Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Τρισάγιο


Δεν ήξερε αν έπρεπε να σηκωθεί ή όχι. Δεν ήταν συνηθισμένος στο να πηγαίνει σε εκκλησίες, να παρακολουθεί την λειτουργία, να αποστηθίζει λόγια και τυπικά και να γίνεται μέρος του κλήρου.
Εδώ που τα λέμε βέβαια, αυτό ίσχυε σε αρκετές πτυχές της ζωής του, όπως για παράδειγμα σε κοινωνικές συμβάσεις που είχε επιλέξει να μην απορρίψει και που υιοθετούσε κατ΄ ανάγκη και χωρίς ενθουσιασμό, σε σχεδόν οτιδήποτε εμπλεκόταν και που χαρακτηριζόταν από μια επανάληψη και την σταθερότητα ενός τυπικού ή που κάθε φορά έπρεπε να ακολουθηθεί μια δοκιμασμένη και θεσπισμένη ακολουθία όσο αυτός έβγαζε φλύκταινες και ανυπομονούσε να τελειώσει να φύγει από εκεί.
Συμπληρωματικά δε, με την εκκλησία είχε κόψει δεσμούς από την εφηβεία του, όταν βρέθηκε δεκατεσσάρων χρονών παλικαράκι, να σπρώχνεται να ξεφύγει από άγνωστες αλλά βαθιά θρησκευόμενες  θειάδες που τσουρομαδιόνταν δίπλα του για να γεμίσουν τα μπουκάλια τους με αγιασμό και οργισμένους με θεία μήνη μπαρμπάδες που έριχναν ευλογημένα μπινελίκια που δεν τους σέβονταν οι άλλοι συνομήλικοι και δεν τους άφηναν να πάρουν πρώτοι από το αγιασμένο νερό με γεύση βασιλικό που βάζανε στην δεξαμενή οι παπάδες στον Άγιο Ταξιάρχη στον Περιστέρι και το μοίραζαν από την μικρή εξέδρα στο προαύλιο.
Κάτω από αυτή την ίδια την εξέδρα βρήκε καταφύγιο για να γλυτώσει από την θεία έκσταση των πιστών, που εκφραζόταν ποικιλοτρόπως, με σπρωξίματα, κατάρες, τσιμπιές, απειλές με σάλια προς πάσα κατεύθυνση, ολίγη από σφαλιάρες και δολοφονικά βλέμματα.
Ούτε που θυμόταν πως πρόλαβε να μισογεμίσει το μικρό πλαστικό ποτηράκι και να το σκεπάσει με αλουμινόχαρτο που του είχε δώσει η μάνα του.
Θυμόταν όμως πως της το επέστρεψε σκυθρωπός με την τελεσίδικη δήλωση «Τέλος για μένα η εκκλησία! Μόνο σε κανέναν γάμο, καμιά κηδεία και τίποτα βαφτίσια πια. Άντε και την Ανάσταση να γουστάρω με τα βαρελότα!». Και το τήρησε.

Και να που τώρα, στα τρίχρονα του πατέρα του, στην εκκλησία του Άϊ Γιώργη, στο χωρίο τους, έβλεπε το εκκλησίασμα να σηκώνεται και να κάθεται, συγχρονισμένα, χωρίς να κοιτάζονται, ακούγοντας μόνο την δυσνόητη εκφορά των λέξεων από τον εθελοντή αλλά και φάλτσο ψάλτη, καθώς και εκείνα του πρώην οικοδόμου παππά – Χρήστου. Οικοδόμος εν ζωή κι ο πατέρας του, έδενε το σκηνικό.

Κοίταγε λοιπόν που και που το εκκλησίασμα και έβλεπε πολλές δεκαετίες να ασπρίζουν στα κεφάλια τους. 
Αυτός, η σύντροφός του και ένας πρωτοξάδερφος έριχναν τον ηλικιακό μέσο όρο  καμιά τριανταριά χρόνια, που εξακολουθούσε όμως να παραμένει σε προ-Μητσοτακικά επίπεδα σε σύνολο σαράντα ανθρώπων.
Ήξεραν όμως, πότε να σηκωθούν. 
Ενώ αυτός, κοίταγε τους άλλους τι κάνουν και ακολουθούσε. 
Η σύντροφός του στην δεξιά σειρά, των γυναικών, το είχε λύσει το θέμα, αφού συντρέχοντας την πεθερά της, παρέμενε όρθια καθ’ όλη την διάρκεια της λειτουργίας.
Αυτός όμως προσπαθούσε να ηρεμήσει τις σκέψεις του πηγαίνοντας πάνω κάτω σαν ασυγχρόνιστο αμορτισέρ. 

Δεν αισθανόταν όμως άσχημα γι΄αυτό, αμήχανα ίσως, όχι όμως άσχημα. 
Ούτε υποκριτής αισθανόταν που κάθονταν σε χώρο που θέλει αλλιώς τους παρευρισκόμενους. Το έβλεπε και το ένιωθε σαν κομμάτι της παράδοσης και της κληρονομιάς του, σαν κάτι που ναι μεν δεν επέλεξε, αλλά το σεβόταν ειλικρινά και ήξερε πως έχει γαλουχήσει ένα κομμάτι μέσα του με διαφόρους τρόπους. Αρνητικούς ή θετικούς. 
Όπως σεβόταν την αίσθηση που είχε βιώνοντας μια και μοναδική λειτουργία σε Φλαμανδική Εκκλησία στην Μπρυζ, όπως σεβόταν την αίσθηση που του απέπνευσε η μοναδική επίσκεψη παρέα με τα πιτσιρίκια του στην Ευαγγελική Εκκλησία της Αθήνας, χρόνια πριν.
Ούτε ενοχές και τύψεις είχε για τον πατέρα του που έτσι κι αλλιώς τον κράταγε ζωντανό μέσα του, τον οποίο μάλιστα σκεφτόταν να κοιτάζει από μια γωνιά και να χαμογελάει με εκείνο το σκανδαλιάρικο γυαλιστερό βλέμμα, που δεν γούσταρε τους παππάδες και τους «μεγαλοσταυρίτες» όπως έλεγε τους πιστούς της Κυριακής, κάνοντας τη γνωστή σαν χαιρετισμό κίνηση με το δεξί του χέρι, σαν να του έλεγε:
 «Τι παιδεύεσαι μωρέ; Χέστηκε η φοράδα μας στο αλώνι αν σηκώθηκες ή έκατσες ανακούρκουδα. Άλλα μετράνε στη ζωή. Να μην αδικήσεις κανέναν, να μην κάνεις εκείνα που κοροϊδεύεις, να βοηθάς όσους δεν μπορούν μονάχοι τους. Και να σηκώνεσαι ή να κάθεσαι εκεί που νιώθεις ότι πρέπει και όχι εκεί που προστάζει ο πισινός του διπλανού σου.
Δεν μετράει ο σταυρός που κάνεις, ούτε το μπόϊ που δείχνεις, αλλά το ανάστημα που έχεις.
Κι αν έρθει η ώρα να σε παν στην πατλίτσα*, να πας με το κεφάλι ψηλά, να παίρνουν καλή σειρά οι επόμενοι…»

