις λοιπόν, ούτε ανακαλύψεις.
Να μάθουμε να τρώμε όπως και ό’τι υπάρχει στο τραπέζι. Που δεν είναι καν δικό μας.

Δεν μπορείς να κοιτάς ταυτόχρονα μέσα και έξω από ένα παραθύρι.

Γι΄αυτό λυτρωνόμαστε με την Τεχνική να βλέπουμε από τις αντανακλάσεις στα τζάμια.

Η βολική αντίληψη της πραγματικότητας μέσα από κατασκευές.

Ακόμη και αν στο δανεικό και τυχαίο οικοδόμημα όλα τρίζουν και διαλύονται σε κομμάτια που καταρρέουν.

Όλα φθορά, όλα σίγουρα, όλα όπως πάντα γίνονταν

Εκεί είναι η βολή, εκεί το απάγκιο, εκεί βρίσκει ανάσα η ψευδαίσθηση.
Αφού, ας το παραδεχτούμε, δεν υπάρχουμε χωρίς ψευδαισθήσεις.
Είτε τις αναγνωρίζουμε εμείς, είτε μας ξέρουν αυτές.
Η παραδοχή και η ομολογία βλέπεις, έχουν άλλο βάρος έξω, άλλο μέσα.
Κι όλα υπερ του αγώνα του καθημερινού ανήκειν.

Κι είναι άβολη αλήθεια πως το καθημερινό δεν σε έχει ανάγκη, δεν σε υπολογίζει, δεν ασχολείται μαζί σου. Σε χλευάζει, σε απεχθάνεται.
Όταν η παράσταση είναι σε εξέλιξη, πάντα η σιωπή είναι δεδομένη.
Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί και ο θίασος παίζει.
Ακόμη και ερήμην. Όλων. Και των θεατών ακόμη.

Πάνω από την σκηνή, την όποια σκηνή, πάντα τα σύννεφα περνούν. Πάντα.
Λένε πως μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι τα βλέπουν.
Πολλά τα σχήματα, ανάλογα τι θέλει ο καθένας.
Συνήθως, μοιάζουν του Δον Κιχώτη που εφορμά στους Ανεμόμυλους.
Και μαγνητίζουν βλέμματα και ψυχές εκείνων που αντιλαμβάνονται κάτι πέρα από την παράσταση που παίζεται.
Και εμπνέουν συννεφοϊστορίες, φαντασίες, οράματα.

Τέτοια σύννεφα δεν έχουν τελικό προορισμό. παρά μόνο την διάλυσή τους.

Και σχεδόν ποτέ δεν γίνεται αντιληπτή η συνέχεια της έφιππης επέλασης.
Πως δηλαδή, αγωνιά ο Δον, να απελευθερωθεί από το βάρος της πανοπλίας, πίσω από τον τοίχο του Ανεμόμυλου.
Και με το ελαφρύ αεράκι παρέα, εκείνο που διαλύει τα πάντα, να κατουρήσει επιτέλους ελεύθερος πάνω στα στιβαρά τούβλα. 
Κι ο φίλος και σύντροφος Σάντσο Πάντσα πιο δίπλα, να συνδράμει στην ροή της ουσίας και της Ιστορίας, γελώντας σαν παιδί.

Κι ό΄τι έχει τελικά αξία είναι εκείνο το απερίγραπτο αίσθημα συντροφικότητας, απελευθέρωσης και ξαλαφρώματος.

Πως δηλαδή, για ένα κατούρημα γίνονται όλα.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2019

Ασκήσεις βλέμματος



Τα κινέζικα μαγαζιά με τα πολύχρωμα ρούχα.
Τα υποκαταστήματα για μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό.
Η απίστευτης ομορφιάς εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Πειραιώς.
Οι μικροί δρόμοι με τα ετοιμόρροπα και εγκαταλελειμμένα αρχοντικά, δίπλα από τον Κεραμεικό
Το παρκάκι που μοιράζεται το συσσίτιο για τους άστεγους.
Τα καταστήματα φτηνής κινητής τηλεφωνίας και ακριβών ανθρώπινων ψευδαισθήσεων.
Η θλίψη στα μάτια εκείνων που στρίβουν στην Σωκράτους.
Οι πρώην φιλικές φιγούρες που κάνουν αναστροφή στο φανάρι μην τυχόν και αναγκαστούν και ξεπεθάνουν χαιρετώντας σε.
Τα κλειστά πια μικρά καφέ γύρω στην πλατεία Καρύτση με κάτι παλιές αφισούλες για συναυλίες που ποτέ δεν πήγες.
Τα σαββατιάτικα ρεμπέτικα πίσω από τον διπλανό Αϊ Γιώργη, δίπλα στον Μωβ Σκίουρο.
Το πλαϊνό φως στα παγκάκια της Κλαυθμώνος και στην αλέα δίπλα από την Στοά του Βιβλίου.
Ο μοναχικός πλανόδιος μουσικός που έπαιζε ούτι στην Κοραή και προσπαθούσε να τρυπήσει τις πλάκες του πεζοδρομίου με το βλέμμα του.
Τα ελαφρώς νοσταλγικά χαμόγελα και ο χαιρετισμός από το απέναντι πεζοδρόμιο με σηκωμένη την σφιγμένη αριστερή γροθιά για χαιρετισμό.
Το άγνωστο πιτσιρίκι στο καρότσι που χαμογελώντας σου πιάνει το χέρι στο φανάρι της Παλαιάς Βουλής.

