Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Γειά σου Γ.


Μπήκαν στο γραφείο οι γονείς του.

Ένα αγκαλιασμένο μαύρο με άσπρα μαλλιά. Να πάρουν ένα χαρτί και να φέρουν ένα άλλο. Που πιστοποιούσε πως είχε πάψει πια να είναι.

Ανοίξανε τα γέρικα τα χέρια σαν τσακισμένα φτερά να με σκεπάσουν. Να με αγκαλιάσουν. Να πιάσουν σάρκα που γνώριζε και ήξερε. Την ανάσα τους. Το παιδί τους. 
Την πιστοποίηση της ύπαρξής τους.

Να τον ζήσουν λίγο ακόμη, έστω κι από σπόντα.

Είσαι καλός άνθρωπος, μας το είχε πει

Κι όλα τα άλλα δάκρυα.

Εξαϋλώθηκαν οι λέξεις. Έμεινε μόνο ουφ και δάκρυ.

Γύρισα από την άλλη και διαλύθηκα.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Μύρισε βροχή



Κάθε που μπαίνει Σεπτέμβρης,
κάνουμε μνημόσυνο στην εφηβεία μας.
Η κηδεία της συνεχίζει μέχρι την επόμενη άνοιξη.
Απατάμε τα καλοκαίρια μας με τις πρώτες στάλες. Χωρίς καν ενοχές πια.
Κι όλο και φυσάει και πιο άγρια π' ανάθεμά το.
Αναχωρήσεις.

Μάγκα, κράτα το πόστο σου γερά. Δεν υπάρχουν άλλες επιλογές προς το παρόν.
Με ότι και όσα μπορείς. Κράτα.
Τους δικούς σου και τους φίλους σου κοντά.
Να τους βλέπεις.
Βαθιά.
Φρόντισε και για παγούρια. Και δάκρυα. Απόθεμα.
Η ξηρασία του μέλλοντος που μας είχε πει, όλο και πιο σιμά.

Μάθε και να κοιμάσαι με το ένα μάτι ανοιχτό.
Χωρίς όνειρα να κοιμάσαι.
Να προλάβεις τουλάχιστον να σηκωθείς, να μην σε πιάσουν ξαπλωτό.

Εξασκήσου και στην δωρικότητα του λόγου. Θα χρειαστεί.
                                    Και της φιλίας.
                                    Θα σε χρειαστούν.
Να έχουμε βροχές να μοιραζόμαστε.
                                                                Να υπάρξουμε.
                                                                                Έστω και στην μυρωδιά της βροχής.

                                                                                            Έστω και στα λόγια των άλλων. Των φίλων.
                                                                                                                                                Των δικών. 
                                                                                                                                               Στην βροχή.


Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Stevie Ray Vaughan Tightrope





Caught up
in a whirlwind can't catch my breath
Knee deep
in hot water broke out in a cold sweat
Can't catch
a turtle in this rat race
Feels like
I'm losin' time at a breakneck pace

Afraid of
my own shadow in the face of grace
Heart full
of darkness spotlight on my face
There was
love all around me but I was lookin' for revenge
Thank God
it never found me would have been the end

(I was)
walkin' the tightrope steppin' on my friends
Walkin' the
tightrope (it) was a shame and a sin
Walkin' the
tightrope between wrong and right
Walkin' the
tightrope both day and night

Lookin'
back in front of me in the mirror's a grin
Through
eyes of love I see I'm really lookin' at a friend
We've all
had our problems that's the way life is
My heart goes
out to others who are there to make amends

We've been
walkin' the tightrope tryin' to make it right
Walkin' the
tightrope every day and every night
Walkin' the
tightrope bring it all around
Walkin' the
tightrope from the lost to found

Walkin' the
tightrope stretched around the world
Walkin' the
tightrope save the boys and girls
Walkin' the
tightrope let's make it right
Walkin' the
tightrope do it do it tonight


Walkin' the tightrope

Αφιερωμένο στους φίλους εκεί έξω. Οπουδήποτε.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Η άλλη πλευρά του φεγγαριού (λήψη τρίτη και κλείσιμο)





(... Συνέχεια από Δεύτερη Λήψη...)

Μια ακόμη νύχτα κρεματόριο
                                    ξηλώνει ουρλιαχτά πεζοδρόμια.
Κι αν δεν τολμάς να κοιτάς στα μάτια,
                                                            αυτήξέρει πως. Πριν ακόμα.
Σε κάθε πληγωμένο βήμα στήνει μπλόκο ,
με την σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού σε εντεταλμένη υπηρεσία
να με κρατά σε μια θλίψη εγρήγορση και να μου κάνει αναγνώριση στοιχείων.
Με στριμώχνει στα σκοτεινά
και μου κάνει αλκοτέστ,
με το περίσσιο θράσος της ανέπαφης γκόμενας,
εκείνης που στο ξύπνιο μας ποτέ δεν πατήσαμε,
χαμογελάει μελανά μάτια,
με συνοδεύει ανάμεσα στα δέντρα του πάρκου,
                                                ως μόνιμη πορεία μελλούμενου ζώντος,
παραδομένες πληγές τα χαραγμένα αρχικά μας,
εκεί που τα καλοκαιρινά βράδια παραχώναμε την αθωότητά μας.
Με μαύρες κόρες κι άσπρους γιούς ζητάει αποδείξεις.
Αν μετάνιωσα,
αν εξακολουθώ να γυρίζω άσκοπα
κι αν περνάω συχνά από εδώ.
Με ελέγχει.
                                    Κεντάει υποψία το μυαλό μου κι όλα του τα σφραγισμένα,
με δένει σε μια ασθενική δέσμη φωτός,
                                                και με ανακρίνει μέχρι εξάντλησης.
Ψάχνει αν έχει απομείνει τίποτε αυθεντικό πάνω μου
και στην σιωπή μου άχνα δεν βγάζει.

