Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Η Πόρτα, Δημήτρης Τσεκούρας, έρμα, 2019


Έφτασε καθυστερημένος. Δέκα λεπτά περίπου. Είδε κόσμο μαζεμένο απ’ έξω. Αρκετοί όρθιοι, μαζεμένοι έξω από την πόρτα.
Κάποιοι ήταν καθιστοί στα εξωτερικά τραπέζια, αλλά μάλλον ήταν άσχετοι με τα τεκταινόμενα. Στους καθιστούς υπερίσχυε η φωνή ενός νεαρού φοιτητή –μάλλον-, wannabe κάτι, που έδινε την αίσθηση πως καπέλωνε τις κουβέντες των υπολοίπων της παρέας του μιλώντας με στόμφο και σιγουριά για το θέμα. Το όποιο θέμα.
Στους ορθίους, υπήρχαν μικρά πηγαδάκια, χαμηλόφωνα, που αισθητικά τουλάχιστον υπερκάλυπταν τις φανφάρες του φοιτητή. Φαίνονταν επιλεκτικοί άνθρωποι, που έχουν φάει στην μάπα διαφορών λογιών λογύδρια και δεν έδιναν σημασία πια.
Και μέσα όμως, φαινόταν κόσμος καθισμένος να παρακολουθεί.
Αγχώθηκε πως η παρουσίαση είχε αρχίσει και τάχυνε το βήμα.
Προσπέρασε με ελιγμούς, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Ο χώρος γνωστός, είχε παρευρεθεί και σε άλλες παρουσιάσεις βιβλίων εκεί.

Με το που μπήκε, κοίταξε το πάνελ και δεν είδε κανέναν γνωστό. Σκάναρε και τους καθισμένους και παρακολουθούντες, ούτε κι εκεί.
Μόλις μάλιστα άκουσε και την φράση από έναν από τους ομιλητές «… στην Μακεδονία, όταν εξέλειπε ο κομουνιστικός κίνδυνος…», τα έχασε τελείως.
Ξανακοίταξε άλλη μια φορά. Το κοινό, δεν φαινόταν να έχει –εξωτερικά τουλάχιστον- κανένα χαρακτηριστικό εκείνων που ήξερε πως θα ήταν στην βιβλιοπαρουσίαση που είχε έρθει να παρακολουθήσει. Δηλαδή, κόκκινα μάτια και κέρατα, μυτερό γενάκι, οπλές τράγου για παπούτσια, μακριές ουρές και τρίαινα στο χέρι.
Δεν υπήρχαν τρίαινες, ούτε μακριές ουρές και οπλές. Αντίθετα ειδε και μερικές γραβάτες. Παλιές.
Φαίνονταν να ήταν «κανονικοί». Θα μου πεις, οι περισσότεροι έτσι φαίνονται. Και εκεί είναι που γίνονται δράματα. Τέλος πάντων.
«Λάθος γαμώ την τύχη μου μέσα!...» μουρμούρισε.
Κοίταξε προς την κλειστή πόρτα που μόλις πριν λίγο είχε διαβεί για να μπει και ξεκίνησε να βγει έξω να ανασάνει και να πάρει ένα τηλέφωνο να δει τι σκατά έγινε.

Ανοίγοντας την πόρτα και ακριβώς απ’ έξω, καθισμένο σε ένα παρτεράκι είδε τον συγγραφέα του βιβλίου. Δεν γνωρίζονταν αλλά τον είχε ξαναδεί. Συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι του και του συστήθηκε ως «φίλος του φβ».
[Πόσο ξεφτίλα ρε συ; Πόσο; Τι μαλακίες λες του ανθρώπου;]
(Σκάσε ρε, εντάξει, έτσι μου βγήκε. Τι θες τώρα;)
Στην πορεία του ανταμώματος των χεριών, ντράπηκε πολύ, «τι σκατά κάνω τώρα; Τι τον ενοχλώ τον άνθρωπο. Του τα ζαλίζουν τόσοι, εσύ γιατί;». Παρ΄ όλα αυτά η χειραψία ολοκληρώθηκε με αμήχανα χαμόγελα και με κερασάκι την ηλίθια ερώτηση «Τι γίνεται;» για να παίρνει την πρέπουσα απάντηση: «Να εδώ, παρουσιάζουμε ένα βιβλίο μου».
«Ναι, το ξέρω, γι΄αυτό ήρθα» ήταν η απάντηση και του έδειξε το μόλις αγορασμένο βιβλίο.
«Οι άλλοι μέσα, τι φάση;;» ξαναρώτησε.
(Μαλάκα, είσαι και θρασύς! Συνεχίζεις να τον πρήζεις τον άνθρωπο…)
Ήρεμη και στωική η απάντηση «Ε, δεν έχουν τελειώσει οι προηγούμενοι…»
Του ψέλλισε κάτι ανούσιο και αποσύρθηκε στα πεζούλια, να τον αφήσει ήσυχο τον άνθρωπο, με την παρέα του. Θα τον άκουγε μέσα άλλωστε.

Ο φοιτητής εξακολουθούσε τα δικά του.
Οι όρθιες συντροφιές εξακολουθούσαν να εστιάζουν στα δικά τους.
Έμεινε να κοιτάζει την Πόρτα.
Όχι του χώρου της παρουσίασης, αλλά το εξώφυλλο του βιβλίου:

Η Πόρτα – Δημήτρης Τσεκούρας / εκδόσεις «έρμα»

Έστριψε τσιγάρο. Ένα. Το κάπνισε. Μετά και ένα δεύτερο. Το κάπνισε κι αυτό. Ο φίλος δεν θα ερχόταν του είπε στο τηλέφωνο. Καθόταν μόνος στο κρύο πεζούλι κοιτάζοντας μια την πόρτα και μια την Πόρτα.
Το βιβλίο δεν το είχε διαβάσει ακόμη. Από τη πόρτα άρχισαν να βγαίνουν απελπιστικά αργά οι «προηγούμενοι». Ανοιγόκλεινε η πόρτα, μπαινόβγαινε κόσμος. Ανοιγόκλεινε την Πόρτα, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό του να διαβάσει τίποτα. Όχι εδώ. Όχι τώρα.

Και κάπου εκεί, αισθάνθηκε άσχημα. Για δύο λόγους.

Ο ένας ήταν που, είχε περάσει ένα σαραντάλεπτο από την προγραμματισμένη έναρξη της παρουσίασης του βιβλίου και οι «άλλοι» μέσα δεν είχαν τελειώσει. Και όταν τελείωναν, οι σερβιτόροι θα προσπαθούσαν να ετοιμάσουν λίγο την αίθουσα, ώστε να μπουν οι επόμενοι. Φύγε εσύ - έλα εσύ δηλαδή. Διαδικασία φασόν. Και θεωρούσε πως αυτό ήταν προσβλητικό τόσο για τον κόσμο που περίμενε, όσο -και κυρίως- για τον συγγραφέα.

Ο άλλος λόγος ήταν πως, δεν είχε διαβάσει το βιβλίο. Και αυτό ήταν προσβλητικό για τον ίδιο.
(-Να καταλάβεις τι ρε χάπατο; Αφού δεν το έχεις διαβάσει…
-Σκάσε ρε! Ήρθα τώρα, πάει…)
Και σαν μην έφταναν αυτά, είχε δείξει και θράσος να πάει να του απλώσει την χερούκλα του και να του συστηθεί. Ως «φίλος από το φβ». Δεν του έλεγε καλύτερα· «Καθηγητής και Γονιός – Ερασιτέχνης Πορτιέρης δηλαδή». Πιο πετυχημένο θα ήταν.

Σηκώθηκε και έφυγε. Ήρεμα. Σιωπηλά. Χωρίς δικαιολογίες. Απλά, έφυγε.

Δεν θα ευχαριστιόταν την παρουσίαση, το ήξερε πια μέσα του.

Ίσως μιαν άλλη φορά.
----------------……..------------

Μερικές μέρες μετά αποφάσισε να διαβάσει το βιβλίο.
Είχε φροντίσει βέβαια με προσοχή, να μην διαβάσει από πριν ΚΑΜΙΑ κριτική ή παρουσίαση για το βιβλίο. Ήθελε να έχει το μυαλό «καθαρό». Το δικαιούνταν και ο συγγραφέας και ο ήρωάς του. Και ο ίδιος. Μπας και ξεπλενόταν λίγο κι εκείνη η εντελώς αποτυχημένη «αυτοσύσταση». (Άκου ρε ¨φίλος του φβ¨! Βλάκα, ε βλάκα!...)