Ένας πανέμορφος γαλάζιος ουρανός με όλα τα τυχαία συντρόφους. Από παλιά.
Μια αταίριαστη γαλήνη όταν ξαναμαθαίνεις να βλέπεις.
Όπως εκείνα τα μυστηριώδη χαμόγελα των γερασμένων ναυτικών πάνω στις φουρτούνες.
Μάλλον επειδή με το φευγαλέο κοίταγμα πάντα ελάχιστα ζούσαμε.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Θα με γράψεις δάσκαλε;; ...



Δάσκαλε, θα με γράψεις; 
Με θυμάσαι;; Ο Κώστας είμαι. 
Πέντε χρόνια έχω να έρθω από εδώ, από τότε που έχασα για δεύτερη φορά την Τρίτη τάξη από απουσίες. Είχα μπλέξει τότε αλλά δεν το καταλάβαινα. Ερωτευμένος ήμουν, δούλευα και μέσα στην νύχτα, που να ανοίξει το μάτι μου να δω τι έρχεται. Γλυκάθηκα από το χρήμα και την μαγκιά της ημιπαρανομίας, νόμισα πως βρήκα εκείνη την ρωγμή που θα μου άνοιγε το μέλλον μπροστά μου. Κι ας μου τα έλεγες εσύ πως οι ρωγμές είναι επικίνδυνες. Δεν άκουγα. Καταλάβαινα τι έλεγες, το σεβόμουνα, αλλά ήταν οι δικοί σου φόβοι. Όχι οι δικοί μου. Εγώ έβλεπα φώτα, γέλια, ευκαιρίες, λεφτά. Νόμιζα πως δεν θα με έπιανε εμένα.

Δάσκαλε, θα με γράψεις; 
Θέλω να τελειώσω κάτι στην ζωή μου. Που την χαράμισα άδικα. Κρίμα κι άδικο. Και ξέρω πως φταίω. Την έβλεπα να γλιστράει σιγά σιγά από τα χέρια μου την ζωή μου, αλλά νόμιζα πως θα γυρίσει ο τροχός. Στο επόμενο φιξάκι. Το πίστευα. Και γύρισε τελικά. Ανάποδα όμως. Η μάνα μου έλιωσε μέσα σε έναν χρόνο σαν κεράκι. Δεν μίλαγε. Μόνο με κοίταγε. Σαν να είχε καταλάβει, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Πρέπει να είχαν αρχίσει να φαίνονται πάνω μου τα σημάδια των επιλογών μου. Αλλά δεν έλεγε τίποτα. Τι να πει κιόλας; Μήπως μπορούσε; Τέσσερεις μήνες μετά βρήκαν την κοπελιά μου πεταμένη σε ένα ρέμα. Ήμουν στο νησί τότε, μακριά της, κοίταγα να κάνω κάτι φιλόδοξο με κάτι άκρες που είχα. Μέχρι που βγήκαν τα πιστόλια. Και είπα δεν είμαι για εδώ. Μεσοπέλαγα στο καράβι μου έστειλαν τα νεα. Πήγα να πηδήξω στην θάλασσα αλλά με κρατήσανε. Μέσα μου όμως είχα πηδήξει καιρό πριν. Που είχε ήδη αρχίσει η αλμύρα να με τρώει.

Δάσκαλε, θα με γράψεις;; 
Να πάρω το απολυτήριο και να φύγω. Η φιλόλογος έλεγε πως έγραφα καλές εκθέσεις. Και ζωγράφιζα και καλά. Θα πάω Άμστερνταμ ή Βερολίνο. Μου είπαν κάτι παλιοί, της ηλικίας σου, πως ίσως ακόμη να μπορώ να κάνω κάτι εκεί. Δεν τους πολυπιστεύω γιατί με κοιτάνε με θλίψη. Αλλά όλοι μας τελικά με θλίψη κοιταζόμαστε. Έτσι δεν είναι ρε δάσκαλε; Να, και στα μάτια σου το βλέπω. Δεν θέλω θλίψη δάσκαλε, μια ευκαιρία ακόμη θέλω. Να τα ξαναφτιάξω όλα. Από την αρχή. Δεν θα ενοχλώ, θα έρχομαι στο μάθημα και θα κάθομαι σε μια γωνία. Να σε ακούω και να έχω κάτι. Να ανήκω κάπου ξανά.