Κι όταν αρχίζω να ψελλίζω δικαιολογίες
πως δεν ξέρω πια τίποτα,
πως έχω μια καινούρια ταυτότητα εδώ και καιρό,
κι απόκτησα  με μικρές παλιές παραχωρήσεις, ένα καθάριο κούτελο – διαπιστευτήριο,
                                                “Ανεπαρκές” μου γνέφει,
όπως όλα τα μικρά ψέματα της ζωής μας.
Κι η συντήρησή τους στοιχίζει πολλά.
Τραυλίζω πως έχω κι άλλα άλλοθι.
Ένα μέτωπο με δυο βαθιές ζάρες κι αμέτρητες μικρότερες,
έστω κι αν στα ζόρικα εξακολουθεί να γυαλίζει έντονα ιδρώτα και με δείχνει ύποπτο.
Κι ένα αμήχανο και άτσαλο χαμόγελό από συνήθεια,
που επιβαρύνει την θέση μου με κάνει να φαίνομαι ανήθικα φευγάτος,
                                                            μόνιμα με λανθασμένο συγχρονισμό.
                                                                                                            Αδιαφορεί.
                        Δεν πιάνει τίποτα. Την νύχτα οι δικαιολογίες στερεύουν.

Σαν τους κρατήρες χάσκουν οι παλιές πληγές,
σκόρπιες κι ανάκατες,
η μια πάνω στην άλλη. Ζωές.
Μοναξιές σε τροχιά
και μια υποψία θάλασσας με υπόγεια νερά να κυλούν,
άμμος τώρα και πεθαμένες πέτρες.

Από καιρό σε καιρό φυσάει ανάσες,
παρέα με κάτι ξεχασμένα ροκ του ‘70 και του ’80,
και όσους ματαίωσαν τα φευγιά τους να στέκουν,
και να περιμένουν κάποια άκατο να προσεληνωθεί.
Και κάθε που έχει πανσέληνο, όσοι πνιγμένοι από τις αναβολές,
της γυρνάμε πλάτη απελπισμένοι,
να βλέπουμε τουλάχιστον αυτό που αντέχουμε·
την σκιά μας,
και να φανταζόμαστε πως επιτέλους κατακτήσαμε την άλλη πλευρά.
Ο Αύγουστος συνήθως μας κάνει αυτή την χάρη δυό φορές,
εμείς πάλι στον εαυτό μας καμία – αχάριστα ρεμάλια και δεινόσαυροι, τι περίμενες;

Μας μένει ένα μαύρο εξώφυλλο βινυλίου στα χέρια
να διαχέει πρισματικά το φως
σε Ότι Χρώμα Σου Αρέσει,
όσο ο Χρόνος εξακολουθεί και περνάει τα πρωινά άτσαλα
κι αναίτια υπομονετικά
κι ευτυχώς που έχουμε δικές μας κάποιες νύχτες ακόμη,
ή τέλος πάντων ότι απέμεινε κι απ’ αυτές,
κι έτσι πορευόμαστε όπως όπως.
Στο Τρέξιμο,
και μόνιμη την ανατριχίλα στην Μεγάλη Εμφάνιση στον Ουρανό
και την Ανάσα της.

Μίλα μου,
γιατί όλο και περισσότερο μένουν άφωνες οι σκιές μας,
κι Εμείς κι Αυτές
κι όλα τα λόγια μας ξεμακραίνουν μαζί τους.

Το ξέραμε άλλωστε από τις πρώτες νότες
πως θα τελειώσει κάπως έτσι·
Εγκεφαλική
Βλάβη κι Έκλειψη…

                                                                        Για τους φίλους που ονειρεύονται ακόμη
και το φως τους χρωστάει μερικές σκιές…

(Cut. Primary version Αύγουστος 2012. Remake Αύγουστος 2014)

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Η άλλη πλευρά του φεγγαριού (λήψη δεύτερη)


(... Συνέχεια από Πρώτη Λήψη.Έναρξη Δεύτερης λήψης...)