Έτσι, κοιτάζοντας άλλοτε τα αυστηρά χρώματα στις τοιχογραφίες του Άϊ Γιώργη, άλλοτε τα μεταλλικά ταμπελάκια στις καρέκλες που έγραφαν «Δωρεά σε μνήμη του…», άλλοτε τους εθελοντές ψάλτες που έγιναν πέντε μέχρι να τελειώσει η λειτουργία, μια να κάθεται και δύο να σηκώνεται, έφτασε η ώρα να διαβαστεί κι ο δίσκος με τα κόλλυβα και να ακουστεί το όνομα του κυρ Απόστολου, του πατέρα του. 
Η μάνα του, η σύντροφος και ο πρωτοξάδερφος  σαν πιο γνώστες, μοίραζαν στα πλαστικά κουπάκια τα κόλλυβα και τα κουλούρια, ενώ εκείνου, εντελώς έξω από τα νερά του, του έμεινε ο ρόλος να δέχεται χειραψίες και ευχές από τους συγχωριανούς.

Λίγο αργότερα, στο μνήμα του πατέρα του στην Αγία Τριάδα, όσο τα εγγόνια, η σύζυγος, η νύφη και τέσσερεις –πέντε χωριανοί με σταυρωμένα τα χέρια άκουγαν τα λόγια του τρισάγιου του παπα-Χρήστου, το βλέμμα του μια κοίταζε τη φωτογραφία του πατέρα του και μια τις κίτρινες μαντζουράνες που φύτρωσαν μόνες τους στην μέση ακριβώς της γης που τελικά αναλογεί στον καθένα μας.

Μόλις το τρισάγιο τελείωσε, ακούμπησε ελαφρά κάτω το μικρό θυμιατήρι που λιβάνιζε ακόμη, χάϊδεψε την φωτογραφία του γεννήτορά του, άναψε τσιγάρο και έμεινε για λίγο να κοιτάζει την πλαγιά της Τέμπλας απέναντι, το απίστευτα καθάριο γαλάζιο του ουρανού και τα χρώματα της ζωής του που κατηφόριζαν προς το αυτοκίνητο και τον περίμεναν.

Γι΄αυτά τα χρώματα μπροστά του, τα δικά του τα χρώματα, ήταν απολύτως σίγουρος για το πότε να σηκώνεται…


(*) πατλίτσα: πατημένο πλαϊνό πλαγιάς, κατασκευασμένο μικρό πλάτωμα, (στην συγκεκριμένη περίπτωση: το νεκροταφείο του χωριού).

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Του φίλου




Δηλαδή, τι να πω που δεν το ξέρεις;


Έχεις μπει στο λαγούμι σου και τραβάς το χώμα να σε σκεπάσει
Ρε συ, δεν είναι η ώρα σου ακόμη, δεν κερδίζεις σε ζωή όταν
εγκλωβίζεσαι στον πόνο
Κι ας μην σε ενδιέφερε ποτέ το κέρδος
Βγάζεις τον πόνο σου στα μανταλάκια, δεν του αξίζει
Εσύ τους πόνους σου τους αγαπάς
Γεμάτος ο κόσμος Κύκλωπες να κρυφοκοιτάξουν τα εσώρουχα του
άλλου

με το μάτι μισάνοιχτο
για να ξεχνάνε την δικιά τους γύμνια
που δεν τους έλαχε ποτέ κανένας Οδυσσέας
παρά βελάσματα μονάχα
Δικαίωμά σου να πονάς, δικαίωμά τους να μην νοιάζονται
Για τις αιτίες όμως, να ξέρεις, χεστήκανε
Να δουν αίμα και σπέρμα να ρέει και ζούνε
Αφού ζωές δεν υπάρχουν, σκυλεύουν των άλλων
Γίναν απίστευτα πολλοί όσοι γλύφουν καταραμένους
Οι δανικές συγκινήσεις παρέχουν ασφάλεια
Και τσάμπα θέαμα

Το λίγο λίγο ευτελίζει το αυθόρμητο
Και το αυθόρμητο είναι η ειδοποιός
διαφορά
Και στον έρωτα και στην ζωή
Και στον θάνατο αν το καλοσκεφτείς
Μην τους δίνεις αυτή την χαρά
Κράτα καμιάν ανάσα για σένα
Στην τελική, γιατί πρέπει σώνει και καλά να φοράς κατάσαρκα τους
δαίμονες σου;
Τα λάθη σου, είναι δική σου υπόθεση
Τα λάθη των άλλων, δικιά τους
Όπου τέμνονται είναι ο κόσμος που μας αναλογεί