Θα με γράψεις δάσκαλε;;
Μόνο αυτό θέλω. Ούτε λεφτά, ούτε δουλειά. Και πώς να δουλέψω δηλαδή πια; Δεν θυμάμαι τι πρέπει να κάνω. Και όλο κολλάω στην μέση του δρόμου. Μόνο όταν σκιτσάρω χαμογελάω. Έχω όμως κάπου να μείνω και αυτό μου αρκεί. Να είχα μόνο και την Τζενούλα θα ήθελα, να είμαστε παρέα. Αλλά αυτό δεν γίνεται πια. Το ξέρω. Κάποια στιγμή θα βρεθούμε πάλι. Και θα πάμε μαζί να τελειώσουμε το σχολείο που κι αυτή έμεινε από απουσίες. Μαζί τις κάναμε άλλωστε. Θα κάτσουμε στο πίσω θρανίο και θα ζωγραφίζουμε πορτρέτα πάλι.

Γράψε με ρε δάσκαλε σε παρακαλώ, γράψε με να χαρείς!...
Καλό παιδί ήμουνα, ποτέ δεν ενόχλησα κανέναν. Κι ας είμαι έτσι τώρα, δεν θα ενοχλώ. 
Θα με γράψεις ρε δάσκαλε;;...

-         - Θα σε γράψω ρε Κώστα… Τετάρτη έχουμε αγιασμό. Εσύ Πέμπτη να είσαι εδώ.
-          -Είσαι σπαθί ρε δάσκαλε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Άντε γειά σου!

Το σύστημα είχε κλειδώσει εδώ και δύο ημέρες. Το ήξερε αλλά δεν του το είπε. Δεν χρειαζόταν να ξέρει πως όλα είχαν αλλάξει πια στις εγγραφές. γενικά είχαν αλλάξει. Παντού. Σε όλα. Αλλά όλοι έπαιζαν τους ρόλους της κανονικότητας. Να έχουν κάπου να πατάνε. Η ζωή γινόταν όλο και πιο ψηφιακή πια. Και τα συναισθήματα. Πως έπρεπε να υπάρχουν κωδικοί TAXIS για να γίνει η εγγραφή. Πως η ειδικότητά του είχε πλέον μεταφερθεί σε άλλο σχολείο. Φαινόταν πως δεν θα ξαναερχόταν πάλι. Λίγα δευτερόλεπτα αποδοχής ήθελε μονάχα. Λίγη πραγματική ζωή. Να νιώσει πως δεν τον είχαν διαγράψει όλοι. Αυτό μόνο.

(Τέσσερεις μήνες μετά, πίσω από το σχολείο, δίπλα σε κάτι κάδους και κρατώντας ένα ντοσιέ με πορτρέτα και κάτι υπόλοιπα μολυβιών, το ασθενοφόρο μάζευε άλλη μια σωρό ματαιωμένων ονείρων.)

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Ο ΦΙΛΟΣ του ΠΕΔΡΟ - Κώστας Καλημέρης, εκδόσεις Ενύπνιο, 2019



Αν είναι να γράψεις ένα κείμενο για το κείμενο, θα είναι λάθος. Αν είναι να γράψεις ένα κείμενο για τον συγγραφέα, θα είναι δυο φορές λάθος. Αν είναι να γράψεις για τον ήρωά του, θα είναι σαν λάθος που έχει γίνει πριν ακόμη σχηματοποιηθεί η πιθανή απόφαση. Αν τέλος είναι να γράψεις για το story, φοβάμαι πως γίνεσαι «εξηγητής» και θα το ξεσχίσεις το θέμα με ένα λάθος τεράστιο σαν την ανθρώπινη αυταρέσκεια.

Οπότε;

Οπότε, δεν ξέρω. Και ίσως να μην με νοιάζει τελικά να ξέρω. Μου αρκεί να νοιώσω. Και ένοιωσα.
Επειδή τότε είναι που αρχίζει κανείς να «ξέρει». Κι ας μην «μάθει» τελικά ποτέ το Όλο. Που δεν θα το μάθει. Κι αυτό είναι όμορφο.