Μια οθόνη όλα
                        παλιές προβολές σινεμασκόπ με χιλιοπαιγμένες κόπιες
κι εμείς στα θερινά σινεμά ψάχνουμε τα κότσια μας
συνεχίζουμε να μην κουνάμε ως τους τίτλους τέλους
με ένα κριτικό δήθεν στο βλέμμα και στην άποψη
μασουλάμε διακριτικά πατατάκια, πασατέμπους και την παραμύθα μαζί,
αφήνουμε πάντα άλλοι να παίζουν με το σενάριο
ειδικοί να ορίζουν πως θα γίνουν οι λήψεις
και μεταπράτες να μοιράζουν ρόλους και ρολάκια
Τόσο πλανεμένοι, τόσο κουρασμένοι, τόσο αδύναμοι.
                                                                                    Τόσο παλιοί.
Και νεκροί οι ήχοι έρπουν πάνω μας

Μας μένουν αμανάτι κάτι ξεχαρβαλωμένες βραδιές
που αλκοολούχα γιατί και αφρίζοντα επειδή αυτοκτονούν σε φέρετρα γυάλινα,
στα ξεχασμένα μπαράκια με πελάτες τους ξεχασμένους έφηβους ,
μετρώντας τις νυχιές στο ξύλο της επένδυσης και στις μπάρες από κορμούς δέντρων,
λουστραρισμένους τύμβους από αγωνίες αμέτρητες και καψίματα από τσιγάρα,
απομεινάρια σχεδίων,
παλιών ναυαγών,
παρόμοιων ναυαγίων,
που κάποτε μέτρησαν κι αυτοί εδώ την επιβίωση.
Πνιγμένα χθες πάνω σε περιστρεφόμενα σκαμπώ που τρίζουν
με τους αγκώνες ακουμπισμένους πίσω κι αγκαλιά το ποτήρι
ζευγαρώνουμε μόνο με ποτά straight και πίκρα στον ουρανίσκο
 γύρω από παγάκια, ομπρελίτσες, ελίτσες και κερασάκια μαρασκίνο
και φανταχτερά κοκτέιλς από κυκλαδίτικες πινελιές
μαζί με ξένα ονόματα που δεν θυμάται κανένας πια
και ίσως να μην υπήρξαν ποτέ.
Χτυπάει καλά  η μνήμη
και συχνά σερβίρει κώνειο με θεατρικές κινήσεις
με επιτηδευμένα γαλήνιο βλέμμα επαγγελματικής ανοχής
ή ενοχής.
Σπάνια ενδιαφέρει άλλωστε κανέναν ο διασκεδαστής.
Μόνο το έργο του μετράει.
                                    Και οι νεκροί του.

Εκείνες λοιπόν τις μικρές ώρες που οι συγγνώμες στοιχειώνουν,
όσο ψάχνω να βρω πειστικούς τρόπους να μην,
όλα τα φώτα του σύμπαντος με έχουν χεσμένο,
η σχεδία μου μπάζει από παντού,
και διαλύεται.
Η ακαθόριστη μορφή με τα σφηνάκια τεκίλας που με κερνάει,
                                                                        μπορεί να είμαι κι εγώ,
                                                                                    μπορεί κι εγώ να μην είμαι πια,
μπορεί  να μην όλοι μας ,
σηκώνω πρόποση στο είδωλό μου,
απέναντι,
την κάνω όπως και να έχει,
αόριστη η συγκατάβαση στον θολό καθρέπτη της μπάρας,
και στης ζωής μου τα περασμένα εύχομαι αιωνιότητα,
                                                                                    μνήμη,
κι άσπρους πάτους.
Τόσους όσους και τα γιατί που τους χρωστώ μια εξήγηση.

Όταν τελικά οι ομίχλες φουντώσουν, ανάβει η ταμπέλα προς την έξοδο
με παίρνει αγκαζέ η ώρα των γυρισμών
και πάμε παρέα τοίχο-τοίχο.
                                    Τρεκλίζοντας.
Άτσαλη η πορεία της συγχώρεσης.
Αβέβαιο και το αντιστάθμισμα ζωής ξοδεμένης στην μέση του δρόμου
με ανοιχτά τα ερωτηματικά να χάσκουν,
που  για  μια ψευδαίσθηση ελέγχου· δίστασε,
πήρε με σπουδή όλες τις στροφές ανοιχτές,
τάχα πως θα προληφθεί το αναπάντεχο.
                                    Και τελικά πουθενά δεν έφτασε.
                                                            Εδώ έμεινε. Μέσα.


                                                                       (...Cut... Τέλος Δεύτερης Λήψης...)

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Η άλλη πλευρά του φεγγαριού (λήψη πρώτη)


Ταραγμένος ο ύπνος κι οι νύχτες φοράνε τζάκετ στρατιωτικό ,
πουκάμισο μονόχρωμο παλιομοδίτικο με επωμίδες,
τζιν παντελόνι και ταλαιπωρημένα μαύρα παπούτσια με κορδόνια,
φυλακίζουν χέρια βαθιά στις τσέπες. 
Και δρόμος.

Αφήνουν στάμπα μυαλό πλάϊ στα χαρτάκια και τον καπνό
και ζωντανεύουν με θόρυβο εκείνα τα παλιά ημερολόγια τοίχου με μηχανές
σε νυχτερινή βάρδια βενζινάδικου με βρεγμένη την άσφαλτο κι αντλίες άδειες.