Κι ας μην απάντησες ποτέ αν όλο αυτό σε θρέφει

Μπύρες από το περίπτερο και τράκα τσιγάρα ρε μαλάκα
Και κάτι σκοτωμένα ροκ μπλουζ της εποχής των δεινοσαύρων
Και γύρω πέφτουν κορμιά, αν δεν το έχεις καταλάβει
Πόνος, αγωνία και απελπισμένα μάτια
Και ρόγχοι. Πολλοί. Tελειωμένων αλλά και νεογέννητων

Στηλώσου
σύστημα γιούργια κι ότι θερίσουμε
όχι για το θέαμα
ούτε για το Μετά
για το τώρα των αθώων ρε συ

Να το τερέν
Παίξε κι ας είναι σικέ το αποτέλεσμα
Μην μας φάει ο πάγκος μόνο

Δικές σου αποφάσεις, 
δεν λέω, 
αλλά να,
έχει τόσο ουρανό ακόμα



Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Άρσεις



Έξω από το Άρσης Βαρών, σε εκείνο το παρατημένο παρκάκι με τα ξεχασμένα φυτά, κάποια Σάββατα χαρακώνεται ο Πειραιάς στις οροφές αμαξιών

Στο διπλανό γήπεδο, πιτσιρικάδες προβάρουν εφηβείες όσο μεσήλικες φτύνουν αντριλίκι ουρλιάζοντας τις στερήσεις τους στις κερκίδες

Με το βολάν για αναλόγιο, έξω στο μικρό πάρκινγκ, σκούρα βιβλία φυλλομετρούν την σκιά μιας άτυπης εξαίρεσης που ‘χει τις συμβάσεις κρεμασμένες στο χειρόφρενο

Το στριμωξίδι στην σιωπή των κενών μεταξύ των λέξεων, αντανακλά σφιχτό στόμα και συνοφρυωμένο μέτωπο, πασχίζει να κρυφτεί μέσα σε μουσικές από κάτι άγνωστα mp3, ανησυχώντας υπερήλικους περιπατητές

Η αμηχανία, σαν τις λευκές πίσω σελίδες ποιητικών βιβλίων, διαρκεί λίγο. Η ενατένιση όμως έχει τους δικούς της κανόνες

Σύντομα, θα ανάψει η μηχανή του αυτοκινήτου, θα πραγματωθεί η οφειλόμενη αναστροφή και η γνωστή πορεία προς την καθημερινότητα θα επανέλθει, αφήνοντας μια κηλίδα λάδια από την πολυκαιρισμένη μηχανή στο οδόστρωμα και γόπες στριφτών στο πεζοδρόμιο

Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, κάποιο χαμογελαστό ταμείο σούπερ μάρκετ  προσφέρει Σαββατιάτικη πραγμάτωση, με κουπόνια ή κάρτα

Καλά πήγε κι αυτή η προπόνηση, όπως όλες άλλωστε

Και οι αγώνες, από αναβολή σε αναβολή





Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Encore



Έμαθα να προσανατολίζομαι νωρίς
να ξέρω τουλάχιστον πως δεν ξαναγυρίζω πίσω
χρήσιμο για τις φορές που χάνομαι
που αρπάζουν το λαρύγγι οι δρόμοι οι ύποπτοι
εκείνοι που μετρούν τις ανθρώπινες σκιές
στα οικεία κτήρια και στα παλιά μετρημένα δέντρα
και ντύνουν μέταλλο τις στιγμές
να αντέξουν

Βλέπω ρημαγμένα ορόσημα να αποσύρονται ένα-ένα
κι όσα θολώματα ακόμη υπάρχουν, βαπτισμένα αλκοόλ
στο πέρασμα των καιρών λιώνουν με πάγο πολυκαιρισμένο
με δακτυλιές στο περιθώριο και φλουταρισμένες εμφανίσεις
σε χαρτί Agfa το φτηνό

Στην ανατριχίλα, παβλοφικά χαμηλώνει το βλέμμα
μια τρύπια κουβέρτα πίκρες 
        κάνει τον αέρα στον ύπνο μου να λυσσομανάει
και ένα ξέπνοο γαμώτο από ξεβαμμένα τζιν
ίδιες ακόμη συγχορδίες ράβουν πάνω στα ανοίγματα
να μοιάζουν ίδια όσα τρίβονται στην άκρη του μυαλού
Δεν είναι όμως τα δικά μας πια

Σκούριασαν οι 09 στην θήκη, τρίζουν τα χρόνια πάνω τους
τα τάστα φαγωμένα και κάτι πένες στο τσεπάκι ορφανές
λειώσανε οι σόλες μας πάνω κάτω
Πανεπιστημίου, Σόλωνος, Ρούσβελτ, Κύπρου
κάτι ψυχές μασουλάνε υπολείμματα υποσχέσεων σε πεθαμένους
συνθήματα ξεθωριασμένα στα μάτια, στις πλατείες και στις πλάτες των φίλων
που δεν έμειναν

                                                                                                                Για μια τελευταία εμφάνιση

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Wishbone Ash - Leaf and Stream




Find myself beside a stream of empty thought,
Like a leaf that's fallen to the ground,
And carried by the flow of water to my dreams
Woken only by your sound.


(Repeat)

Alone I've walked this path for many years,
Listened to the wind that calls my name.
The weeping trees of yesterday look so sad,
Await your breath of spring again.

Far beyond the hills,
Where earth and sky will meet again,
Are shadows like an opening hand.

Control the secrets
That I've yet to find, and wonder at
The light in which they stand.