Κάποια βιβλία δεν περιγράφονται λοιπόν. Τουλάχιστον, όχι με τον συμβατικό τρόπο. Όχι γιατί είναι απερίγραπτα, αλλά γιατί είναι αίσθηση. Ατόφια, καθάρια αίσθηση.
Που κάθε πρότασή τους είναι ικανή να δημιουργεί φυσαλίδες. 
Εγκεφαλικές και συναισθηματικές. 
Και που είναι επικίνδυνες. Χαρούμενα επικίνδυνες. 
Με υπόσχεση λύτρωσης. 
Επειδή μπορεί και να σπάσουν. Και να δημιουργήσουν αιμορραγίες. 
Και η αιμορραγία σημαίνει πως κάτι ζωντανό αρχίζει να αλλάζει κατάσταση, να διασαλεύεται επικίνδυνα η ηρεμία του, να χάνει αργά την υπόσταση που είχε και πρέπει να προσπαθήσει να ξαναϋπάρξει. 
Να Είναι.
Για να σηκωθεί στα πόδια του ξανά, να χορέψει, να ερωτευθεί, να παίξει, να ταξιδέψει, να κλάψει, να ζήσει.

Θα μπορούσε ίσως να πάει επιτέλους ξανά στην Βαρκελώνη, να καπνίσει ένα τσιγάρο του Θεού πάνω σε μια γέφυρα, να κατέβει είκοσι σκαλιά για να μπει σε κάποιο καφενείο με το όνομα Λάθος, σε καφενείο πούλμαν, να μιλήσει με τα μάτια με αγνώστους που γνωρίζονταν κάποτε από πάντα, να χορέψει μισό ζεϊμπέκικο με ένα από τα Εγώ του και τα υπόλοιπα να τραγουδούν Βαμβακάρη, να κλάψει σαν μικρό παιδί από αίσθηση ζωής, να απελευθερωθεί.

Να σταματήσει να είναι Εξηγητής και να προσπαθήσει να ξαναγίνει Ιχνηλάτης.

Το θέμα, η ουσία λοιπόν είναι πέρα από το story, το πλαίσιο, την πλοκή, τις τεχνικές, τις φόρμες και τις μανιέρες ανάγνωσης. 
Έτσι για την ιστορία, όλα τα έχει, αλλά σε μια κατάσταση "όχι ακόμη".
Ορίστε λοιπόν το "οπότε".
Εδώ μιλάμε για την απογύμνωση όλων αυτών μαζί. 
Μιλάμε για ένα πανηγύρι γύρω από τις σχέσεις του Άλλου με το Εγώ, την εικόνα του, με τον συγγραφέα ως αφηγητή και αφαίρεση, με μια Χριστίνα που δεν μιλάει πολύ λέγοντας τα πάντα, ένα «θα γίνει της πουτάνας», ένα παιχνίδι ρόλων, ένα ανακάτεμα αισθ ήσεων και ψυχών, ένα γδάρσιμο τόσο βαθύ που ξαναγεννάει την λαχτάρα να πέσεις κάτω και να κυλιέσαι σαν πιτσιρίκι στο γκαζόν.
Για να ξαναμάθεις τι είναι ζωή. Τι είναι Λόγος. Τι είναι Γλώσσα, Φίλος, Έρωτας, Παιχνίδι, Είμαι, Υπάρχω, Ζω. 
Να συμφιλιωθείς και να αγαπήσεις ξανά τον εαυτό σου, την εικόνα του, τα λάθη του, τις ήττες και τις ανάγκες του, τόσο, που να τον γράψεις τελικά στα παπάρια σου.
Να ξαναορίσεις το χάος της προσωπικής σου Ύπαρξης. Από την αρχή. Κρατώντας όλα τα προηγούμενα σαν μικρούς θησαυρούς. Την αύρα τους. Τα χνάρια τους.

Η αλήθεια είναι πως δεν νομίζω πως ξέρω πολλά, αλλά να, όταν ΠΡΙΝ πιείς καφέ, ΠΡΙΝ ακόμη στεγνώσει το νερό που έριξες στα μούτρα σου, ΠΡΙΝ βάλεις την πρώτη μουσική για να βγάλεις την μέρα, ΠΡΙΝ ανάψεις το πρώτο τσιγάρο, ΠΡΙΝ πεις την πρώτη καλημέρα στους δικούς σου, αν λοιπόν ΠΡΙΝ κάνεις κάτι από όλα αυτά, έχεις πάρει το βιβλίο και είσαι στο μπαλκόνι διαβάζοντας, ρουφώντας λέξεις τυπωμένες, κενά μεταξύ τους, τους ίσκιους τους, εκείνο που εννοούν, που υπονοούν, εκείνο που δεν λένε, όταν είναι ακόμη πρωι και θες να βάλεις να πιείς, ε τότε, οι πιθανότητες είναι πως μάλλον έχεις πέσει πάνω στην Λογοτεχνία αυτοπροσώπως, που σε έχει αρπάξει από τα αχαμνά και σε κοπανάει κάτω, μέσα-έξω, σε στριφογυρίζει με αεροπλανικά κόλπα πάνω από το κεφάλι, σου ταρακουνάει τα σπλάχνα, σου κάνει τα μάτια να εστιάζουν ανεξάρτητα και ταυτόχρονα αλλού, εδώ, εκεί, μπρος, πίσω, σου πυροδοτεί το μυαλό, σε κάνει να θέλεις να γελάσεις κλαίγοντας από ευχαρίστηση και λύσσα, απορία, δέος, σε κάνει ζηλιάρη, ταπεινό, σου κολλάει στα δόντια την φράση "ωνασουγαμήσωρεκερατά..."