Στις σκιές καμουφλάρουν κάτι βινύλια της θλίψης και του χαμού
κάτω από στοίβες παλιών περιοδικών
και πασχίζουν να ολοκληρώσουν κάτι·
                                                            οτιδήποτε,
με μισά χαμόγελα από τσιγάρα που κρέμονται στραβά
στην άκρη των χειλιών
όσων μένουν μόνιμα πίσω από την εποχή τους
αυθόρμητη απόσταση από τα πλαστικά θέλω των πολλών.

Κυλιόμενες σκιές οι αποχαιρετισμοί στις κόρες των ματιών
με μια ερήμωση σαν σχισμένη αφίσα για αποτυχημένο συλλαλητήριο,
ξεχασμένη
από την εποχή που οι χειραψίες άρχισαν να χαρακώνουν βαθιά τα δάχτυλα
αφήνοντας την πίκρα υγρή, το αντίο ανάμεσά τους να ουρλιάζει
και ξεχασμένους αναπτήρες zippo στο τραπέζι της κουζίνας.

Αυτές τις νύχτες που πάντα φυσάει και το φως λοξεύει
βρίσκονται πάντα οι κερκόπορτες στους ξεχαρβαλωμένους λεπτοδείκτες
και μπαίνουν σαν φίλοι,
κλέφτες συνειδήσεων μέσα από έγχρωμες οθόνες.
Δόλωμα. Και τσιμπάμε.
Μαζεύουν όλους τους παλιούς καθρέπτες με τις στάμπες τις πολυκαιρισμένες
και τους τοποθετούν απέναντί.
                                                                        Και γύρω. Αποκλεισμένοι από τα είδωλα.

Μας στήνουν στα τείχη σαν αχυρένιους στόχους
κυρτούς και κοίλους
ντυμένους εικόνες από παλιές ταινίες
ασπρόμαυρες
που όλα τα σημαντικά φιλμάρονταν σε αργά πλάνα με βροχή
κι οι ήρωες μόνιμα γύρναγαν την πλάτη στα εύκολα
άφηναν το κορίτσι με απορία,
μέσα σε λιτές και διφορούμενες παραδοχές
πως είναι επίσημα παντρεμένοι με την επιβίωση
κι έχουν ερωμένη την Τιμή
και το πίστευαν κιόλας
και χάνονταν
μέσα στον αχό μιας μάχης που σχεδόν ποτέ δεν ήταν η δική τους

πάνω σε μια παλιά Indian.



(... Cut. Τέλος Πρώτης Λήψης...)

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

1200 μέτρα


Ήρθαν μέρες έκλειψης, μέρες άηχες, μουντές
και κάναμε την έλλειψη οξυγόνου διαπραγμάτευση       
Ήρθαν ώρες ζόρικες, ώρες λειψές, γεμάτες κενό
και πιάσαν τα νοήματα καραούλια απόμακρα και βίγλες μυστικές
οι προσφορές της ευκαιρίας πήραν τα κάστρα μας μισοτιμής
όλα σ’ ένα πακέτο προσωπικό, ευρυζωνικό, άμεσα προσβάσιμο
καταχωνιάσαμε τις ανάγκες  ασθμαίνουσες
                        μας ξέμειναν τα όνειρα στα πεζοδρόμια να ψάχνουν ανάσα
Από τα χαλάσματα κρυφοκοιτάζουμε να μας θερίζουν
            σε μια ξεδιάντροπη αναμονή γαντζωμένοι περιμένουμε
πότε θα είναι ώρα να μετρηθούν τα ανταλλάγματα
κι όσα θέλω δεν ανήκαν ποτέ πουθενά και απόμειναν ορφανά μετράμε
                                                            κι ούτε δάκρυ δεν βγαίνει πια, μόνο γρυλλίσματα

Κρέμονται υγρασίες τα αναποφάσιστα στα έλατα
            μιλούν μεταξύ τους με κώδικες αισθήσεων
                                                πρόκες συμβολισμοί καρφώνουν τις στιγμές
                                    αναφλέγουν σφιχτά παλάμες σε χειραψίες γροθιές
αναζήτηση σήματος για νυχτερινή κάλυψη στα ψηλώματα
                        εκεί που αγωνιούν τα φώτα
στέκουν τα μοναχικά από επιλογή κι αντέχουν
Μέσα στις φτέρες ξεχαρβαλωμένες ακτίνες από σκουριά ποδήλατα
ξεφτιλίζουν άσφαλτο σε αμμοχάλικο
και το βήμα αβέβαιο σε ορεινό προσκύνημα
Τι προτείνεις για όσους κουράστηκαν να σκοντάφτουν
πες μας