(Repeat)

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Riders On The Storm - (The Doors) Extended Remastered Version





Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house we're born
Into this world we're thrown
Like a dog without a bone
An actor out on loan
Riders on the storm

There's a killer on the road
His brain is squirmin' like a toad
Take a long holiday
Let your children play
If ya give this man a ride
Sweet FAMILY will die
Killer on the road, yeah

Girl ya gotta love your man
Girl ya gotta love your man
Take him by the hand
Make him understand
The world on you depends
Our life will never end
Gotta love your man, yeah

Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house we're born
Into this world we're thrown
Like a dog without a bone
An actor out on loan

Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm

Riders on the storm
Riders on the storm

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Παγωμένη στάχτη


Τόσοι πολλοί οι βιασμοί της κενότητας
για να δημιουργηθεί η ανθρώπινη αυθάδεια
                Κι όλο το νόημα κραυγάζει στις παύσεις
Παύσεις ζωής
                                λογικής
                                                αλήθειας
Παύσεις κι αποκαΐδια

Απανθρακωμένα τα επειδή μας κρέμονται
ξεκοιλιασμένα και άνυδρα
                σε ανοιχτές σελίδες ξεχασμένων βιβλίων
εικόνες φόνων στο χρονικό ασυνεχές
με όλες τις αιτίες, δίκες.
Καταδικασμένοι.στο πυρ το ενδότερον
Εμείς
Σήμερα
Παγωμένη στάχτη, ψιλή και άτακτα στροβιλισμένη
στο ημίφως της δημιουργίας του κενού
ζοριζόμαστε γι΄ ανάσα

Κι όλοι οι ήλιοι, μακριά απ’ όλα


                                                                Π΄ ανάθεμά τους




Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Μερικές οκάδες χρόνια


Ετεροβαρής η αναλογία στα φορτία μας τελευταία
Δεν μου τυχαίνουν τα πολύ βαριά, αλλά τα μισογεμάτα
Κι είναι από εκείνα που περιστρέφουν συστρέφοντας την οπτική μας
σαν σακιά στην πλάτη παλιών χαμάληδων
με τον γδούπο υπόκωφο

Πίσω από τα βλέφαρα έχω κολλήσει μια ζυγαριά
Παλιά
Από εκείνες με τα δράμια που μετράγαμε μικροί όσα θα έρθουν
Σαρακοφαγωμένη η θήκη τους
Ποτισμένο σκούρες πιτσιλιές αγωνίας το ξύλο
Λείπουν τα πιο μικρά δράμια, χαμένα σε μισά γεμίσματα
Ίσως και του τετάρτου
Προσπαθεί τρίζοντας να ισορροπήσει τα κοκόρια της το ένα αντίκρυ στο άλλο.
Μύτη με μύτη, βλέμμα με βλέμμα. 
            Μάταιες αιμάτινες ματιές

Κι όλο βαραίνει η θλίψη μονόπατα - μόνο προς τα εδώ
που ‘χει  τους τάφους της υγρούς να προσθέτουν ωφέλιμο βάρος
σε όλα εκείνα τα μικρά που είχαν την σημασία τους
και χάθηκαν
κάτω από λειψές οκάδες
Ώρες κοιτάζω την ερημιά στις θήκες τις λειψές της
και στους κρυμμένους  αραχνοϊστούς της υποκλίνομαι
                                                …και άλαλος…

-          Κάπου 51 και μισό, να τα αφήσω;
-          Βάλε κάμποσα ακόμη μάστορη, δεν φτάνουν…

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Της αποσύνδεσης


Όταν βρέχει, νομίζω πως ο χρόνος καθυστερεί
Στρίβω τσιγάρο γεμισμένο με ψιχάλες για να μην παραδεχθώ πρόβλημα μνήμης
Βρέχομαι από πάνω ως κάτω αιτίες και επιπλέω
με τα ακροδάκτυλα σε ωκεανούς υποκατάστατων
ελέω έλλειψης ήχων και οσμών, υποθηκεύω και την αφή

Τόσα νερά χαμένα και  παρ’ όλα αυτά ξεραΐλα
σε δάκρυα και ανατριχίλες ερημωθήκαμε

Μόνο αντανακλάσεις η ζωή μας
και λόγια για λίγο αυτόφωτα κι αχνές φιγούρες ανθρωπολέξεων
 χαμένων στην μετάφραση να επιπλέουν κάπου στο βάθος σαπίζοντας
Κι ούτε ένα κύμα ρε γαμώτο πια…
               
Δώσ’ μου κάτι να ταράξω τα λιμνάζοντα.
Οτιδήποτε δωσ΄μου, να έχει ζωή μέσα του
                                                                να με κοιτάζει στα μάτια κι ας μην με ξέρει

Που δεν θυμάμαι όλα τα λάθη που θα γούσταρα να ξανακάνω

Ούτε την σειρά που έπαιζαν μουσικές στα μεγάφωνα στα άγνωστα ροκ κλαμπ των δυτικών συνοικιών, την αίσθηση για τις επερχόμενες μίξεις, το δερμάτινο λουράκι που μου χάρισε εκείνη η κοπέλα στην Ηφαίστου, το πώς μάζευε ο παππούς τριφύλλι με την κόσα 

Πως ακριβώς δηλαδή, με τον τρόπο του, μου έδειχνε την ζωή ολόκληρη

Κι όλο κολλάω στα παλιά κι αγαπημένα.

Ναι, τα θυμάμαι τα θέλω μου. Όχι ολόκληρα όμως
Αν μη τι άλλο, οι πιθανότητες είναι, πως με τόσα χρόνια εμπειρίας, θα καταφέρω επιτέλους να κάνω ένα τουλάχιστον τέλειο λάθος.

Κάπου εκεί νομίζω θα κρύβεται και το διαφυγόν νόημα, που κάθε πρωί μόλις ξυπνήσω, ψάχνω τα σύννεφα. Ανατολικά

Μετά, ξέρεις μωρέ, απλά επιβιώνουμε.