Θυμόταν πως ήταν μέρος τριλογίας. Εσωτερικό βιβλίο. Ημερολόγιο. Καταγραφή. Προσωπική. Αλλά όχι μόνο. Με χιούμορ. Ιδιαίτερο. Άλλοτε υποχθόνιο, άλλοτε πιο φανερό. Με σκέψεις οικείες. Κάποιες φορές επικίνδυνα οικείες. Με την οπτική του μέσα και του έξω να μπλέκονται η μια μέσα στην άλλη. Και κινηματογραφικές-σεναριακές αφηγήσεις σε κάποια σημεία. Και αυτοσαρκασμό, αυτοέκθεση, αυτολύτρωση. Μπα, όχι αυτολύτρωση. Αυτοανάλυση και αυτοκριτική. Συνεχή. Κάργα στους συμβολισμούς και στους εσωτερικούς μονολόγους. Και έντεχνα κρυμμένα μέσα, ως κομμάτια του όλου, και θέατρο και ψυχολογία και ψυχανάλυση και καταραμένοι συγγραφείς. Μάλιστα, όταν εντόπιζε κανένα τέτοιο και δεν ήταν σίγουρος, το γκουγκλαρε. Και το έβρισκε. Και χαμογέλαγε για το «συγγραφικό κόλπο» της ενσωμάτωσης. Σαν μικρά τεστ. Αόρατα. Για «αυτοτεστάρισμα» του αναγνώστη. Ωραιότατα.

Του άρεσε αυτή η γραφή. Μέσα από το προσωπικό του φίλτρο, του θύμιζε πολλά. Σκόρπια και χρόνια πίσω, αλλά πολλά. Κάτι φίλους που έφυγαν, κάτι παλιά κόμικ, κάτι παλιά βιβλία κάτι μισά μεθύσια και κάτι βαθιές κουβέντες. Που δεν τελείωσαν ποτέ. Επειδή δεν έπρεπε να τελειώσουν. Επειδή, σκόνταφταν πάνω στο θεμελιώδες ερώτημα: «Από ποια μεριά της Πόρτας είσαι, τι βλέπεις, τι επιθυμείς, που θες να πας, γιατί πρέπει να επιλέξω, ποιος μαλάκας καθορίζει που θα μπαίνουν πόρτες, τι χρήση θα έχουν, πότε τις περνάμε, τι σκατά χρειάζονται στην τελική, ποιος είσαι ρε; - εσύ είμαι ρε βλάκα, τι υπάρχει από την άλλη μεριά, υπάρχει όντως άλλη μεριά;» και τέτοια.

Και για να έρθει να δέσει το όλο σκηνικό της ανάγνωσης, έβαλε στο γιουτουμπ και έπαιζε αποκλειστικά Genesis, Emerson-Lake & Palmer, Pink Floyd.
Ειδικά με τους Floyd, τα The Wall, The Division Bell, The Endless River, έφτιαξε ένα φοβερό προσωπικό soundtrack.

Τελικά, υπάρχει κάτι ιδιαίτερο με τις Πόρτες.
Όσο μυστήριο κρύβουν κλειστές, άλλο τόσο δέος παρουσιάζουν μισάνοιχτες.
Φαντάσου λοιπό τον πανικό όταν δεν υπάρχουν καθόλου. Ή όταν απομυθοποιούνται.
Αμέτρητες οι ιστορίες και οι επιλογές.

Αποφάσισε τελικά, πως καλύτερα που έφυγε στην παρουσίαση. Το διάβασε το βιβλίο και το «βίωσε» μόνος του. Με τον εαυτό του. Όπως πρέπει πρώτα ο καθένας να αναμετριέται. Να αποφασίσει ο καθένας ποια κλειδιά του αντιστοιχούν σε ποιές πόρτες και αν τελικά αξίζουν να υπάρχουν ως τέτοιες. Και γιατί. Και μέχρι πότε.
Και τέτοια ζυγίσματα, καλό είναι να γίνονται πρώτα ιδιωτικά.
Και έντονη η αίσθηση  πως κάπως έτσι θα προτιμούσε και ο ίδιος ο συγγραφέας να «βιωθεί» η ανάγνωσή του. Μάλλον δηλαδή. Στην τελική, ό΄τι ήθελε να πει το είπε. Το τι θα αποθησαυρίσει ο κάθε αναγνώστης, δεν το ορίζει πια. Και δεν τον αφορά ίσως.
Αλλά με τα ιδιαίτερα βιβλία και τις ιδιαίτερες γραφές δεν μπορείς να είσαι και ποτέ σίγουρος 100%.
Όπως και με τις μισάνοιχτες ή ξεχαρβαλωμένες πόρτες.

Εν κατακλείδι· ήξερε πια πως του άρεσε το βιβλίο και θα το ξαναδιαβάσει κάποια στιγμή.
Αυτά και fade out…

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Οι Πικροί Άνθρωποι - Νίκος Κυριακίδης, Όστρια, 2018



Ως συναίσθημα δεν περιγράφεται εύκολα. Όπως και η αποτίμησή της. Δεν μεταφέρεται. Δεν δανείζεται. Δεν εξηγείται. Τα συμπτώματά της είναι εκείνα που περιγράφονται πιο εύκολα.
Μπορεί να γίνεται αντιληπτή με διαφορετικούς τρόπους, σε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους.
Είναι βίωμα η Πίκρα.
Είναι η αναμέτρηση του θέλω με το μπορώ.
Του αξίζω με το έχω.
Του επιθυμώ με το κατάφερα.
Εμφανίζεται πάντα παρέα με την συνειδητοποίηση. Με την έλλειψη εναλλακτικών. Με την αδικία. Με την εξάπλωση της ασχήμιας. Με την αναστολή της ομορφιάς. Με το πέρασμα ανενεργού χρόνου. Με την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων. Και με πολλές άλλες αιτίες.
Η δυσκολία περιγραφής της με ξεκάθαρα και στέρεα λόγια, ενισχύουν περισσότερο το εσωτερικότητα της υφής της.
Και όπως γίνεται και σε οτιδήποτε «εσωτερικό», κάπου εκεί, αναλαμβάνει η Τέχνη να καταγράψει. Να εξηγήσει.
Όπως η μουσική, η ζωγραφική, η λογοτεχνία.
Και κυρίως η Ποίηση.
Εκεί κοντά παίζουν τον ρόλο τους και οι Συμβολισμοί.
Οι Επιλογές.
Οι Εικόνες.
Και αρκετά συχνά και το Τυχαίο.
Συνδυαζόμενα έτσι ώστε να κρατήσεις τελικά στα χέρια σου, σε μορφή βιβλίου, το τυπωμένο σε λέξεις θερμικό αποτύπωμα των ανθρώπων μιας πικραμένης χώρας.
Των Πικρών Ανθρώπων.
Που αρκετούς τους ξέρεις, τους έχεις δει, τους έχεις νιώσει.
Κι ας μην τους γνωρίζεις.
Και κάποιους τους είδες και στην παρουσίαση του βιβλίου.
Αναγνωρίζεις το αποτύπωμα που αφήνουν οι ζωντανοί και όσοι θεωρούνται ως τέτοιοι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, είτε παρόντες είτε όχι.
Χαμογελάς πικρά με την σιωπηλή αισθητική των λέξεων ασπρόμαυρη βροχή πάνω από τον βίο και την καθημερινή προσπάθεια ζωής.
Περπατώντας, μουρμουρίζοντας ή τραγουδώντας.
Καθρέπτης ειλικρίνειας  του προσωπικού στο κοινωνικό.
Και το αντίστροφο.
Ένα βιβλίο - φιλικό χτύπημα στην πλάτη, ένα συντροφικό σιωπηλό βλέμμα, μια άτυπη συνοδεία για όσους σκέφτηκαν κάποια στιγμή
«… πως πλησιάζει η επιστροφή στο σπίτι.
Μια ακόμη δύσκολη επιστροφή που όμως αξίζει
Όσο μια ολόκληρη ζωή.
Άχτιστο ακόμη, μα νάχει θέση τ’ όνειρο πως κάτι μετά θα έρθει…»
Κι έχουμε ανάγκη την καταγραφή της αισιόδοξης απαισιοδοξίας μας.
Έχουμε ανάγκη να αισθανόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι μας.
Αλλιώς οι ανάσες στην «μαύρη χώρα» μυρίζουν θειάφι και αποσύνθεση.
Και προκαλούν ανυπόφορο το αίσθημα πνιγμού σε όλους όσους «ζούμε με την μύτη».
Γι΄ αυτό και επιμένουμε.
Η επιβίωση περνάει μέσα από την κίνηση, τις λέξεις, τα χρώματα, την θάλασσα.
Κι αυτό που σημαίνουν.
«… Ακόμη υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν να παίρνουν τα πόδια τους
Να διασχίζουν την μαύρη χώρα πέρα-δώθε και μέσα στη νύχτα
Ονειρεύονται κάτι γαλάζιο…»
Συνέχεια.
Έστω και ερήμην κάποιες φορές.
Γνωρίζοντας σιωπηλά πως
« …Ο πεθαμένος ήλιος
Ξαναγεννιέται κάθε μέρα»

Ο κώδικας των Πικρών Ανθρώπων, κρύβεται στα μάτια εκείνων που χαμογελούν πικρά ο ένας στον άλλον.
Και δεν χρειάζεται να πουν πολλά.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2019

The Weight (για τους παλιούς φίλους και τους αιώνια περιπλανώμενους)






Συμβαίνει καμιά φορά, να ψάχνεις σε παλιά συρτάρια

Και συμβαίνει καμιά φορά, αυτά τα συρτάρια να σου πετάνε στα μούτρα παλιά χαρτιά, απαντήσεις φίλου πριν από δώδεκα χρόνια, ως μήνυμα σε forum που δεν υπάρχει πια.