Πότε να βγαίνουν άραγε προσφορές για επέκταση μνήμης
                                    με ποιές εκπτώσεις και σε πόσες άτοκες δόσεις
                                                                        και τι γίνεται όταν δεν μας αφορούν;
            Γιατί δεν ξεχνιούνται πλήρως ποτέ όλα όσα θα έπρεπε
                                    κι ίσως να ξέχναγαν κι εντελώς  όλοι όσοι πρέπει
Μόνιμα προβληματική η επανεκκίνηση κι η μεταφορά μπρος και πίσω
                                                                                                κυρίως πίσω
αλλά που πάντα πίσω παραφυλάει ότι είμαστε
            με ένα ανοιγόκλεισμα παιδικού βλέφαρου υπάρχουμε για λίγο
                                    βάφουμε το φεγγάρι σιωπή·
κρεμάμε φανάρι στα σύννεφα  ντροπές
            και κουτσά στραβά λέμε πως προχωράμε

Ουράνιο τόξο στο απόβροχο: το λάθος και το σωστό είναι τα άλλοθι του τι αντέχεις
σκάψε λαγούμι στις άκρες του

Ετούτος εδώ ο αέρας είναι φυτίλι βραδύκαυστο
                                    παλαιών αρχών κι  άναρχων γιατί
πυροδοτεί δακρυσμένες στιγμές στις πιο κατάλληλες ώρες
            με υλικά αρχέγονα και ξέφτια από αναστολές
περασμένες ζωές απλωμένες παντού γύρω
χαράζουν μοτίβο από χρόνους απόντων
Άχρηστες βγαίνουν οι αναβαθμίσεις συσκευών και τα ευέλικτα συμβόλαια
αφού δεν χωρούν όλα όσα βλέπονται στις πλαστικές εικόνες 
                                    στον ορίζοντά κρέμονται οι ερωτήσεις
                                                μαζί οι απαντήσεις στην κωλότσεπη
προσκυνούν
                                                                                    χαρτοπολτός ξεχασμένος

Εδώ, κάθε πανσέληνος αρχίζει από μέσα
όπως αρμόζει στους ανυποχώρητους
                        και λέει ότι αξίζει να ειπωθεί
 σε όσους επιμένουν νύχτες κι υπομένουν τους εαυτούς τους


Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Η αποστασιοποίηση ως ανάγκη αναγόμωσης



Καλοκαίριασε. Για κάποιους  εννοιολογικά και κυριολεκτικά όχι, αλλά το ημερολόγιο επιμένει. Κι αναρωτιέσαι τι θα έπρεπε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Και για ποιους. Παραιτείσαι. Από έναν ιδιότυπο μαζοχισμό περιδιαβαίνεις τα στενά στο διαδίκτυο χωρίς σχέδιο, χωρίς να πολυσκέφτεσαι. Μάλλον για να μην σκέφτεσαι και πολύ, για να ξεφύγεις από τα ανεκπλήρωτά και τις πιεστικές ορθές επιλογές που  ζορίζουν απίστευτα τον τελευταίο καιρό.

Πατάς εδώ κι εκεί στο χάσιμο, συχνά ξεκινώντας από καμιά «δικιά σου» φράση  ή σκέψη και πας ψάχνοντας. Να βρεις ίσως από ποιούς και πότε ξαναχρησιμοποιήθηκε. Από ποιούς άλλους. Κάποιοι δηλαδή, την αντανάκλασή μας στους άλλους ψάχνουμε, να δούμε πως φαινόμαστε. Να δούμε αν υπάρχουμε πουθενά εκεί έξω, να τονώσουμε με ψευτοελπίδα το εδώ μέσα μας. Σημάδι αναφοράς μια φράση, μια σκέψη, μια κουβέντα που ακούσαμε παλιά, μια ατάκα, και έπειτα πλατσούρισμα στο χάος. Απίστευτα εγωιστικό και ψωνισμένο μπορεί να πει κανείς κι ένα δίκιο θα το έχει, αλλά σε ποιόν και γιατί θα πρέπει να απολογηθούμε άραγε; Ως τι και από πού κι ως που; Άλλωστε το πληκτρολόγιο είναι ένα μοναχικό και εγωιστικό εργαλείο, μια άτσαλη ψευτοπροσπάθεια επέκτασης του Εγώ μας. Άλλωστε όπως και στον πραγματικό κόσμο, όλα πια ασκήσεις ισορροπίας είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Έτσι δεν είναι; Για κοίτα στην τελική τα δάκτυλά σου. Τώρα. Σε μια ώρα. Αύριο. Αντιστέκονται; Πόσο; Για πόσο;

Αν το καλοσκεφτείς, για την ματαιοδοξία μας που φοβόμαστε να αποδεχτούμε, συνδεόμαστε και «επικοινωνούμε». Γιατί είμαστε ματαιόδοξοι χέστες. Στα πρόθυρα της παράδοσης. Και δεν μιλάω για αυτούς που δεν είχαν ποτέ να δώσουν κάτι. Μιλάω για τα «καλύτερα παιδιά που κουράστηκαν και κάτσανε» στο laptop. Για εκείνους τους πολλούς που πίστευαν πως κάτι έχουν να δώσουν. Δωρεάν. Γιατί έτσι έπρεπε. Που βάλτωσαν. Λες και  η αναπόληση και η παρελθοντολογία ζωντάνεψαν σε ψηφιακή μορφή, μας άρπαξαν από τα αχαμνά και μας ευνουχίζουν. Αργά. Ανώδυνα. Και εκεί που ψάχνουμε κρυμμένοι στο χάος να δούμε αν μένει τελικά τίποτα πίσω, από καιρό σε καιρό πέφτουμε πάνω σε κάτι απίστευτους και κάτι απίστευτες και μαζεύουμε το σαγόνι μας από το πάτωμα και κοιτάζουμε την οθόνη άλαλοι.