Με τον συνηθισμένα σωστό τρόπο επιβιώνουμε
…και ζούμε λέμε, μέχρι την ώρα της αποσύνδεσης
                                                      στο ραντεβού με την κόσα


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Λύκε λύκε, είσ’ εδώ;


Κάθε που φοράω την νύχτα
αδέσποτες  λέξεις με παίρνουν στο κατόπι
βγάζουν μακριά κεράτινα νύχια
τα κάνουν δίκοπους λεπτοδείκτες
με κατακρεουργούν
Υποχωρώ συνεχώς
σε γρατζουνισμένες πληγές και αποστήματα
μην δραπετεύσει ότι με περιέχει
Ξέρω πως μυρίζει αγωνία το χνώτο μου
όπως θυμάμαι το άρωμά σου κι ας μην έχω όσφρηση πια
 όταν σε ακούω να μουρμουρίζεις στον ύπνο σου
και μετρώ πόσες φορές θα αλλάξεις πλευρό.
Στήνω διπλή αμυντική γραμμή
από μαξιλάρια με ανεξίτηλη στάμπα την  λύσσα μας πάνω τους
και ξεραμένες συμβάσεις
Όταν βεβαιωθώ πως αυτός ο Λύκος δεν τρώει τους δικούς του
θα ξεκλειδώσω το μπουντρούμι και δεν θα κοιτάξω πίσω
Πασαλειμμένος από πάνω μέχρι κάτω
αιμάτινα γράμματα
το χαμόγελό σου
και κομμάτια φίλων
θα αφήσω το ουρλιαχτό να με ξεσκίσει
Η μοναδική αξιοπρεπής καλημέρα
                στη μοναξιά και την απελπισία των κτηνών

Όσες φορές υπήρξε κάτι που να αξίζει να ειπωθεί, άφηνε αιμάτινα τα χνάρια του

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Poets of the Fall - Carnival of Rust




D' you breath the name 
of your savior 
in your hour of need

And taste the blame 
if the flavor 
should remind you of greed?

Of implication, insinuation and ill will, 
till you cannot lie still
In all this turmoil, before red cape and foil 
come closing in for a kill

Come, feed the rain

'Cos I'm thirsty for your love, dancing underneath the skies of lust

Yeah, feed the rain
'Cos without your love my life ain't nothing, but this carnival of rust

It's all a game, 
avoiding failure 
when true colors will bleed

All in the name 
of misbehavior 
and the things we don't need

I lust for after no disaster can touch,
touch us anymore 
and more than ever I hope to never fall, 
where enough is not the same it was before

Come, feed the rain

'Cos I'm thirsty for your love, dancing underneath the skies of lust

Yeah, feed the rain

'Cos without your love my life ain't nothing, but this carnival of rust

Yeah, feed the rain

'Cos I'm thirsty for your love, dancing underneath the skies of lust

Yeah, feed the rain

'Cos without your love my life ain't nothing, but this carnival of rust

Don't walk away, don't walk away
Oh, when the world is burning

Don't walk away, don't walk away
Oh, when the heart is yearning

Don't walk away, don't walk away
Oh, when the world is burning

Don't walk away, don't walk away
Oh, when the heart is yearning

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Είναι απλά διαφήμιση

Προσοχή!
Ακολουθεί σεντόνι διπλόφαρδο:
Από χορηγούμενη διαφήμιση που επανειλημμένα μου εμφανίζεται στο φατσομπούκι, για κάποιο κολέγιο:
"94% των Αποφοίτων μας Εργάζονται!"
Το γράμμα "Α" κεφαλαίο, να δίνει "κύρος" στην ιδιότητα του απόφοιτου που δεν θα είναι ένας απόφοιτος με το "α" μικρό όπως όλοι οι υπόλοιποι μπας-κλας πτυχιούχοι, αλλά με το "Άλφα" ΚΕΦΑΛΑΙΟ.
Υπονοείται βέβαια και η «σοβαρότητα» της δουλειάς που κάνουν στο κολλέγιο, αφού να, δες, έχουν και στατιστικά στοιχεία καταγεγραμμένα, μετρημένα, σταθμισμένα. Ενώ στα άλλα σχολεία και σχολές δεν ξέρουν καν πόσοι φοιτούν και πόσοι εργάζονται.
Επιπρόσθετα το γράμμα "Ε" στο "Εργάζονται".
Κεφαλαίο και αυτό, για να δώσει έμφαση, να σου περάσει το μήνυμα πως σαν Απόφοιτους (με το "Α" κεφαλαίο), θα καταφέρεις αυτό που αλλού δεν το καταφέρνουν. Θα Εργάζεσαι (με κεφαλαίο το "Ε").
Το κερασάκι στην τούρτα είναι το θαυμαστικό στο τέλος.
Για έμφαση βέβαια, αλλά έχω την αίσθηση πως ίσως και να τους κάνει και χαλάστρα και να γυρνάει μπούμερανγκ, αφού από μια άλλη ματιά, πιθανά μπορεί να δείχνει και έκπληξη, να σημαίνει δηλαδή πως ούτε οι ίδιοι δεν το πίστευαν αυτό το ποσοστό. (Θα μου πεις, πόσοι θα τα προσέξουν αυτά… Αυτό είναι άλλη ανάρτηση, δεν είναι της στιγμής…)
Κάνεις λοιπόν "κλικ" για να δεις τι λέει ρε παιδί μου και πέφτεις σε μια πολύ λιτή ιστοσελίδα (που επιπρόσθετα είναι μόνο στο αγγλικά) και διαφημίζει ένα πρόγραμμα ΜΒΑ (Master in Business Administration), δίνοντας ένα τηλέφωνο και μια φόρμα για "appointment". Έμμεση προσθήκη κύρους δηλαδή, αφού δείχνει αφενός «προσωπική» επαφή, αφετέρου «σοβαρότητα», μιας και δεν πας και ανοίγεις την πόρτα και μπουκάρεις χύμα στο κύμα, αλλά με «appointment».

Θα μου πεις, ε και;;

Εδώ γίνεται της μουρλής, εσένα μια ιντερνετική διαφήμιση σε πείραξε; Που δεν είναι και η χειρότερη στην τελική.