Συμβαίνει να τα είχες τυπώσει για να τα διαβάσεις με την ησυχία σου.

Συμβαίνει να τα είχες ξεχάσει

Συμβαίνει ο ίδιος φίλος να λέει πια πως "περασμένα-ξεχασμένα".

Όπως ακριβώς συμβαίνει η ζωή δηλαδή.

Με τις αντινομίες της, τις αλλαγές της, τις συμβάσεις της.

Με το νερό στο κρασί της.

Πρόσωπα περνάνε και φεύγουν.

Και έρχονται άλλα, να κουβαλήσουν με την σειρά τους παλιούς σταυρούς.

Ευτυχώς κάποιοι φίλοι παραμένουν.

Και οι κουβέντες τους εξακολουθούν και σφάζουν...









Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Αντεστραμμένο είδωλο






Δείγμα χαρακτήρα, το να μην ρίχνεις αλάτι στις πληγές των φίλων.
Δείγμα χαρακτήρα το να μην αφήνεις τις δικές σου να κλείσουν.
Όπως το διαρκές και ακούσιο γύμνασμα της περιφερειακής όρασης.
Ευτυχώς, λειτουργεί ακόμη. 
Όση απέμεινε, ακονίζεται.
Έγινε αντανακλαστικό επιβίωσης.
Ζυγίζεται γδαρμένο και βουβό το είδωλό σε βιτρίνες, τζαμαρίες πολυκατοικιών, στον καθρέπτη.
Τα αντεστραμμένα λειτουργούν ως υπενθύμιση.
Κοίτα πως μεγαλώνουν τα μαλλιά και τα νύχια, ακόμη κι όταν η ζωή έχει αποχωρήσει!
Σαν τις φορές που ένα ουφ σου θυμίζει πως υπάρχει ακόμη πορεία.
Άλλωστε, στις ώρες που πονούν το θέμα δεν είναι οι λέξεις, ούτε η χρήση τους.
Είναι η απουσία τους.
Είναι οι σιωπές του ειδώλου και του Άλλου.
Είναι το φορτίο που περιέχουν τα άφωνα.
Η θλίψη του αγόγγυστου.
Η ιχνογράφηση των βλεμμάτων.

Ακούω πως το θέμα είναι που αλλάζουν γοργά οι εποχές και οι συνθήκες.
Λέω πως σέρνονται ύπουλα οι αιτίες και οι συνήθειες.
Που μάθαμε να ζούμε μετρώντας βήματα και απώλειες.

Ίσως και να είναι που ξεχνάμε 
όλο και περισσότερο 
τον τρόπο που ξεπαγώνουν οι ανάσες μας.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Διαρκώς...



Τα πρόχειρα σάντουιτς και οι πλαστικές σακούλες με τρόφιμα που περνάγανε μέσα χέρι με χέρι.

Τα τσιγάρα που πήγαιναν οι οικοδόμοι στην πύλη

Τα δάκρυα και η γραπατσαλωμένη αγωνία σε ροζιασμένα βλέμματα και χέρια που συνόδευαν τα «Να προσέχετε παιδιά μου, να προσέχετε!...»

Τα φάρμακα μέσα σε τσάντες κουστουμαρισμένων γιατρών και τσέπες σακακιών υπεράνω υποψίας.
Τα χειροκροτήματα των επιβατών των τρόλλεϋ στην Πατησίων.

Τα ανήσυχα βλέμματα των χαφιέδων στην γωνία της Στουρνάρη.

Η αρρωστημένη λύσσα των ακροβολισμένων σκοπευτών στο κτήριο του ΟΤΕ και στις ταράτσες γύρω πολυκατοικιών.

Τα ερωτευμένα αγκαλιάσματα κάτω από τις νεραντζιές στο προαύλιο, με τις προκηρύξεις στα χέρια.

Το μελάνι πολυγράφου στα δάχτυλα που πάσχιζαν να μην λερώσουν το ψωμί που συνωμοτικά έφερνε από την πλαϊνή πύλη το ζευγάρι των υπερήλικων ταβερνιάρηδων.

Οι πόρτες των πολυκατοικιών που άνοιγαν στα κυνηγητά.

Οι ανώνυμες προσωπικές συνειδησιακές μάχες «να μπω ή όχι», ανεξαρτήτως τελικής επιλογής.

Τα αυτιά που ήταν αγκιστρωμένα στο ραδιάκι, προσπαθώντας μέσα από παρεμβολές να μάθουν.

Τα «έχεις παιδί! Που πας;;;» που κοπάναγαν με κλάματα εγκλωβισμένης μανίας φτωχικές εξώπορτες στις Δυτικές Συνοικίες.

Εκείνα που ελάχιστοι γνωρίζουν, έξω από την κλειστή πόρτα του ραδιοφωνικού σταθμού και η για ιστορικούς λόγους αποσιώπησή τους.

Το «8» που δεν υπήρξε, που ήταν «κατασκευασμένο», που ακόμη ενοχλεί.

Η μυθοποίηση, η απαξίωση, η ενσωμάτωση, η ιδιωτική και πολιτική χρήση, η ανοχή, η σιχασιά για πρόσωπα.

Ο κόμπος στον λαιμό όσων ήταν εκεί και ακόμη θυμούνται, το βλέμμα πέρα όσων ήξεραν ή έμαθαν.
Οι λίγοι, οι ελάχιστοι που ακόμα.

Κάποιες μοναχικές φιγούρες, που στηρίζονταν σε στύλους και έκλαιγαν βουβά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι που δεν ξαναφάνηκαν ποτέ.

Η φωτογραφία της κυρίας Σοφίας στο μπαλκόνι απέναντι, με την Ιστορία στην φωνή και την ροή του χρόνου στα πόδια της.

Οι ζωές που γιγαντώθηκαν ή εκμηδενίστηκαν μέσα σε ένα τριήμερο στην Πατησίων. Κι εκείνες που αναρωτιούνται ακόμη για όλα, πολλά χρόνια έπειτα.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Οι μαυροφορεμένες μάνες. Που ό΄τι έμαθαν και όσες έμαθαν, το κράτησαν μαζί τους.

Τα πορίσματα, οι φήμες, οι συγκαλύψεις, η σπέκουλα, η λάσπη, τα ψέματα, η προπαγάνδα.

Όλα εκείνα που ακολούθησαν. Οι νέοι νεκροί. Μετά.

Οι πεθαμένοι μέσα τους. Από τότε.

Η ανατριχίλα των λίγων, κάθε φορά που περνούν από μπροστά.

Το μοναχικό κεφάλι δίπλα στην πύλη και όσα θα ήθελε να πει.

Το σιωπηλό και μοναχικό επετειακό τσιγάρο στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλο και πιο αραιά πια. Συνήθως δυό ημέρες πριν το επίσημα καθιερωμένο λειτουργικό.

Ο ήλιος που εξακολουθεί και ανατέλλει από το ίδιο σημείο. Και δύει όποτε γουστάρει αυτός.

Η προσπάθεια να μην διαγράψω ετούτο το κείμενο.

Η ζωή που τραβάει την ανηφόρα.

Διαρκώς…

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2018

Fly Like An Eagle





Τον έβλεπε αρκετές μέρες τώρα.

Δεν ήταν ντόπιος. Δεν ερχόταν με παρέα.

Ήταν σίγουρος πως δεν τον γνώριζε, αλλά του φαινόταν ανεξήγητα οικείος σαν φυσιογνωμία. Με εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο που τυχαίες ματιές αγνώστων φέρνουν αμηχανία υποδηλώνοντας κοινή πορεία σε άλλες ζωές, σε παράλληλες διαστάσεις.

Ερχόταν στο μπαρ λίγο πριν ο ήλιος βουτήξει στην θάλασσα, πάντα φορώντας τζιν, παλιομοδίτικα αθλητικά παπούτσια, φαρδιά μπλουζάκια με πρωτότυπα και αλληγορικά σχέδια και καρικατούρες, έπαιρνε ξηρό τζιν με πάγο, μετά ένα δεύτερο και τέλος ένα τρίτο με ένα τόνικ.

Μεγαλύτερος ηλικιακά από τον μέσο όρο της πελατείας, πήγαινε στο πιο ακριανό σημείο της παραλίας, σε εκείνο με τα βράχια, εκεί που η μουσική γκέλαρε πάνω στον φυσικό  τοίχο των βράχων δημιουργώντας ένα αντηχείο, εκεί που η ισορροπία ήταν ιδιαίτερα ασταθής και απρόβλεπτη και δεν πλησίαζαν οι άλλοι, ανέβαινε πάνω, καθόταν σταυροπόδι σαν παλιός ινδιάνος, κέντραρε στον ορίζοντα, έστριβε τσιγάρα, έπινε αργά και κάπνιζε.

Τον παρακολουθούσε να κάθεται εκεί ακίνητος, ενώ στο υπόλοιπο μπαρ υπήρχε ένας κυματιστός οργασμός γέλιων, χαχανητών, χορευτικών, μεθυσμένων όρκων, δεκάδων Εγώ που αναζητούσαν πραγμάτωση στην τύχη της μιας βραδιάς. Το καλοκαίρι φουλ στα στερεότυπά του.
Εκείνος μόνος  στα βράχια, αμέτοχος, εστιασμένος πέρα, ελάχιστες φορές κουνιόταν μόνο στον ρυθμό όταν κάποια παλιάς κοπής κομμάτια αντηχούσαν από τα βράχια πάνω του. Κατέβαινε να πάρει άλλο ένα ποτό, πλήρωνε αμίλητος και πίσω στον βράχο.
Στα τρία ποτά, επέστρεφε το ποτήρι και έφευγε σιωπηλός.