Κι αναρωτιόμαστε· που είσαστε όλοι εσείς οι άλλοι γαμώτο; Σε ποιόν κήπο μετράτε τις ρίζες σας; Ποια ξηρασία σας κάνει και ανθίζετε; Πως ξοδευόμαστε έτσι μονάχοι μας; Πως τα καταφέρνουμε τελικά και είμαστε τόσο άγνωστοι με τον ίδιο μας τον εαυτό;

Μετά, κάθε φορά, οι πιο ενοχικοί και οι πιο εγκλωβισμένοι προσπαθούμε να κάνουμε restart την ζωή μας. Με τους δικούς μας ανθρώπους. Όσους μας έχουν απομείνει. Με ότι βρίσκουμε πρόχειρο. Παλεύοντας να δώσουμε ξανά νόημα στα βασικά. Ανακαλύπτοντας και πάλι την ομορφιά του να σε κυνηγάνε τα πιτσιρίκια στην παραλία. Να σε αγκαλιάζει η σύντροφός σου. Να μετράς το μπόι σου στα ισκιωμένα έλατα και στα βότσαλα που δίνουν νόημα στις πατούσες σου. Και έτσι ίσως πάρουμε λίγο πάνω μας

Μέχρι την επόμενη φορά που θα σκάσει η πραγματικότητα στα μούτρα μας. Θα δούμε τότε τι και πως. Και πόσοι.

Καλό καλοκαίρι σε όσους

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Lost Soul - Pete Murray



Sometimes I watch my life
And it slowly goes
From black then into white
I know if you Watch the time
Leaves you standing poring over moments in life

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

So I wait to sieze the day
The clouded mind
The hell I've a lot to pay
I find that if you know Your way
you get out of this mess

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

I know there comes a time To believe in yourself
And grow in confidence Stop hiding behind the door
Like everyone else
Just get out and do your best

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

I know that
I'll find my soul

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Στις λέξεις και παντού


Λέω να γράψω ένα βιβλίο για τις ανάσες κάποτε. Για εκείνες τις ασυναίσθητες και μηχανικές κινήσεις που κάνουμε από την στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι που δεν θα έχουμε πια. 

Να καταγράψω το νόημα που φωλιάζει στο κενό ανάμεσα στις λέξεις λέω 
Να το τυπώσω και να το μοιράζω δωρεάν σε φίλους, σε άστεγους, σε απολυμένους, σε πρεζάκια, σε αλκοολικούς, σε μικροαπατεώνες, σε απελπισμένους. Σίγουρα σε μοναχικούς και εγκαταλελειμμένους . 
Σε όσους έχουν ξεχαστεί και όσους έχουν χαθεί τουλάχιστον μια φορά. 
Σε εκείνους που δεν επέστρεψαν ποτέ κι όλη τους η ζωή ήταν ένα φευγιό. Από όλα

Να μιλήσω για εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή που παίρνει ανάσα ο αναγνώστης, όταν ενεργοποιούνται εκείνα τα κέντρα της κατανόησης, της κριτικής, του ονείρου και της πραγματικότητας των αισθήσεων. Σαν πλάνο δρομέα αντοχής που ακουμπά για μια στιγμή μονάχα στην σκιά ενός δέντρου λαχανιασμένος να πάρει βαθιά ανάσα. 
Και μετά ξαναρχίζει να φεύγει

Κάποιος θα πρέπει επιτέλους να πει κάτι για τα κενά ανάμεσα σε οτιδήποτε, που κανένας δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία. Που πάντα το μάτι και η αντίληψη προσπερνούν βιαστικά, τα θεωρούν δεδομένα και συνεχίζουν. 
Προς οπουδήποτε. Σε όλα

Κάποιος θα πρέπει να ασχοληθεί για να επαναφέρει τα αυτονόητα δηλαδή,  πως τελικά, είναι τα κενά που ορίζουν την αρχή και το τέλος των λέξεων, οριοθετούν το νόημα της πλέξης των γραμμάτων, δίνουν  μορφή  στον αιθέρα των λεξοπλασμάτων. 
Είναι τα κενά που διαμορφώνουν το πριν και το μετά.
Στις λέξεις και παντού

Να βρω κουράγιο και να κάνω αλχημείες έστω και  με δανική φόρμα από άλλους και να το φτιάξω χωρίς άλλα σημεία στίξης, πέρα από το κόμμα και την άνω τελεία. Μικρές αναπνοές κι αυτά