Αν μάλιστα έχεις και θράσος, στέλνεις και ένα μήνυμα τύπου «….Να ξέρεις, θα σε μισήσουν πολλοί γι΄ αυτό! Τυχεράκια!» μαζί με αγαπησιάρικα μπινελίκια. Και από θράσος, π’ανάθεμά με, μερικές φορές υπάρχει περίσσευμα.

Απόψε λοιπόν, αισθάνομαι ευλογημένος.
Και δεν υπερβάλλω καθόλου.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Σκιές φωτιάς


Στο ξημέρωμα την αγαπήσαμε  την αυθάδεια
Του Όλα-Τώρα.
Ανεβάσαμε την αμφισβήτηση σε βάθρο, ταχθήκαμε σε σκοπούς και ουτοπίες.
Ερωτευθήκαμε.
Και κάναμε σπονδές.
Όλοι δίπλα-δίπλα, μόνοι μας.
Πλάγιο ακόμη το φώς, μπερδέψαμε μπόϊ με ανάστημα
σπρώχνοντας ασυναίσθητα το έδαφος με τις μύτες των δακτύλων.
Που εντάξει, 
μακρύναμε τους ίσκιους μαγεμένοι από το ολόφωτο της Κόλασης, 
ξεχαστήκαμε σε πολύχρονους ιριδισμούς,
όμως αλλιώτικα πέφτει το φως όταν παίρνει να σκοτεινιάζει.
Μέχρι που νυχτώνει. Εντελώς.

Στην πορεία της μέρας, πολλές καμένες λάμπες μείναν πίσω.
Σε σκοτάδια ξεχασμένα πια.
Δεν συμφέρει και η αντικατάσταση.
Η τέχνη αυτή, με τον καιρό, ξεχάστηκε.
Σκόρπιες, κάτι μικρές έμειναν φωτιές να καίνε έντονα. Για λίγο.
Κι όλο και λιγοστεύουν.
Και φαίνονται αλλιώς σαν ξεμακραίνεις.
Τι να δεις και τι να ζεστάνεις πρώτα;

Κι από αποθέματα; Ποια αποθέματα;

Κάτι βίντεο και φωτογραφίες που βλέπεις και ελπίζεις, είναι από εποχές που υπήρχαν αποθήκες.
Πριν το πλιάτσικο.
Πριν πυρποληθούν οι ανάγκες.

Στα αποκαΐδια γύρω, ένα σωρό οι θράκες. Με σχήματα παράξενα.
Οξυγόνο, έστω και μολυσμένο, υπάρχει ακόμη. Κάνει όμως βαριές τις ανάσες.
Και το «τρίγωνο της φωτιάς», θέλει θερμότητα, οξυγόνο και καύσιμη ύλη.
Μόνο που πλέον κρύωσε ο καιρός και απόμειναν τα κορμιά για καύσιμη ύλη.
Χωρίς εξαιρέσεις.

Ασθενικό πρόσχημα, πως οι σάρκες καίγονται αργά.
Και μυρίζουν άσχημα. Ξεθυμασμένη ναφθαλίνη.

Είναι κι εκείνη η παλιά αγκύλωση για τα δύο μέτρα χώμα που μας αναλογούν.
Που ο μύθος θέλει να είναι του Τόπου σου.
Επειδή στον Τόπο σου, λιώνεις πιο όμορφα.
Λέει.
Που αν μετρήσεις ολάκερο τούτο τον πλανήτη, δεν χωράμε μάνα μου.
Δεν χωράγαμε όρθιοι την ημέρα, πόσο μάλλον ξαπλωμένοι την νύχτα.
Ίσως γι΄αυτό και κάποιοι χαρίζουν εαυτούς.
Στην πρώτη ευκαιρία.
Και γίνανε πολλές οι ευκαιρίες.
Ενσωμάτωσης.
Αλλά και κούραση μεγάλη να βρεθεί χώρος μοναχός.
Ειδικά, όταν το φως γέρνει.

Οπότε, ίσως τελικός σκοπός είναι να κάνουμε ωραίο λείψανο.
Μπας και οι επόμενοι κάνουν καλύτερες σκιές από την θράκα μας.
Μπορεί και να προλάβει να ξημερώσει γι΄ αυτούς.
Να μην τους βρει το χάραμα χωνέμενες θράκες.
Να μην ενσωματωθούν.