Την βραδιά που είχε ανακοινωθεί πως θα υπήρχε βροχή πεφταστεριών, αποφάσισε να τεστάρει κάτι.
Με το που εμφανίστηκε και πήγε να παραγγείλει, έκανε μίξη ένα συγκεκριμένο playlist που είχε φτιάξει, με κομμάτια μιας περασμένης γενιάς, μιξαρισμένη για τις δικές του στιγμές, για τα δικά του χασίματα, φόρος τιμής για ιστορίες που έμεναν πια στα αζήτητα, για τις ώρες των ζυγισμάτων.
Δεν είχε και πολύ κόσμο ακόμη, όλοι θα ερχόταν αργότερα να συμμετέχουν στην διαφημισμένη βροχή των Περσείδων, οπότε μπορούσε να αυτοσχεδιάσει.

Με τις πρώτες νότες, τον είδε να χαμογελάει κοιτάζοντας το ξύλο του πάγκου όσο περίμενε την παραγγελία του.
Δεν μίλησε, πήρε το ποτό και ξεκίνησε για τον βράχο του.
Όσο ανέβαινε, ο ορίζοντας του σχεδίαζε ένα κοκκινοκίτρινο περίγραμμα σε ένα γαλάζιο που έπαιρνε να σκοτεινιάζει.

Αυτή την φορά κατέβηκε πιο σύντομα από τις άλλες για το δεύτερο. 
Χαμογελώντας.
Μετά, επέστρεψε πάλι στον βράχο και καπνίζοντας, άρχισε να χορεύει μόνος του τους παλιούς ρυθμούς, με τα χέρια ανοικτά, στο ένα το ποτό, στο άλλο το τσιγάρο και με το βλέμμα πάντα στον ορίζοντα.
Μια απόκοσμη φιγούρα, διασταύρωση αετού, γλάρου, Εσταυρωμένου, Ζορμπά, γερασμένου ινδιάνου πολεμιστή.

Έκανε άλλα τρία δρομολόγια, πάντα σιωπηλός, πάντα χαμογελώντας, επέστρεφε στον βράχο και στεκόταν όρθιος στην ίδια στάση μέχρι που τελείωσε η playlist.

Επιστρέφοντας το τελευταίο ποτήρι, παρήγγειλε και δύο σφηνάκια τεκίλα. Τα πήρε και πήγε μπροστά στην κονσόλα. Τσουγκρίσανε και έσκυψε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια του λέγοντας ήρεμα·
"Σίγουρα κάποια στιγμή έχουμε πιεί από την ίδια θάλασσα. Κράτησέ τα ενθύμιο. Σε ευχαριστώ…"

Άφησε πάνω στον πάγκο το άδειο σφηνάκι μαζί με ένα παλιό τσακμάκι και μια παμπάλαια πένα κιθάρας που πάνω της ίσα που διακρινόταν ένας ξεθωριασμένος αετός με ανοικτά φτερά και έφυγε τρεκλίζοντας.

Στο μπαρ άρχισαν ξανά τα γνωστά στερεότυπα να βρίσκουν τον ρυθμό τους. Η νέα φουρνιά έβγαινε αργά. Στον βράχο άρχισαν να σκάνε κύματα. Οι Περσείδες άρχισαν να γίνονται ορατές, τουλάχιστον για εκείνους που τις έμαθαν από τις ανακοινώσεις σε οθόνες κι εκείνους που έπρεπε άλλοι να τους θυμίζουν να κοιτάνε ψηλά. Πάνω. Πέρα.

Η ζωή προχωρούσε.

Πάντα προχωρούσε.


Δεν τον ξαναείδε ποτέ.




Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Σπουδή στο κίτρινο – Δημήτρης Χριστόπουλος , 2018 , «Το ροδακιό». (Προσωπική ανάγνωση)



Ξεκινάς να διαβάσεις ένα βιβλίο που σου σύστησε φίλος. 
Είσαι αρχικά λιγάκι μαγκωμένος, αφενός επειδή «ξέρεις» διαδικτυακά τον συγγραφέα, ήπιατε και ένα τσίπουρο σε κοινή εκλεκτή παρέα. 
Το έχεις ήδη στα χέρια σου, αλλά τελικά, όπως στα περισσότερα πράγματα, είναι ο χρόνος που επιλέγει πότε θα το ξεκινήσεις.

Δεκαοκτώ ιστορίες, που η μια συνδέεται με την άλλη, όπως οι ιστορίες των ανθρώπων στην πραγματική ζωή. Ξεκινάς να το διαβάζεις όσο βρίσκεσαι μέσα στα έλατα, στα 1200 μέτρα. Το τελειώνεις μέρες αργότερα, κοντά σε θάλασσα. 
Είναι που έπρεπε να παίρνεις ανάσα μετά από κάθε ιστορία. 
Μπούκωνε το λαρύγγι, φούσκωνε το στήθος. 
Επειδή, από την πρώτη ιστορία, άρχισες και εισέπραττες οικείες εικόνες, σκέψεις και συλλογισμούς και αντιδράσεις, πολύ γνωστές, σκάψιμο κανονικό και βαθύ, μέσα σε ένα παλλόμενο  κίτρινο φόντο, ζωντανό αλλά ξεθωριασμένο, μια πραγματικότητα μέγγενη, ένα πανωφόρι που μπάζει από παντού, σαν τρύπια κουρελού, μοναδικό σκέπασμα για μοναξιές και απώλειες, ο εγκλωβισμός στα απόνερα κρίσης, κοινωνικής, οικονομικής αλλά κυρίως εκείνης που πονάει περισσότερο, που αφήνει χαλάσματα, που ισοπεδώνει, η προσωπική, η εσωτερική κρίση. 
Εκείνη που καμία στατιστική δεν θα ασχοληθεί ποτέ μαζί της, που δεν καταγράφεται επισήμως και αρμοδίως, που δεν μετριέται με μαθηματικούς τύπους. 
Ανακαλύπτεται μόνο στα βλέμματα, στις πράξεις, στις αλλοτριωμένες σχέσεις. Και στην αίσθηση που έχουν οι δρόμοι στα Καμίνια, τον Πειραιά, στην Δραπετσώνα, στην Νίκαια, στην Αθήνα, όταν έχεις συνεπιβάτη την μοναξιά στο αυτοκίνητο της ζωής και είναι αργά πια για να νυχτώσει και νωρίς να ξημερώσει. 
Και μένεις να κοιτάζεις εκείνο το θολό κίτρινο στις λάμπες του δρόμου.

Από «ουφ» σε «ουφ», κάθε ιστορία, γι΄αυτό και όρισε τον δικό της χρόνο η ανάγνωση.

Οι κραυγές που δεν έχουν διαφυγή, που μένουν μέσα, οι εκπτώσεις σε εκείνα που υπήρξαν οδηγός ζωής, το ανώφελο, το πλανημένο, το ανικανοποίητο, το προδομένο. 
Καταγεγραμμένα ένα προς ένα. 
Κι όταν κάποιοι χώροι που διαδραματίζονται είναι και σημεία της προσωπικής σου πορείας και αναφοράς, όταν οι σχέσεις και οι αντιδράσεις των ανθρώπων-ηρώων έχουν εμφανιστεί ολοζώντανες μπροστά σου και πάνω από μια φορές στην πραγματική ζωή, στους χώρους που κινείσαι, που ζεις, που εργάζεσαι, που υπάρχεις, τότε δεν έχει νόημα κανενός είδους «κριτική».

Ευχαριστείς απλά τον συγγραφέα και τον φίλο που σου το πρότεινε. Και κοιτάς πέρα. Αλλού. Εκεί που το κίτρινο ξεφεύγει από το καλό και το κακό, από το δέον και το απευκταίο και μπορεί να δέσει σκέψεις, αισθήσεις, ζωές.

Επειδή τελικά, είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου πως εκείνο το φούσκωμα στο στήθος, εκείνες οι βαθιές ανάσες, εκείνα τα αποτσίγαρα στο τασάκι όσο διάβαζες, εκείνα τα «ουφ», αν μη τι άλλο, τα αισθάνονται κι άλλοι.

(Προτεινόμενη μουσική υπόκρουση: https://www.youtube.com/watch?v=o9lCtkEnf9A )


Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές



Τον Γιαννάκη τον είχε φέρει πρόπερσι ο συνάδελφος άλλης ειδικότητας.
Είχε μείνει στην δευτέρα τάξη από απουσίες.
«Ήσυχος είναι, καλό παιδάκι, όλο χαμογελάει, αλλά δεν τα πάει καλά στα μαθήματα. Έκανε και πολλές απουσίες, μίλησα και με τους γονείς του και τους πρότεινα να έρθει στην δικιά σου ειδικότητα, μήπως κοινωνικοποιηθεί περισσότερο, είναι και η φύση του τομέα σου τέτοια…»
Πιο πίσω η μάνα για την εγγραφή. Αμήχανη, όσο και ο Γιαννάκης που μια κοίταζε κάτω, μια στο παράθυρο, μια στα μάτια με ένα όμορφο, παιδικό και καλοσυνάτο χαμόγελο.