Σκέπτομαι μάλιστα να είναι δίτομο. 
Στο ένα θα έχει όλα τα κείμενα συνεχόμενα, χωρίς κενά και παραγράφους. 
Στο άλλο θα έχει μόνο τα κενά και τις άνω τελείες. 
Ίσως και κανένα κόμμα εδώ κι εκεί

Μπας και ξαναμάθω σωστά γραφή κι ανάγνωση


Μπας και ξαναμάθω να αναπνέω

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Ξημερώνοντας Δευτέρα


Έστριψα ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι και το άναψα φυσώντας τον καπνό με δύναμη ανατολικά. Ήταν σίγουρα απόγευμα, με εκείνη την όμορφη πλάγια φωτεινότητα που δίνει στα πράγματα ο ήλιος όταν τον έχεις αφήσει πίσω σου. Ήχοι διάφοροι  και άσχετοι με την συμβατική αίσθηση του χρόνου και του τόπου, έρχονταν από γύρω ίσα-ίσα για να τονίζουν πόσα μπορεί να συνδέσει ένα μυαλό, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένεις, ακόμη και όταν συνειδητά κοιμάσαι. Και το ξέρεις κιόλας. ¨η τουλάχιστον έτσι νομίζεις.

Η φωνή μου ακούστηκε ξαφνικά δίπλα μου, ακριβώς την ώρα που άναβα άλλο ένα τσιγάρο, ήρεμη, σταθερή και με βάθος. Με κοίταξα σαν να ήμουν πάντα εκεί και αυτή την φορά φύσηξα τον καπνό προς τα πάνω. Δεν μου φάνηκε να είχα αλλάξει και πολύ, αν και σίγουρα φαίνονταν πιο βαθιές οι ρυτίδες στο μέτωπο και πιο άσπρα και μακρύτερα τα μαλλιά μου. Όμορφη εικόνα για τόσο γέρος σκέφτηκα. Αλλά εκείνο το βλέμμα είχε κάτι απροσδιόριστο μέσα του. Όχι τίποτα τρομακτικό, αλλά κι ούτε εύκολα περιγράψιμο. Ίσως και λιγάκι θλιμμένο. Δεν μίλησα, με άφησα να πω.

Ξέρεις –ξεκίνησα- πόσο ζυγιάζεται το να νιώθεις ότι το σώμα και το μυαλό γερνάνε ενώ η ψυχή όχι;
Δεν ξέρεις, δεν μπορείς να καταλάβεις. Μέχρι να το ζήσεις. Ειδικά όταν είσαι νέος, όταν το πολύ είναι μπροστά και το λίγο πίσω, δεν μπορείς καν να εστιάσεις σε κάτι τέτοιο. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τρισυπόστατο όταν σε κατακλύζει η ζωή. Λογικό είναι. Άλλα είναι τότε εκείνα που σε ενδιαφέρουν και άλλες οι προτεραιότητες. Δώσε βάση όμως. Χρόνια και απώλειες μετά, θα φτάσει η ώρα που θα αρχίσεις να το νιώθεις στο πετσί σου. Θα έρθει σιγά σιγά, ανεπαίσθητα και ίσως χαμπάρι να μην το πάρεις. Και θα πονάει. Θα φυσάς και θα ξεφυσάς σαν παλιά ατμομηχανή στην ανηφόρα, θα σε στενεύουν όλα τα παλιά, θα ζορίζεσαι  να μαντέψεις που στον κόρακα αρχίζει και προς τα πού σε οδηγεί ο μίτος της καθημερινότητας, θα δυσκολεύεσαι πολύ να καταλάβεις πως λειτουργούν και σε τι χρησιμεύουν όλα ετούτα τα καινούρια, ποιο το νόημα και ποια είναι τα γιατί που τα γέννησαν. Θα τρέχεις ασθμαίνοντας πίσω από εξελίξεις,  ο λόγος σου και η άποψή σου δεν θα μετράνε καθόλου, θα πλατσουρίζεις ανόρεχτα και αδέξια μέσα στην λασπουριά της τεχνολογίας και της εφήμερης πληροφορίας για να μην ξεκόψεις εντελώς από το σήμερα αλλά όλο και πιο ξεκομμένος θα βρίσκεσαι. Και μέσα στην λέρα από το άτσαλο πλατσούρισμα δεν θα σε αναγνωρίζεις στις αντιδράσεις σου, δεν θα μπορείς πια να αφεθείς σε τίποτα με ευκολία δίχως αναστολές όπως παλιά, επειδή οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις θα έχουν κάνει κατάληψη στο αυθόρμητο. Η σημασία των χρημάτων που τόσο καιρό απαξίωνες, θα αρχίσει να αναβαθμίζεται όσο πιο δύσκολο θα γίνεται το  να καλύψουν αυτά το ελάχιστο επίπεδο των αναγκών επιβίωσης σου. Και θα νιώσεις απατημένος, πλανεμένος και άδειος. Θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις πως τρώει έναν άνθρωπο το μαράζι, όλο και περισσότερο θα σου εμφανίζεται σαν διέξοδος η ζωή του ερημίτη, θα ψάχνεις να βρεις πληροφορίες για τα συμπτώματα της κατάθλιψης και θα τσατίζεσαι που δεν θα μπορείς να αναγνωρίσεις μέσα σε αυτά τον εαυτό σου για να ηρεμήσεις κάπως που τάχα επιτέλους θα μάθαινες τι σκατά τρέχει με σένα.