Που τελικά, ποτέ δεν ξέρεις.
Ποτέ δεν μαθαίνεις τι το «τελικά» σημαίνει.

Κι αν πλήθυναν όσοι κυκλοφορούν προληπτικά με αναπτήρα στην τσέπη,
υπάρχουν  ακόμη και κάτι μπύρες που μας περιμένουν.
Και κάτι αυτόφωτα χαμόγελα.
Κάτι είναι κι αυτό. 
Μάλλον.

Κι ας έχει αρχίσει να πέφτει βαθύ το σούρουπο. Κι ας έπιασε ομίχλη.

Την σκιά μας και τα μάτια μας.

… και μην μας πιάσουν στον ύπνο μόνο…

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Η Πόρτα, Δημήτρης Τσεκούρας, έρμα, 2019


Έφτασε καθυστερημένος. Δέκα λεπτά περίπου. Είδε κόσμο μαζεμένο απ’ έξω. Αρκετοί όρθιοι, μαζεμένοι έξω από την πόρτα.
Κάποιοι ήταν καθιστοί στα εξωτερικά τραπέζια, αλλά μάλλον ήταν άσχετοι με τα τεκταινόμενα. Στους καθιστούς υπερίσχυε η φωνή ενός νεαρού φοιτητή –μάλλον-, wannabe κάτι, που έδινε την αίσθηση πως καπέλωνε τις κουβέντες των υπολοίπων της παρέας του μιλώντας με στόμφο και σιγουριά για το θέμα. Το όποιο θέμα.
Στους ορθίους, υπήρχαν μικρά πηγαδάκια, χαμηλόφωνα, που αισθητικά τουλάχιστον υπερκάλυπταν τις φανφάρες του φοιτητή. Φαίνονταν επιλεκτικοί άνθρωποι, που έχουν φάει στην μάπα διαφορών λογιών λογύδρια και δεν έδιναν σημασία πια.
Και μέσα όμως, φαινόταν κόσμος καθισμένος να παρακολουθεί.
Αγχώθηκε πως η παρουσίαση είχε αρχίσει και τάχυνε το βήμα.
Προσπέρασε με ελιγμούς, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο χώρος γνωστός, είχε παρευρεθεί και σε άλλες παρουσιάσεις βιβλίων εκεί.

Με το που μπήκε, κοίταξε το πάνελ και δεν είδε κανέναν γνωστό. Σκάναρε και τους καθισμένους και παρακολουθούντες, ούτε κι εκεί.
Μόλις μάλιστα άκουσε και την φράση από έναν από τους ομιλητές «… στην Μακεδονία, όταν εξέλειπε ο κομουνιστικός κίνδυνος…», τα έχασε τελείως.
Ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Το κοινό, δεν φαινόταν να έχει –εξωτερικά τουλάχιστον- κανένα χαρακτηριστικό εκείνων που ήξερε πως θα ήταν στην βιβλιοπαρουσίαση που είχε έρθει να παρακολουθήσει. Δηλαδή, κόκκινα μάτια και κέρατα, μυτερό γενάκι, οπλές τράγου για παπούτσια, μακριές ουρές και τρίαινα στο χέρι.
Δεν υπήρχαν τρίαινες, ούτε μακριές ουρές και οπλές. Αντίθετα ειδε και μερικές γραβάτες. Παλιές.
Φαίνονταν να ήταν «κανονικοί». Θα μου πεις, οι περισσότεροι έτσι φαίνονται. Και εκεί είναι που γίνονται δράματα. Τέλος πάντων.
«Λάθος γαμώ την τύχη μου μέσα!...» μουρμούρισε.
Κοίταξε προς την κλειστή πόρτα που μόλις πριν λίγο είχε διαβεί για να μπει και ξεκίνησε να βγει έξω να ανασάνει και να πάρει ένα τηλέφωνο να δει τι σκατά έγινε.