Τα λέγαμε με την μάνα κάμποσες φορές στην περσινή χρονιά, μου είπε για το απότομο κλείσιμο στον εαυτό του στην τρίτη γυμνασίου, για την απώλεια οποιουδήποτε ενδιαφέροντος, για τα λιγοστά λόγια του, για τις υποψίες πως μια κοριτσίστικη απόρριψη τον σημάδεψε, για τους φίλους που τους απομάκρυνε. Μιλήσαμε για τις εβδομαδιαίες συνεδρίες με την ψυχολόγο που πήγαιναν κάθε Πέμπτη πρωί και αργούσε να έρθει στο μάθημα, για τις ατελείωτες προσπάθειες και των δύο γονιών και του μεγαλύτερου αδερφού να τον κάνουν να ενδιαφερθεί για κάτι, να μιλήσει, να πει τι θέλει, για το χαρτί της διάγνωσης που έλεγε για συναισθηματική ωριμότητα μικρότερης ηλικίας και για επιπλέον χρόνο που πρότεινε να του δίνεται όταν γράφει εξετάσεις και αξιολογική επιείκεια.

Κι ο Γιαννάκης στα μαθήματα να κοιτάζει μια το πάτωμα, μία έξω από το παράθυρο και μια στα μάτια. Και να χαμογελάει όμορφα όταν άκουγε κάτι αστείο ή όταν τον ρώταγες κάτι που πάντα μισοαπαντούσε.
Στο τέλος της δεύτερης χρονιάς, είχε κάνει μια παρεούλα με άλλους συμμαθητές, οι δύο μέσα από το τμήμα, πειραζόντουσαν και γελάγανε, έδειχνε πως ίσως κάτι πλέον τον τραβούσε, σε κάτι ανήκε.

Στην τρίτη τάξη πια η μητέρα δεν ξαναήρθε, ο Γιαννάκης τυπικά ήταν ενήλικας και γράφτηκε μόνος του. Η παρεούλα ακόμη υπήρχε, ο Γιαννάκης στα μαθήματα μια κοιτούσε το πάτωμα, μια έξω από το παράθυρο, μια στα μάτια. Και πάντα χαμογελούσε. Μερικές φορές, κινούνταν και ελαφρά μπρος – πίσω, υπακούοντας σε έναν δικό του, εσωτερικό ρυθμό.
Μόνο όταν καμιά φορά στο πλαίσιο των μαθημάτων γινόταν αναφορά σε πραγματικές βιωματικές ιστορίες από τον χώρο των ξενοδοχείων, κάρφωνε το βλέμμα στα μάτια, ρουφούσε κάθε λέξη, κάθε σύσπαση, κάθε ανάσα.

Μιλήσαμε με τον Γιαννάκη πρόσωπο με πρόσωπο μερικές φορές, τυπικά -υποτίθεται- για τα μαθήματα και τις πρωινές του απουσίες που με έφερναν σε δύσκολη θέση, στην πραγματικότητα όμως για να προσπαθήσω να ανιχνεύσω κάτι, οτιδήποτε. Χαμογελούσε και κούναγε το κεφάλι. Έλαμψε το πρόσωπό του μια δύο φορές στην παρομοίωση «Σε εσένα βλέπω ένα άλογο ρε Γιάννη, ένα άλογο κούρσας, αλλά όχι σε ιππόδρομο, σε λιβάδια και πλαγιές, έτοιμο να φύγει με χίλια και να αλωνίσει τα πάντα όλα πάνω κάτω. Αλλά έχω την αίσθηση πως δεν το αφήνεις να τρέξει. Άστο ρε Γιάννη γαμώτο, άστο!...»

Σήμερα, ο Γιαννάκης ήρθε μόνος του να πάρει τον τελευταίο έλεγχο της σχολικής του ζωής, όντας ενήλικας πια.
Κάτσαμε και τα είπαμε λίγο, του ξαναθύμισα τα περί αλόγου, χαμογελούσε κοιτάζοντας περισσότερο στα μάτια και λίγο στο θρανίο (έξω από το παράθυρο, καθόλου).

Είπαμε για τον διαφορετικό χρόνο ωρίμανσης των φρούτων και των ανθρώπων, είπαμε για τεχνικές «σύμπλευσης» με τους γύρω προστατεύοντας ταυτόχρονα τα όμορφα του εαυτού μας, είπαμε για τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε πλέον στην ζωή και εκτός σχολείου και τις απαιτήσεις που έχει το «έξω από το σχολείο» πια, είπαμε για τον διαρκή αγώνα να βρει κανείς που στέκεται κάθε φορά και τους «αχώνευτους κανόνες του παιχνιδιού».
Μετά, πήρε τον έλεγχο στα χέρια, τον κοίταξε, χαμογέλασε με εκείνο το ωραίο χαμόγελο και τον έβαλε διπλωμένο στο σακίδιό του.
Την ώρα που τον χαιρέταγα μόνο του στην πόρτα ευχόμενος καλή επιτυχία στις εξετάσεις, παίζοντας αμήχανα με το σακίδιό του ρώτησε κοιτάζοντας στα μάτια:

«Θα σας ξαναδούμε ποτέ κύριε;;…»

«Εδώ θα είμαι βρε! Έχουμε και τις εξετάσεις…» και μια σφαλιαρίτσα προσγειώθηκε στον σβέρκο του την ώρα που έφευγε χαμογελαστός.

Ο Γιαννάκης, η Αλίνα, ο Νικόλας, ο Βασιλάκης, η Κική, η Βασούλα, η Εύα, ο Μάνος, η Νατάσσα, ο Δημήτρης, το Χριστινιώ, ο Κωστής, ο,ο,ο, η,η,η…

Όλοι απόντες από εδώ πια, όλοι όμως παρόντες.

Οι μη μετρήσιμες αμοιβές μας.

Εκείνες που αξίζουν πραγματικά.

[…Άνοιξα το ακριανό παράθυρο γρήγορα, το τσιγάρο άναψε μόνο του κι έμεινα να προσπαθώ να σκουπίσω τις ρυτίδες μου και να σκληρύνω πάλι, χωρίς να φαίνομαι.
Είναι που δεν επιτρέπεται το κάπνισμα στα σχολεία. Απ’ έξω τουλάχιστον.
Από μέσα και στάχτη να γίνεις, κανείς δεν θα σου πει κουβέντα…]

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Ο εφιάλτης της κωλότσεπης



[Polyphia | Nightmare (Official Music Video)]



Η ποίηση είναι τρύπια κάλτσα
χωρίς ζευγάρι
με αιτία το κενό της.
Αυτοσχέδιο μπάλωμα ζωής, με ύφανση πραγματικότητας.
Όπως όταν σου πετάω στο τραπέζι στιγμιαίες φωτογραφίες
κι εσύ μετράς που θα βλεφαρίσεις,
κενός βάρους
προσπαθώντας άτσαλες πιρουέτες
με όλο το σώμα σε κίνηση και το χαμόγελο παγωμένο.
Μια· οι γερασμένες ρυτίδες του μπάρμπα που κοιτάει με θλίψη στους πάγκους της λαϊκής,
Δύο· η παρδαλή και ξεφτισμένη ρόμπα της γιαγιάς που σκουπίζει το πεζοδρόμιο με δυο διαφορετικές παντόφλες,
το πρεζόνι που χαϊδεύει τον αδέσποτο σκύλο· τρία.
Καρέ· με το τσιγάρο στο χέρι της πωλήτριας έξω από το μαγαζί, τυφλά κοιτάζοντας πίσω από τις βιτρίνες της μέρας της,
Πεντάδα· με τον πιτσιρικά που τρέχει γελώντας με χέρια ολάνοιχτα να αγκαλιάσει την μάνα του
Κάλτσες μονές και τρύπιες. Ένα μέγεθος όλες.

Αν θες, θα σου πω και για τα χρώματα της Άνοιξης στο γλαύκωμα του άστεγου,
στο μπλαβί ποδάρι του διαβητικού στα εξωτερικά ιατρεία χωρίς ραντεβού,
στα κυπελάκια με τα ούρα στο μικροβιολογικό σε χέρια που τρέμουν,
στο χαμένο χέρι του Ισπανού αντάρτη που δεν τον περίμενε κανείς,
και στα φασόν κηδειόχαρτα που κάνουν ορατές τις κολώνες της ΔΕΗ.
Έπειτα, -θα ήταν παράλειψη- είναι κι οι χρόνοι
Ιδιαζόντως ιδανικοί και ερήμην δανεισμένοι
που ντύνουν τις λέξεις απουσία, με φόρμα ή και μέτρο,
ξεπεσμένη χορεύτρια
να κάνει πεζοδρόμιο
στην Σόλωνος, την Πανεπιστημίου, την Πέτρου Ράλλη, την Θηβών
ανάμεσα σε παλιά γραπτά φίλων που κάποτε ήταν
σε παλιές φωτογραφίες και σε παλιών ζωών ενθύμια, ακίνητα
σαν μαγνητάκια-σουβενίρ στο ψυγείο,
να περιμένουν πείνα ή δίψα μπας και ανοίξει η πόρτα και κουνηθούν.
Από κεκτημένη ταχύτητα προσκόλλησης.