Όλα θα σου φαίνονται ανούσια, λίγα και ανεπαρκή, δεν θα μπορείς να αισθανθείς πληρότητα πουθενά, θα ζαλίζεσαι αν τυχόν κάτι αναπάντεχο σε κάνει να γελάσεις πολύ, ξέμαθος πια από το πώς γελάνε από ψυχής. Από κυνηγός των εναλλακτικών λύσεων θα αρχίσεις να μεταλλάσσεσαι σε καταγραφέα και παρατηρητή. Κάπου εκεί θα αρχίσει και το αίσθημα πως χόντρυνε το μυαλό σου και γίνεται όλο και πιο δυσκίνητο. Θα κοιτάζεις στον καθρέπτη λιγότερο και όλο και περισσότερο θα βλέπεις χαρακώματα στο πρόσωπό σου. Θα αρχίσουν να βγαίνουν κάτι φαντάσματα από το χρονοντούλαπο και θα σε κυνηγάνε κάθε φορά που κάθεσαι μόνος στο μπαλκόνι, κάθε φορά που περιμένεις το φανάρι να αλλάξει χρώμα, κάθε φορά που θα περιμένεις στην ράμπα του μετρό για να πας δήθεν κάπου αλλού. Θα σιχαθείς τις οθόνες και θα αναζητάς σύννεφα είτε κοιτώντας τον ουρανό είτε τα σκονισμένα πλακάκια στα πεζοδρόμια. Κι όταν θα ανακαλύπτεις κανένα, δεν θα αισθάνεσαι το ίδιο όπως παλαιότερα. Θα αρχίσεις να αποφεύγεις να κοιτάς τα μάτια των άλλων για να μην δεις εκεί ζόρια μεγαλύτερα από τα δικά σου που δεν θα έχεις πια αντοχές για να δείξεις αληθινό και ανθρώπινο ενδιαφέρον. 

Τέρμα και με τις  ενοχές. Απλά θα εξαφανιστούν. Θα γίνεις καχύποπτος, απόμακρος, νευρικός και θα νευριάζεις με το παραμικρό. Αλλά δεν θα εκτονώνεσαι. Θα διαπιστώσεις πως αντέχεις και υπομένεις απίστευτα πολλά που δεν πίστευες ποτέ πως θα μπορούσες. Μπορεί και να σε μισήσεις. Μετά ίσως και να μην σου δίνεις καμία σημασία. Κι ο καιρός θα περνά.

Αν φανείς τυχερός, θα ξεχαστείς και θα πεθάνεις ήσυχα στον ύπνο σου χωρίς να ενοχλήσεις κανέναν και χωρίς να αφήσεις βάρη για τους δικούς σου.
Κάπου εκεί μπορεί και η ψυχή σου να γαληνέψει. Αν μάλιστα τελικά υπάρχει τρόπος, με κάποιον τρόπο να έχεις κάποια ακόμη ευκαιρία, θα δοκιμάσεις από την αρχή με νέα δεδομένα να δεις που θα σε βγάλει αυτή την φορά. Κόψε μόνο το τσιγάρο, θα σε ταλαιπωρήσει από νωρίς και δεν θα το θέλεις. Αν είναι να σε βρει γαλήνη, θα σε βρει όπως και να έρθουν τα πράγματα, να το θυμάσαι αυτό.

Θέλησα να ρωτήσω πως είμαι τόσο σίγουρος. Δεν το έκανα. Δεν πρόλαβα, δεν ήθελα, δεν είμαι σίγουρος. Στο επόμενο καρέ είχα ήδη φύγει. Στο βάθος ακούστηκε να σπάει κάτι γυάλινο. Μετά, τίποτα.

Το πρωί ανακάλυψα πως είχε πέσει ο καθρέπτης στο μπάνιο και έγινε θρύψαλα. Μάζεψα τα κομμάτια σε μια σακούλα και προς στιγμή σκέφτηκα να πετάξω μαζί και τον αναπτήρα. Τον έβαλα όμως στην τσέπη και ξεκίνησα για το σχολείο, κάνοντας μια στάση για να αγοράσω καπνό. Ασυναίσθητα κοίταξα προς τα πάνω και μου φάνηκε πως είδα κάτι βαθιές ρυτίδες να ξεπροβάλλουν ανατολικά.

Αποφάσισα να ανάψω τσιγάρο αργότερα. Τουλάχιστον, όσο αργότερα θα άντεχα. 
Ξεκόλλησα τον εσωτερικό καθρέπτη από το παρμπρίζ και τον πέταξα στο κάθισμα του συνοδηγού. "Σκάσε" του μούγκρισα μέσα από τα δόντια μου και έβαλα μπροστά την μηχανή.