Στο κάτω κάτω, πελάτες ψάχνει το κολέγιο, διαφήμιση θα κάνει, που είναι το άσχημο;

Ε, αυτή μου σκάει στα μούτρα τελευταία, αυτή σχολιάζω. 
Απλά, τον τελευταίο καιρό, έχω αρχίσει και ενοχλούμαι, αισθητικά κυρίως αλλά και συνειδησιακά, με τις δήθεν (ή και πραγματικά αν το θέλεις) "έξυπνες" τακτικές διαφήμισης και γενικότερα με το "ύφος" και την «άποψη» που θέλουν να περνάνε οι μαρκετινίστες και οι διαφημιστές, με τις πονηρές  και πραγματικά επιστημονικές τεχνικές που χρησιμοποιούν, για να πετύχουν τον στόχο τους, την αύξηση δηλαδή της πελατείας και των πωλήσεων τους.
Περισσότερο όμως, με θλίβει που υπάρχει κόσμος (νέος κόσμος, έξυπνος σε άλλα πράγματα κόσμος) που όμως κατεβάζει αμάσητο ότι του σερβιριστεί. Είτε είναι το «έξυπνο λάστιχο», είτε εκείνο το θαυματουργό μαντζούνι που θα του κάνει τον οργανισμό λαμπίκο και θα του μεγαλώσει και το πουλί του, είτε το γαμάτο κινητό που θα του δώσει αξία και θα τον κάνει υπεράνθρωπο χιπστερά που τηλεμεταφέρεται με το απαλό του πάτημα σε μια touch screen από το Κουκάκι στις Μαλδίβες και τούμπαλιν. Και κάποιοι μάγκες κερδίζουν χρήματα στην πλάτη ανυποψίαστων, αγαθών και απαίδευτων.
Γιατί αν το έχεις ξεχάσει ή αν δεν στο ομολόγησε ποτέ κανείς, αυτός είναι ΠΑΝΤΑ ο στόχος και όχι να σου «προσφέρουν», να σε «βοηθήσουν», να κάνουν «κοινωνική παρέμβαση και υποστήριξη».
Χεστήκανε γι΄αυτά, αν στο τέλος της μέρας δεν κερδίζουν από αυτά.

Το ΚΕΡΔΟΣ τους ενδιαφέρει και μόνο αυτό.

Και γι’ αυτό έχουν αναπτύξει απίστευτα έξυπνες και «ακαταμάχητες» τεχνικές, (μέχρι και ολόκληρη «επιστήμη» - δες Neuromarketing) για να διεκδικήσουν το καλύτερο «positioning» στο συνειδητό αλλά κυρίως στο ασυνείδητό του -εν δυνάμει- πελάτη. Να κερδίζουν δηλαδή όσο το δυνατόν περισσότερο και από περισσότερους επιζητούν, αλλά η «μαγκιά» έγκειται στο να ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ Ο ΙΔΙΟΣ να τους βοηθήσεις να κερδίζουν…)

Γκρίνιες πάλι θα πεις και θα έχεις και ένα δίκιο, αλλά δες το κι αλλιώς, ανάγκες έχουμε, ιντερνετ διαθέτουμε, χρόνο έχουμε, λεφτά δεν έχουμε, οπότε, είτε είμαι απλά άλλος ένας παράξενος και εσύ ο άτυχος που έσκασες πάνω σε ετούτη την ανάρτηση, είτε το παίζω πονηρά και περιμένω μπας και μου κάνει κι εμένα καμιά πρόταση καμία διαφημιστική εταιρία να βγάλω κανένα «μαύρο» φράγκο (θα μου πεις, εδώ δεν πληρώνουν τους πιτσιρικάδες που τους λιώνουν στα δεκαπεντάωρα, σιγά μην πληρώσουν "σιτεμένο", σωστό κι αυτό…), είτε  προσπαθώ κι εγώ να "επικοινωνήσω" στα social media.

Κι όπως λέει και μια άλλη διαφήμιση που δείχνει κινητά να χτυπάνε και πιτσιρικάδες να αρχίζουν να πηδάνε και να τρέχουν λες και τους έχουν βάλει νέφτι στον πισινό, για να συναντηθούν σε ένα σταυροδρόμι και να χοροπηδάνε εκστασιασμένοι που "έφτασαν" στους «άλλους» (πρώτοι ή όχι δεν έχει σημασία, αρκεί που είναι εκεί που είναι και οι άλλοι), όπως λέει λοιπόν η διαφήμιση εκείνη:
"Γιατί επικοινωνία δεν είναι μόνο τα κινητά. Είναι τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, τα κολλήματα, οι ιδέες. Κι όλα αυτά υπάρχουν, μόνο όταν τα μοιράζεσαι, αλλιώς, δεν υπήρξαν ποτέ!"

Αφού λοιπόν έχω αυτό το "κόλλημα" και δεν μοιράζομαι πατουσίτσες, γατάκια, ηλιοβασιλέματα, φοβερές παραλίες ή άδεια μπουκάλια μπύρας, αφού δεν έρχονται στην Ελλάδα για συναυλίες οι Van Halen​, οι Journey​, ο Eric Johnson​, o Eric Clapton​, o Steve Winwood​, οι Toto​ και τόσοι άλλοι αγαπημένοι, αφού κουράστηκα να διαβάζω διάφορα βιβλία αυτές τις ημέρες, βγάζω κι εγώ τα απωθημένα μου και τα «κολλήματά» μου, «επικοινωνώντας» την γκρίνια μου.

Και έχει και σήμερα εκλογές, οπότε δένει και το γλυκό της «κριτικής στάσης και ανάλυσης» καλύτερα, μιας και θα αναστενάξει το φατσομπούκι και το τουίτερ και μπορεί να τσιμπήσω και κανένα like παραπάνω να φτιάξω διάθεση, να γίνω επιτέλους κάποιος, έστω κι αν είναι μόνο για μερικά νανοσεκόντς…

Ά, να μην ξεχάσω: έχει ξανά τζακ ποτ στο τζόκερ.
Βοήθα επιτέλους εκείνον τον έρμο τον ανιψιό στην διαφήμιση να κερδίσει τα φράγκα που δεν του πεθαίνει κι ο θείος να τον κληρονομήσει.
Κι αν στην τελική δεν τα κερδίσει αυτός, όλο και κάποιος άλλος ανιψιός θα τα μαζέψει και θα χαρεί με τα λεφτά σου.