Ευτυχώς, ηρεμήσαμε κάπως είναι αλήθεια
Όταν στα μεγάλα μας, μάθαμε πως δεν υπάρχουν σημαδιακές μέρες, μόνο στιγμές
που ίσως και να πιστέψαμε κάποτε πως μας ανήκαν
Αν και τελικά, τους ανήκαμε εξαρχής. Από μικροί.
Τόσες παγκόσμιες ημέρες ρε συ και ούτε μια για την Προσωπική Ήττα.
Μόνο γενέθλια και επέτειοι
Ενός κάποιου, ενός κάτι, πάντα όμως αλλουνού

Μαγνητάκια και τρύπιες κάλτσες
Από το Ναύπλιο, την Πάρο, την Σκόπελο
Τα χαμόγελα της σποράς
(Ναι. Εδώ, ευτυχώς φως. Θα συμφωνήσω)
Και το διαρκώς ημιτελές ποίημα της μπαλωμένης κωλότσεπης από αποτύπωμα τσατσάρας.
Ίδιο, εικοσιπέντε χρόνια τώρα.

Τρίχες ποίηση καλή μου
Άλλοθι τρύπιο για το χαμένο μας βλέμμα είναι
Εστιασμένο και γι΄ αυτό ήρεμο
στην πόρτα του ψυγείου
συνήθως ξημερώματα,
χωλή μπαλαρίνα
με φορεμένη μια μόνο κάλτσα.

Τότε είναι που τα μαγνητάκια χορεύουν μόνα τους…

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Προσωπικές αναγνώσεις: Πάνος Κουτούλιας - Προϊστορία για έναν (Εκδόσεις Υποκείμενο)

Οι συζητήσεις με τον Κώστα πάντα ήταν μεστές νοήματος.
Η συγκεκριμένη, είχε –ξανά- οδηγηθεί σε μονοπάτια γύρω από την Τέχνη, την Διαλεκτική, την Λογοτεχνία, την Ποίηση.
Συζητούσαμε για τις απίστευτες πένες που βρίσκει κανείς τυχαία στο διαδίκτυο, σε κάτι μπαρ της περιφέρειας, σε κάποιες μαζώξεις των δέκα ανθρώπων, σε τραπέζια φαστ φουντ.
Την γενιά που γράφει αποφεύγοντας την επιφάνεια και δεν γουστάρει να κάνει ντόρο, δεν σκηνοθετεί την γραφή της, δεν ενδιαφέρεται για καμία «σφραγίδα έγκρισης». Την γενιά που καταγράφει τον εγκλωβισμό της και μας τον τρίβει στα μούτρα.
Από εκείνη την κουβέντα, θυμήθηκα σήμερα, για άλλη μια φορά, το:
«Ξέρεις, από αυτή εδώ την γενιά, την πιεσμένη, της κρίσης, θα βγει μια γλώσσα που θα είναι κάτι εντελώς καινούριο. Κάτι που θα έχει το δικό της νόημα, τον δικό της κώδικα, χωρίς παρελθοντικές αγκυλώσεις. Και οι ιερές αγελάδες θα ψάχνονται να καταλάβουν τι γίνεται…»

Εδώ λοιπόν, κάτι έντονο μέσα μου, μου λέει πως έχουμε ακριβώς μια τέτοια περίπτωση.

Ένας νέος –πιο κυριολεκτικά δεν γίνεται- ποιητής που σε βουτάει από το γιακά και το γουστάρεις.
Σε βάζει να ανακαλύψεις ξανά γιατί είναι όμορφη η Ποίηση.
Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, κεφαλοκλείδωμα η γραφή του.
Από τα γερά, τα ζόρικα, εκείνα που δεν ξεφεύγεις.

Μαζεύοντας λοιπόν τα σαγόνια μου από το πάτωμα, ανάβω τσιγάρο μισοζαλισμένος και  το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να εύχομαι και να ελπίζω και σε επόμενα βιβλία του.

(Υ.Γ.
Τελειώνοντας αυτό το μικρό κείμενο έκανα μια αναζήτηση στο διαδίκτυο και βρήκα μια ωραιότατη και επεξηγηματικότατη κριτική για το βιβλίο.

Απολαύστε την πατώντας εδώ! )

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Καρέ




    Κλεισμένος στο δωμάτιο λυσσάει κάποια βράδια.

Κοντά τριάντα χρόνια μαζί και ένα καλό σέρβις δεν της έχει κάνει. Αλλά δεν τον πρόδωσε ποτέ. Κι ας της έχει προσφέρει μόνο μια αρχαία πεταλιέρα και έναν ενισχυτή κειμήλιο. Λειτουργεί ακόμη η σχέση τους.

Εκείνες τις στιγμές, ο άμαχος πληθυσμός του σπιτιού, τηρεί ουδετερότητα. Ορθώς.

Ασυλία από την σημαία, το έχει ανάγκη, μην τον ενοχλείτε, θα του περάσει.



      Λειτουργική βαίνει και η παράλληλη σχέση του. Σχετικά δηλαδή.

Με τα  δύο χιλιάδες βινύλια περίπου και το αρχαίο στερεοφωνικό σύστημα.

Το πρόβλημα είναι με τα ηχεία. Που δεν ταιριάζουν με το χρώμα των επίπλων στο σαλόνι.

Θα μου πεις, υπάρχει βέβαια και το γιουτούμπ πια. Ναι, αλλά για ξεπέτες. Όχι του στυλ του.

Μόνο να, όταν παίρνει στα χέρια κανένα βινύλιο, σμίγουν τα φρύδια του, βαθαίνουν οι ρυτίδες στο μέτωπο και βυθίζεται στο εξώφυλλο με την μουσική από το λαπτοπ, τότε μπαίνει οικειοθελώς σε καραντίνα.

Φαντάζεται αόρατο θόλο από ωμά κομμάτια του χρόνου του, χωρίς αποστείρωση, χωρίς αιτίες και αιτιατά, κι αυτός εκεί. Σταυροπόδι σε στάση Λωτού.

Δεν είναι να μπαίνει κανείς άλλος εκεί.



     Είναι και το θέμα με τις τυπωμένες μοναξιές. Σε ντάνες.

Στο υπόγειο, στην μικρή βιβλιοθήκη, δίπλα στο κρεββάτι, σε συρτάρια, μέσα σε τσάντες.

Σαν οδηγίες χρήσης για να διεκδικεί τις εικόνες του.

Που ανασκάπτει και παλεύει να επαναδημιουργήσει.

Με θραύσματα γραφών ψυχής, ανάκατα με ψυχές γραφών.

Και προδοσίες. Και έρωτες. Και μουσικές.

Συνήθως, η κρίση τελειώνει με ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.



       Επιπρόσθετα, από καιρό σε καιρό, το τυχαίο διεκδικεί το μερίδιό του.

Σε άγνωστα μπαράκια με ζωντανή μουσική κυρίως. Τελευταία, και με αρκετούς καμουφλαρισμένους ζωντανούς.

Σε έκτακτη έξοδο μέσα από τους άδειους δρόμους του Πειραιά.

Μέσα από την νυχτερινή ερημία στα Καμίνια, τα συνεργεία, τις αποθήκες και τις βιοτεχνίες.

Για να προλάβει τα δύο τελευταία κομμάτια, όρθιος στην μπάρα. Όπως παλιά.

Κι αν η τύχη έχει κέφια απόψε, ίσως να ξαναθυμηθεί πάνω στον έντονο φανκ ρυθμό του αποχαιρετιστήριου, πως είναι να αποχαιρετάς νοερά και την κοκκινομάλλα απέναντι που λικνίζεται κοιτάζοντάς τον, κατευθυνόμενη προς την έξοδο.

«Λυπάμαι, σε μια άλλη ζωή. Ίσως…» θα της ξαναφωνάζει με τα μάτια και με ένα ανασήκωμα των ώμων.

(Τελικά, εκείνο το χαμόγελο με το βλέμμα να χαμηλώνει στο πάτωμα, με συνοδεία εκείνης της απίστευτα θηλυκής μισής κίνησης «να φύγω ή όχι, να πάω ή όχι», θα πρέπει να απαγορευθούν με νόμο.

Κινδυνεύουν τα πάντα από κάτι τέτοιες μικρές λεπτομέρειες…)



  Νομοτελειακά, οι ρυθμοί θα πέσουν όταν ανταλλάσσει λίγες κουβέντες με δύο γνωστούς και τον σαξοφωνίστα, όταν κατεβάσει με μια μεγάλη γουλιά το υπόλοιπο του ποτού και πληρώσει.

Άλλωστε, από το απόγευμα ήδη, έχει υποσχεθεί σε φίλο εκ Βορρά ένα μεθύσι με πιασάρικο θέμα:

«Μαλάκα, τι θα κάνουμε με τις ενοχές μας;» και πρέπει να το δουλέψει λίγο.

Αλλιώς θα του βγει πολύτομο έργο.