Ανοίγοντας την πόρτα και ακριβώς απ’ έξω, καθισμένο σε ένα παρτεράκι είδε τον συγγραφέα του βιβλίου. Δεν γνωρίζονταν αλλά τον είχε ξαναδεί. Συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι του και του συστήθηκε ως «φίλος του φβ».
[Πόσο ξεφτίλα ρε συ; Πόσο; Τι μαλακίες λες του ανθρώπου;]
(Σκάσε ρε, εντάξει, έτσι μου βγήκε. Τι θες τώρα;)
Στην πορεία του ανταμώματος των χεριών, ντράπηκε πολύ, «τι σκατά κάνω τώρα; Τι τον ενοχλώ τον άνθρωπο. Του τα ζαλίζουν τόσοι, εσύ γιατί;». Παρ΄ όλα αυτά η χειραψία ολοκληρώθηκε με αμήχανα χαμόγελα και με κερασάκι την ηλίθια ερώτηση «Τι γίνεται;» για να παίρνει την πρέπουσα απάντηση: «Να εδώ, παρουσιάζουμε ένα βιβλίο μου».
«Ναι, το ξέρω, γι΄αυτό ήρθα» ήταν η απάντηση και του έδειξε το μόλις αγορασμένο βιβλίο.
«Οι άλλοι μέσα, τι φάση;;» ξαναρώτησε.
(Μαλάκα, είσαι και θρασύς! Συνεχίζεις να τον πρήζεις τον άνθρωπο…)
Ήρεμη και στωική η απάντηση «Ε, δεν έχουν τελειώσει οι προηγούμενοι…»
Του ψέλλισε κάτι ανούσιο και αποσύρθηκε στα πεζούλια, να τον αφήσει ήσυχο τον άνθρωπο, με την παρέα του. Θα τον άκουγε μέσα άλλωστε.

Ο φοιτητής εξακολουθούσε τα δικά του.
Οι όρθιες συντροφιές εξακολουθούσαν να εστιάζουν στα δικά τους.
Έμεινε να κοιτάζει την Πόρτα.
Όχι του χώρου της παρουσίασης, αλλά το εξώφυλλο του βιβλίου:

Η Πόρτα – Δημήτρης Τσεκούρας / εκδόσεις «έρμα»

Έστριψε τσιγάρο. Ένα. Το κάπνισε. Μετά και ένα δεύτερο. Το κάπνισε κι αυτό. Ο φίλος δεν θα ερχόταν του είπε στο τηλέφωνο. Καθόταν μόνος στο κρύο πεζούλι κοιτάζοντας μια την πόρτα και μια την Πόρτα.
Το βιβλίο δεν το είχε διαβάσει ακόμη. Από τη πόρτα άρχισαν να βγαίνουν απελπιστικά αργά οι «προηγούμενοι». Ανοιγόκλεινε η πόρτα, μπαινόβγαινε κόσμος. Ανοιγόκλεινε την Πόρτα, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του να διαβάσει τίποτα. Όχι εδώ. Όχι τώρα.

Και κάπου εκεί, αισθάνθηκε άσχημα. Για δύο λόγους.

Ο ένας ήταν που, είχε περάσει ένα σαραντάλεπτο από την προγραμματισμένη έναρξη της παρουσίασης του βιβλίου και οι «άλλοι» μέσα δεν είχαν τελειώσει. Και όταν τελείωναν, οι σερβιτόροι θα προσπαθούσαν να ετοιμάσουν λίγο την αίθουσα, ώστε να μπουν οι επόμενοι. Φύγε εσύ - έλα εσύ δηλαδή. Διαδικασία φασόν. Και θεωρούσε πως αυτό ήταν προσβλητικό τόσο για τον κόσμο που περίμενε, όσο -και κυρίως- για τον συγγραφέα.

Ο άλλος λόγος ήταν πως, δεν είχε διαβάσει το βιβλίο. Και αυτό ήταν προσβλητικό για τον ίδιο.
(-Να καταλάβεις τι ρε χάπατο; Αφού δεν το έχεις διαβάσει…
-Σκάσε ρε! Ήρθα τώρα, πάει…)
Και σαν μην έφταναν αυτά, είχε δείξει και θράσος να πάει να του απλώσει την χερούκλα του και να του συστηθεί. Ως «φίλος από το φβ». Δεν του έλεγε καλύτερα· «Καθηγητής και Γονιός – Ερασιτέχνης Πορτιέρης δηλαδή». Πιο πετυχημένο θα ήταν.

Σηκώθηκε και έφυγε. Ήρεμα. Σιωπηλά. Χωρίς δικαιολογίες. Απλά, έφυγε.

Δεν θα ευχαριστιόταν την παρουσίαση, το ήξερε πια μέσα του.

Ίσως μιαν άλλη φορά.
----------------……..------------

Μερικές μέρες μετά αποφάσισε να διαβάσει το βιβλίο.
Είχε φροντίσει βέβαια με προσοχή, να μην διαβάσει από πριν ΚΑΜΙΑ κριτική ή παρουσίαση για το βιβλίο. Ήθελε να έχει το μυαλό «καθαρό». Το δικαιούνταν και ο συγγραφέας και ο ήρωάς του. Και ο ίδιος. Μπας και ξεπλενόταν λίγο κι εκείνη η εντελώς αποτυχημένη «αυτοσύσταση». (Άκου ρε ¨φίλος του φβ¨! Βλάκα, ε βλάκα!...)