Ο τζόγος σου θα έχει επιτελέσει κοινωνικό έργο…

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Reflections


Θα είναι Δευτέρα όταν καταφέρουμε να ανοίξουμε ένα νέο κεφάλαιο
Οι πόλοι μας αντεστραμμένοι, εγγύηση πως δεν θα υπάρξει επιστροφή
Θα προηγηθεί ένα Σαββατοκύριακο κραιπάλης  -τιμής ένεκεν ημών των ιδίων-,
όλα μας τα ζόμπι θα πιούν και θα καπνίσουν ότι υπάρχει και υπήρξε.
Στο σαλόνι θα ουρλιάξουν ξανά τα παλιά ηχεία
το πικάπ θα παίζει την απελπισία του δυνατά σε παλιές μουσικές από βινύλια
φόρος τιμής σε αγάπες, φίλους και ότι κάποτε ξέμεινε πίσω.
Ξέπνοα ρολόγια θα τελειώσουν τον ρόλο τους ανάσκελα κάτω από την μπότα μου
όσο εσύ θα χορεύεις ξυπόλητη με μια μακριά φούστα με κρόσσια.
Θα μαζέψω όλους τους δείκτες τους και θα φτιάξω δακτυλίδια περίτεχνα.
Όλα σε εσένα χαρισμένα εκτός από ένα που θα ταιριάξει ακριβώς  με το μικρό δάκτυλο στο δεξί χέρι.
Φτιαγμένο από όλες τις παρ’ ολίγο ώρες.
Όλες οι ακριβώς στιγμές μαζί με εκείνες που έδειξαν ακριβώς και κάτι, δικές σου. Όλες.
Αν περισσέψει κανένας λεπτοδείκτης, θα τον χαρίσουμε στους απόντες φίλους για να τους γνωρίζουμε αν επιστρέψουν.
Έπειτα, θα μαζέψουμε τις άδειες φιάλες κι όλα τα σπασμένα μαζί με τις ζωές μας,
θα αδειάσουμε τα γεμάτα τασάκια από  αποτσίγαρα πεθαμένων στιγμών,
θα φτιάξουμε μια ωραία στοίβα στον νεροχύτη από τα χρησιμοποιημένα μας,
θα πυρπολήσουμε το στρώμα και θα το πετάξουμε στον ακάλυπτο.
Θα κοιμηθούμε στο πάτωμα αγκαλιά για να ξυπνήσουμε χώρια
Το πρωί, η εβδομάδα θα ξεκινήσει με έναν καθρέπτη απορία
Αγουροξυπνημένος θα αναρωτιέται αν ξημερώνει αντίστροφα για τα είδωλα.
Θα κατεβάσουμε σε ανακυκλώσιμες σακούλες σουπερ μάρκετ τις αναβολές και αναστολές και θα κλείσουμε γελώντας το καπάκι του κάδου με θόρυβο.
Μετά, θα σε πάω στο σχολείο, τα παιδιά θα πάνε στα δικά τους κι εγώ τελευταίος και μόνος στο δικό μου.
Θα φοράω τα γυαλιά ηλίου να μην τυφλώνουν οι τόσες αντανακλάσεις του Εγώ στον δρόμο μου και θα είμαι υπομονετικός σαν ρόλος που διεκδικεί  σενάριο.
Το μεσημέρι, αν αργήσω, πριν ανησυχήσεις κοίτα στον καθρέπτη.

Μπορεί και να έχω ξεχαστεί κάνοντας τον υποβολέα κάπου εκεί μέσα


Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Λιγάκι ακόμη...


Μετά απο 12 μέρες στα 1250 μέτρα,
με μπουφαν τζιν το βράδυ,
με απουσία θορύβων πέρα από εκείνους τους αγχολυτικούς του δάσους και του νερού στο ποτάμι,
χωρίς ιντερνετ,
με τηλέφωνα που μια είχαν σήμα και δέκα δεν είχαν,
με τον αέρα ανάμεσα στα ελάτια και στα πλατάνια να μου ψιθυρίζει στο έσω ούς "πόσο μαλάκας αισθάνεσαι και φέτος αγόρι μου;;",
με την Λίμνη σε μια ηρεμία και μια Νιρβάνα που ξέσχιζε κάθε capital control και κάθε οικονομίστικη προσέγγιση της Ζωής και της Ύπαρξης,
με την εσωτερική μοναξιά να αποκτά υπερφυσικό και υπερβατικό νόημα και υπόσταση, να θεριεύει και να αισθάνεται πως μπορεί να αντέξει τα πάντα,
με το ήρεμο και αβίαστο πρωινό ξύπνημα παρέα με λογιών πετούμενα και τις διαλέκτους τους,
χωρίς ψευτοστηρίγματα σε αλκοολούχες νύχτες -άντε ίσως σε ένα δύο τσίπουρα- ,
με δανική μονάχα μια μικρή και παλιά κιθάρα,

πες μου λοιπόν,
πως διάολο να έρθω στα ίσια μου που γύρισα πάλι στο μαγγανοπήγαδο,
για να ταΐσω τράπεζες
και να φορέσω πάλι κλουβί που έλεγε κι ο Νικόλας;...

Το φατσομπούκι μου λέει πως έχω 90 ειδοποιήσεις,
οι λογαριασμοί παραμένουν σφραγισμένοι και ληγμένοι,
οι μετανάστες παλεύουν να ζήσουν σε μια ξένη χώρα που τα έχει χαμένα,
κάποιοι από τους απελπισμένους γηγενείς παλεύουν να ανασάνουν σε ένα αχαρτογράφητο αύριο,
κάποιοι άλλοι ψάχνουν μανιωδώς να βρουν την ευκαιρία που γεννάει η κρίση,
φίλοι και "φίλοι" πασχίζουν να επιπλεύσουν όπως μπορεί ο καθένας,
τα πιτσιρίκια μεγαλώνουν,
οι στιγμές μας γλιστρούν ανάμεσα από τα δάχτυλα και οι σκιές τους γίνονται φωτογραφικές αναρτήσεις...