Δεν συμφέρει πια η πολυλογία. Χάνεται όλη η ομορφιά των χαμηλωμένων βλεμμάτων και των μισών κινήσεων.

(Τον ακούει ήδη: Κόψε φίλε, κόψε! Πολύ το υλικό και καταντά ανούσιο. Ίσως σε τίτλους μόνο.)



    Στο επόμενο καρέ, στην κολώνα δίπλα από το αυτοκίνητο, μια παλιά μαυρόασπρη αφίσα, τον καλεί να πάρει θέση.

Λες και δεν είχε. Ή δεν έχει.

Αλλά και που έχει, τι;;

(…Μαζεύονται πολλά. Κόψε!)

Ακουμπώντας πάνω στην κολώνα και στρίβει τσιγάρο. Ψυχή δεν περνάει, άδειο το Πασαλιμάνι, μόνο ένα μαύρο σιωπηλό νερό απέναντι, ούτε καν θάλασσα.

Και σιωπή

Ανάβει ξεφυσώντας τον καπνό προς τα πάνω, σαν παλιά νουάρ ταινία.

Ασυναίσθητες ταυτίσεις.

(…Κι εδώ κόψε. Ίσως να αφήσεις ένα ή δύο καρέ.)



     Που λες, τουλάχιστον απόψε αποϊδρυματοποίησε την μοναξιά του. Θα μπορούσε μάλιστα και να της επιφέρει καίριο χτύπημα. Κόκκινου χρώματος ίσως. Ίσως και ξανθού.

Χαμογελώντας, ξεκίνησε για πίσω.

Ρεαλιστικά πράγματα, απτά, δοκιμασμένα.

Πρέπει να σκεφτεί τι θα κάνει με το χρώμα των ηχείων.

Όχι, το κόκκινο δεν μπορεί να είναι καν επιλογή.



Σίγουρα πάντως, ένα καρέ θα είναι με ένα τελευταίο τσιγάρο στο μπαλκόνι…


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Οι σιωπές του Νοέμβρη



-          - Δεν μιλάς πια για τον Νοέμβρη.
   Γιατί δεν μιλάς;…

Να μιλήσει και να πει τι;

Που κάθε Νοέμβρη που θυμόταν τον εαυτό του, μια πίκρα τον κυριεύει
Παλαιότερα, μαζί με οργή, υπερηφάνεια και ελπίδα
Τώρα, μόνο η πίκρα

Που θυμόταν τον πατέρα του να κλαίει από λύσσα κι άδικο
στην πόρτα του υπνοδωματίου
Και την μάνα του να έχει πέσει πάνω του και να του λέει
«Έχεις παιδί! Που πας;;;!!...» κλαίγοντας κι αυτή
Κι ο Παπαχρήστος ανάμεσα από παράσιτα να ουρλιάζει
«Πως είναι δυνατόν να πυροβολήσετε τα αδέρφια σας;;;!!!!...»
Κι αυτός κάτω από τις κουβέρτες, εννιάχρονο παιδί, να προσπαθεί να καταλάβει

Κι αργότερα, στις μαθητικές πορείες, την στοχοποίηση
που δεν καθόταν υπάκουος εκεί που ήταν οι πολλοί
που τους έσπρωχναν οι αλυσίδες
και κόντεψε να τους πατήσει το τρένο στην Λένορμαν
επειδή οι ταγοί αποφάσιζαν
πως η εξέγερση είναι αυστηρά ελεγχόμενο και μουσειακό είδος
και πρέπει να φυλάσσεται καθαρό
από δίπλα να σπρώχνουν κι άλλοι
εκείνοι που θεωρούσαν πως η εξέγερση είναι χαβαλές και εκτόνωση

Να μιλήσει για τι από όλα;
για τους νεκρούς που ακόμη και τώρα τα βδελύγματα αρνούνται
και τους αργότερα νεκρούς και άσχημα σακατεμένους
κάποιοι σχεδόν δίπλα του
για την βιωματική έννοια του κράτους
και το σιχαμένο πρόσωπο της καταστολής;
Τους φασίστες μήπως;
που βρέθηκε κατά λάθος ανάμεσά τους
να προσπαθεί να μπει μέσα στο προαύλιο;

Κι ακόμη πιο μετά, τις κουβέντες με τον Κώστα;
που τα βρόντησε κάτω από το κόμμα
όταν του έδωσαν να κολλήσει το «οκτώ»
που επίσημα ή δεν υπήρξε ή ήταν δουλειά πρακτόρων
«Ρε, είναι οι φίλοι μας αυτοί, είναι οι σύντροφοί μας, οι συναγωνιστές μας!!»
Και τα μούτζωσε όλα
Και μπήκε μέσα
Εκεί που ανήκε η Ιστορία· στο Τώρα

Πώς να εξηγήσει;
τον εμετό που ένιωσε να του ανεβαίνει στον λαιμό
και έμεινε εκεί έκτοτε
με τα αναμνηστικά κασκόλ,
τα σουβλάκια
το πανηγύρι
τα μπάχαλα για την καύλα
τις εξαργυρώσεις
σε θέσεις, καριέρες, διασημότητα, «γράμματα»


Να πει τι πια;
που στις σχολικές «γιορτές» κάθεται στην γωνία σιωπηλός
με την θλίψη στα μάτια και την πίκρα πανωφόρι
για την σπίλωση και το ξεπούλημα από τους πολλούς
την συγκάλυψη για λόγους «ιστορικούς»
την ηθελημένη άγνοια των «τι τα σκαλίζεις τώρα»
και την σιωπή και την αξιοπρέπεια των λίγων
και το πώς μόνο ελάχιστοι μαθητές τον έχουν πάρει χαμπάρι
και δειλά-δειλά τον ρωτάνε
και απαντάει συγκρατημένα
βραχνάς ο «αντικειμενικός» ρόλος του και το fairplay, βραχνάς…

Να εξηγήσει τι;
πως μέχρι και τα παιδιά του όταν ήταν μικρότερα
τα πήγαινε μέρες πριν
και τους μίλαγε για όσα είχε μάθει και θυμόταν
μακριά από φιέστες και κάμερες και ξεπουλήματα
πως ταίριαξε το «Κάτω η Εξουσία» με την Ελληνική Σημαία
Να ξέρουν
Να μάθουν να διακρίνουν το πώς, το τι και το γιατί
Και να αποφασίζουν μόνα τους

Πριν η Ιστορία αποφασίσει γι’ αυτά…

Τίποτα δεν λέει πια λοιπόν
Μόνο κοιτάζει και ακούει


Και θυμάται…

Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Διανυκτέρευση [Tides From Nebula - Aura (2009)]



Το έξω θα ήταν μια διέξοδος ίσως
Επειδή όταν η διαφυγή γίνεται ανάγκη, συνήθως είναι αργά
Και οι ανάγκες πιέζουν στις μικρές ώρες
Τα μετράς λοιπόν
Δεν φτάνουν
Ξανά λύση από καβάτζα κιτρινισμένων βιβλίων
Αγορασμένα κυρίως από προσφορές
ή βιβλιοπωλεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο
Και τα σκοτώνουν
Τα νεκρά
Bazaar πτωμάτων, όσο – τόσο
όσο η ευτέλεια της επιβίωσης βγάζει στην επιφάνεια ό,τι πεθαμένο
υιοθετούνται ασυναίσθητα υποκατάστατα
σε έξι χορδές και χαρτάκια micro
μισοτελειωμένα στυλό και μουτζούρες λέξεων
Τι δουλειά έχουμε μείς με τους πεθαμένους;
Δεν βγαίνει ούτε εκεί
Ίσως ένα ποτό, μπορεί και δύο
Να εξιλεωθείς
Να στυλωθείς
Όμως, δεν φτάνουν
Περίσσευμα βρισιές στα δόντια
Λοξό μάτι στα πεθαμένα γράμματα
Πνιγμός η υπόσχεση έξω, βρόγχος το ζορισμένο μέσα
Τα μετράς πάλι
Δεν βγαίνουν με τίποτα
Τελείωσε κι ο καπνός
Σκόρπια κέρματα σαν παλιές αγκαλιές
Συμπληρώνεις να πορευτείς
Μέχρι το άλλοθι του καπνού στο περίπτερο
Ογδονταδύο βήματα
Μετρημένα μπρος - πίσω
Όσα και τα χρόνια του πατέρα
Όταν έφυγε
Και του Χρόνη
Όταν έφυγε κι αυτός
Ευτυχώς, δεν θα το ξεπεράσεις ποτέ
Όσα κλειδιά κι αν κρατάς στο χέρι
Παρακαλάς μονάχα, μην συναντήσεις κανέναν στον δρόμο
Και σου μιλήσει
Δεν είναι πλέον εύκολα τα περί ανέμων και υδάτων
Ειδικά όταν κουβαλάς τόσο χρόνο μέχρι το περίπτερο
και κλειδιά που διανυκτερεύουν

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Και να σκεφτείς, είχαμε σχεδόν νικήσει... - Πασχάλης Παπατσαρούχας (και μια αίσθηση ανάγνωσης)


Ξέρεις, κάποια πράγματα θα πρέπει να ξεκαθαριστούν κάποτε.

Χρωστάμε πολλά.