Θυμόταν πως ήταν μέρος τριλογίας. Εσωτερικό βιβλίο. Ημερολόγιο. Καταγραφή. Προσωπική. Αλλά όχι μόνο. Με χιούμορ. Ιδιαίτερο. Άλλοτε υποχθόνιο, άλλοτε πιο φανερό. Με σκέψεις οικείες. Κάποιες φορές επικίνδυνα οικείες. Με την οπτική του μέσα και του έξω να μπλέκονται η μια μέσα στην άλλη. Και κινηματογραφικές-σεναριακές αφηγήσεις σε κάποια σημεία. Και αυτοσαρκασμό, αυτοέκθεση, αυτολύτρωση. Μπα, όχι αυτολύτρωση. Αυτοανάλυση και αυτοκριτική. Συνεχή. Κάργα στους συμβολισμούς και στους εσωτερικούς μονολόγους. Και έντεχνα κρυμμένα μέσα, ως κομμάτια του όλου, και θέατρο και ψυχολογία και ψυχανάλυση και καταραμένοι συγγραφείς. Μάλιστα, όταν εντόπιζε κανένα τέτοιο και δεν ήταν σίγουρος, το γκουγκλαρε. Και το έβρισκε. Και χαμογέλαγε για το «συγγραφικό κόλπο» της ενσωμάτωσης. Σαν μικρά τεστ. Αόρατα. Για «αυτοτεστάρισμα» του αναγνώστη. Ωραιότατα.

Του άρεσε αυτή η γραφή. Μέσα από το προσωπικό του φίλτρο, του θύμιζε πολλά. Σκόρπια και χρόνια πίσω, αλλά πολλά. Κάτι φίλους που έφυγαν, κάτι παλιά κόμικ, κάτι παλιά βιβλία κάτι μισά μεθύσια και κάτι βαθιές κουβέντες. Που δεν τελείωσαν ποτέ. Επειδή δεν έπρεπε να τελειώσουν. Επειδή, σκόνταφταν πάνω στο θεμελιώδες ερώτημα: «Από ποια μεριά της Πόρτας είσαι, τι βλέπεις, τι επιθυμείς, που θες να πας, γιατί πρέπει να επιλέξω, ποιος μαλάκας καθορίζει που θα μπαίνουν πόρτες, τι χρήση θα έχουν, πότε τις περνάμε, τι σκατά χρειάζονται στην τελική, ποιος είσαι ρε; - εσύ είμαι ρε βλάκα, τι υπάρχει από την άλλη μεριά, υπάρχει όντως άλλη μεριά;» και τέτοια.

Και για να έρθει να δέσει το όλο σκηνικό της ανάγνωσης, έβαλε στο γιουτουμπ και έπαιζε αποκλειστικά Genesis, Emerson-Lake & Palmer, Pink Floyd.
Ειδικά με τους Floyd, τα The Wall, The Division Bell, The Endless River, έφτιαξε ένα φοβερό προσωπικό soundtrack.

Τελικά, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο με τις Πόρτες.
Όσο μυστήριο κρύβουν κλειστές, άλλο τόσο δέος παρουσιάζουν μισάνοιχτες.
Φαντάσου λοιπό τον πανικό όταν δεν υπάρχουν καθόλου. Ή όταν απομυθοποιούνται.
Αμέτρητες οι ιστορίες και οι επιλογές.

Αποφάσισε τελικά, πως καλύτερα που έφυγε στην παρουσίαση. Το διάβασε το βιβλίο και το «βίωσε» μόνος του. Με τον εαυτό του. Όπως πρέπει πρώτα ο καθένας να αναμετριέται. Να αποφασίσει ο καθένας ποια κλειδιά του αντιστοιχούν σε ποιές πόρτες και αν τελικά αξίζουν να υπάρχουν ως τέτοιες. Και γιατί. Και μέχρι πότε.
Και τέτοια ζυγίσματα, καλό είναι να γίνονται πρώτα ιδιωτικά.
Και έντονη η αίσθηση  πως κάπως έτσι θα προτιμούσε και ο ίδιος ο συγγραφέας να «βιωθεί» η ανάγνωσή του. Μάλλον δηλαδή. Στην τελική, ό΄τι ήθελε να πει το είπε. Το τι θα αποθησαυρίσει ο κάθε αναγνώστης, δεν το ορίζει πια. Και δεν τον αφορά ίσως.
Αλλά με τα ιδιαίτερα βιβλία και τις ιδιαίτερες γραφές δεν μπορείς να είσαι και ποτέ σίγουρος 100%.
Όπως και με τις μισάνοιχτες ή ξεχαρβαλωμένες πόρτες.

Εν κατακλείδι· ήξερε πια πως του άρεσε το βιβλίο και θα το ξαναδιαβάσει κάποια στιγμή.
Αυτά και fade out…