Μένουν ξεκρέμαστες οι μοναχικές σπονδές με λίγο τσίπουρο στο άγνωστο μνημείο του 19χρονου αντάρτη Καψάλη που θυσιάστηκε για να σώσει συντρόφους του και κατοίκους κοντινού χωριού.

Και τα παιδιά να κοιτάζουν όλο μάτια, μέσα από το αυτοκίνητο

Με ετούτα και με εκείνα, πώς να κατέβεις προς τα κάτω πάλι;;…

...και να γκελάρει μέσα στο κρανίο το γνωστό σύνθημα του τοίχου:
"Γαμώ τα λεφτά σας, ΖΩΗ ΘΕΛΩ..."

Εγωιστικό ή όχι, καρφί δεν μου καίγεται αυτή την στιγμή.

Δυό – τρεις μέρες το πολύ φιλαράκι, μετά πάω κατά θάλασσα μεριά, μπας και ζήσω λιγάκι ακόμη και πάλι...

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Ένας μακρύς και σκονισμένος δρόμος


Μπορεί η Ιστορία να συνομολογείται σε μεγάλα τραπέζια, με τζίφρες και χαιρετούρες, γράφεται όμως πάντοτε στους δρόμους.

Κάποια στιγμή τελικά, μαθαίνουμε όλοι μας πως οι λογαριασμοί με την Ιστορία -μέσα μας τουλάχιστον- εξοφλούνται πάντοτε "κατά μόνας".
Ακόμη και με κλειστές τράπεζες , με νοικοκυραίους σε απόγνωση και με «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς αμάχων με βόμβες "πληροφορίας".
Αρκεί να προσπαθεί κανείς να κρατάει τα μάτια ανοιχτά και να ανοίγει διαρκώς περισσότερες τρύπες στις παρωπίδες του. Συνεχώς.
Γιατί όλοι έχουμε παρωπίδες. Το πόσες τρύπες ανοίγουμε σε αυτές είναι το θέμα. Γιατί είναι τόσο βολική η «παραμύθα».

Και έχει ζόρι αυτό. Και πίκρα. Μεγάλη.

Και δώσ’ του ξενύχτια με το ίδιο ερώτημα: "μα καλά, δεν καταλαβαίνουν;; Τόσο λάθος είμαι;" Έχει πόνο το ξεφλούδισμα του μυαλού φίλε, πάντα είχε.

Αλλά αυτά ήδη ήταν γνωστά, χρόνια τώρα. Ειδικότερα δε, σε εκείνους  που έτρωγαν σαν χλεύη  στην μάπα διδακτισμούς, παρατηρήσεις και σχόλια περί του "ανέφικτου", του "μη ρεαλιστικού",  του "η ισχύς εν τη ενώσει", του "ενηλικιώσου επιτέλους", του "ανώριμου των συνθηκών" και τόσα άλλα ακόμη και σκληρότερα...

...και μόνη διέξοδος απέμεινε να απελευθερώνουμε αδρεναλίνη και τεστοστερόνη στο εφήμερο. 

Πνίγαμε την λύσσα του αυτονόητου στο «κοινό καλό».  Σχεδόν αποδεχόμενοι πως όντως «κάτι δεν πάει καλά» με τον τρόπο που δεν καταλαβαίναμε ως «φυσικά» όλα όσα οι πολλοί θεωρούσαν real politic. Παίζαμε ρόλους χωρίς ούτε μια ατάκα.

Και βράζαμε μέσα μας. Αγύριστα κεφάλια, τι περίμενες;

Και παραμέναμε σιωπηλοί σε ένα «Όλοι μαζί», μόνοι  μας, εδώ και χρόνια.

Τόσο τραγικοί και παροπλισμένοι, που κάναμε την μοναξιά μας την νέα "συλλογικότητα".

Και για αρκετούς η πίκρα κατάντησε οθόνη και έγινε δεύτερο δέρμα.

"Επιβίωση" το ονομάσαμε και προσπαθούσαμε τουλάχιστον, "αφού δεν καταφέραμε να αλλάξουμε το σύστημα, να μην μας αλλάξει αυτό" που έλεγε και ο Χρόνης Μίσσιος.

Με λάθος σκόπευση όμως και λάθος κίνητρα. Λάθος τρόπους και επιλογές.
Ακόμη και με λάθος λάθη.
Ούτε καν αυτά δεν μπορέσαμε να βαδίσουμε σωστά, που έλεγε ο Νίκος Νικολαϊδης.

Και βράζαμε ερήμην.

Και πόσο μας πλήγωναν τα χαμόγελα συγκατάβασης των φίλων…

Ας είναι.

Εν καιρώ θα δούμε τι σκατά καταφέραμε τελικά.
Δεν νομίζω πως θα είναι και πολλά πάντως...

Θάβουμε λοιπόν νεκρούς, μαζεύουμε τραυματίες, αγκαλιάζουμε τους φίλους και τους δικούς μας, κάνουμε μια σπονδή στους "παλιούς", βάζουμε τα γυναικόπαιδα στην μέση και προχωράμε...

Μην γελιέσαι φιλαράκι. Πάντα θα υπάρχουν πολλά χαρακώματα ακόμη να γεμίσουν με τα κουφάρια μας

Και να μην καθόμαστε ακίνητοι. Δίνουμε εύκολο στόχο

…Και ξέρουμε που σημαδεύουν…

Σκοπός  πλέον, είναι να κάνουμε ωραίο λείψανο...


(... δύο χρόνια σήμερα που έφυγε ο πατέρας μου...
… Δεν θα του άξιζε όλο ετούτο…
... πραγματικά, κάτι είχε καταλάβει...)