Στους «αλητάμπουρες» ήρωες.

Όχι σε εκείνους τους χυδαίους που νομίζουν πως η ζωή τους χρωστάει τα πάντα.
Τους άλλους.

Εκείνους, που έχουν συνειδητοποιήσει πως χρωστούν στην ζωή, από γεννησιμιού τους, τα πάντα.
Και σέβονται.
Την ζωή, τον Έρωτα, τους φίλους, τον κόσμο που ζει γύρω τους.

Τους ίδιους, που τρώγονται εσωτερικά με τις ανασφάλειες τους, που δεν διστάζουν να βγαίνουν φόρα παρτίδα και λένε όσα πιστεύουν και όχι όσα πρέπει.
Τους συνεπείς λόγων και πράξεων.

Τους τύπους που πάνε από το Εγώ στο Εμείς με γνώση του ρίσκου και διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα. Με σεβασμό στον εαυτό τους και όλους τους γύρω.

Όσους δεν εξαργυρώνουν την τύχη τους σε λόμπι και κέντρα αποφάσεων, αλλά τρώνε στην μάπα το χημικό και την χλαπαταγή της μάχης, της εσωτερικής τους ή της έξω και ξέρουν γιατί έκαναν τις επιλογές τους, που υπάρχουν και αναπνέουν στην κίνηση και στον επανακαθορισμό του σημαντικού, θυμίζοντας τον Μισέλ Πικολλί στο Themroc, στην σκηνή που τα όργανα της τάξης τον βομβαρδίζουν με καπνογόνα την ώρα που κάνει έρωτα, έχοντας γκρεμίσει ο ίδιος τους «προστατευτικούς» τοίχους του σπιτιού του, κοινοποιώντας σε όλους το μέσα του.

Εκείνους τους τύπους, που μπορούν να διακρίνουν τα λάθη τους και να τα αποδέχονται, κουβαλώντας τα μαζί τους με αγάπη και σεβασμό στον εαυτό τους. Και μιλάνε γι’ αυτά χωρίς φόβο. Γιατί μέσα από αυτά έμαθαν να είναι.

Εκείνους που, ότι πρέπει να ειπωθεί θα το πουν, πιστοί στην δέσμευση του αίματός τους. Και των άλλων.

Όσους άδολα δέσμευσαν τα πάντα στην πρώτη φορά, που πήραν τις αριστερές στροφές γκαζώνοντας και με οξυμένο ένστικτο και γνώση, αναγνώρισαν τα όρια πριν εξοκείλουν δεξιά και τσακιστεί η μηχανή. Και δεν το κράτησαν μέσα τους αλλά ενημέρωσαν και τους άλλους.

Που ξέρουν να διαβάζουν την στραβή την πλεύση, να αναγνωρίζουν τον στραβό γιαλό και τις στραβοτιμονιές μεσοπέλαγα, που κατανοούν από καρδιάς και όσους εξαρχής δεν ανέβηκαν στο μπάρκο, αλλά και όσους επέλεξαν να αποβιβαστούν νωρίς. Και πήγαν και τους βρήκαν πάλι.

Είναι λοιπόν, εκείνοι οι «αλητάμπουρες» που κάνουν εκείνο που πρέπει, με τα οξυμένα κριτήρια και το ακονισμένο βλέμμα, που έχουν χίλια πράγματα στο μυαλό τους, όλα σημαντικά, όλα να συνδέονται, οι ελεγχόμενα αυτοκαταστροφικοί που ζουν πασχίζοντας να ισορροπήσουν το μέσα με το έξω, παίζοντας fair play κι ας το πληρώνουν.
Που δεν διστάζουν να αναμετρηθούν με την προδοσία και τα μαύρα φίδια του μυαλού.

Που ξέρουν πως ο Έρωτας, εκτός από δυο τσιγάρα αναμμένα ταυτόχρονα με ένα σπίρτο, σε ένα στόμα, εκτός από εκρηκτική διευθέτηση του Εαυτού, είναι και μια τεράστια ζυγαριά. Εύθραυστη. Ισορροπιστής διαφορετικών Εγώ. Που πάντα κινείται χωρίς να ισορροπεί. Γι’ αυτό και όλα έχουν σχέση με αυτόν.

Εκείνους που επιζητούν να αισθανθούν στην πράξη «το τίποτα να μοιάζει πιο πολύ και από το περισσότερο». Έστω και την τελευταία στιγμή.

Χρωστάμε λοιπόν φίλε σε όσους μας θυμίζουν πράγματα.

Σε όσους μας ανοίγουν μονοπάτια με την παρουσία τους.

Σε εκείνους που οι δεσμοί αίματος και η φιλοσοφία ζωής, τους κάνει να προσπαθούν να μην ισοπεδωθούν από το σύστημα, ευελπιστώντας πως με αυτή την ύστατη αντίσταση θα αλλάξει το σύστημα. Όπως έλεγε και ένα παλιός και αξέχαστος γνωστός…

Επειδή τελικά, ο Έρωτας είναι πάντα το όχημα όλων όσων είμασταν και ότι θα γίνουμε.
Το αρχέγονο άλλοθι της προσωπικής μας ιστορίας.
Ο θεμέλιος λίθος.

Και εμείς οφείλουμε να προσπαθούμε να χτίζουμε πάνω σε αυτόν.


Ελπίζοντας να ξαναγεννηθούμε σε έναν Έρωτα μέσα…

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Χρόνος - Νίκος Κυριακίδης (και μια προσωπική αίσθηση ανάγνωσης)


Τα έχεις κι εσύ τα σπαράγματα αναμνήσεων;
Τα βλέπεις στον ύπνο σου;
Ξεπροβάλλουν από σκιές σε καλοκαιρινές αυλές;
Από σύννεφα σταχτιά που μοιάζουν με ορτύκια;
Αυτά σε γεμίζουν αγωνία για ότι θα μπορούσε και δεν;
Της είπες όσα έπρεπε όταν;

Και δεν μου λες, όταν σκέφτεσαι τον Χρόνο σου, πόσα καλοκαίρια φοράει;
Πόσο σε καίει ο Ήλιος ακόμη και αθέατος;
Όσο σε ρουφιανεύει το Φως με τις σκιές του, θυμάσαι ποιος κάνει κουμάντο

Κι αν ο Χρόνος έχει χρώμα, τότε είναι οπωσδήποτε Κίτρινο
Σαν παιδικά καλτσάκια νεκρών παιδιών
Για να φαίνονται πιο έντονα όλα τα σκοτάδια, όλα τα γκρι της ζωής, το νερουλιασμένο αίμα, όσα σαπίζουν όταν παρέλθουν

Σου έχει τύχει να παραμιλάς, να το ξέρεις και να βγάζεις συμπεράσματα ζωής σκεπτόμενος άψυχες κούκλες;
Όλοι ξέρουν κι ας μη το μολογάνε, 
ο παρατηρητής του Χρόνου, φοβάται
με την σιωπή της μνήμης και την απουσία της,
με την θάλασσα που δείχνει ψευδοαιώνια και τον μπερδεύει,
με τα νέα μάτια που πολλοί τα λένε ψευδαισθήσεις

(Και πως το έλεγε ο Νικολαϊδης στην Γλυκιά Συμμορία; «Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος, δεν τελειώνει ποτέ…»
Κι άρχιζε συχνά με βροχή
Και με λάσπες παρούσες ή κάπου εκεί γύρω
Και πτώματα)

Τα δε καναρίνια, σαν ψυχές Χρόνων, πάντα κίτρινα, ζωντανά ή νεκρά

Υπονοούνται παλαιά κελαϊδίσματα

Και μικρά παιδιά πάνω κάτω

Ζωντανά ή κάποτε

Οι στιγμές, μικρές δηλώσεις ύπαρξης, έχουν αποσπάσματα με λατινικούς αριθμούς μπορούν να λένε μια ιστορία ή πολλές,
έχουν τίτλους και συγχρονίζονται ταυτόχρονα ή παράλληλα ή επάλληλα,
με κίτρινα κοψίματα και εισαγωγικά
που έχουν ενσωματωμένες όλες τις παλιές απόπειρες
Απόπειρες Ζωής
Κίτρινης
Πρώην

Και λέξεις οικείες που σκάβουν
Πτυχές εγκεφαλικού ζελέ
«σε μέρη που γίνεται χάδι το αίμα
Και περιμένω στον άδειο δρόμο…»

...Φίλους
Που ευτυχώς δεν πρόλαβαν να κιτρινίσουν κι αυτοί

Τουλάχιστον κάτι έμαθα πια     
    
Ας πούμε·
«Κάνω τον κοινωνικό, κατάμονος
Διαβάζω πολύ, μέχρι την σελίδα είκοσι,
Το πολύ.
Δεν είναι βέβαια γιατρέ, ασυνήθιστα αυτά τα πράγματα»

Οι Φίλοι και πάλι
Ιδίως όταν φυσάει…


(Παραληρηματικό και αχτένιστο κείμενο-απόνερο ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής «Χρόνος» του Νίκου Κυριακίδη, εκδόσεων «Σαιξπηρικόν»
Αποκλειστική μουσική ανάγνωσης: https://www.youtube.com/watch?v=953o5iD688Q )