Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Μερικές αρνήσεις που ήταν εύκολο να προβλέψουμε (Αναδημοσίευση)

Από το blog http://monkoulslullaby.blogspot.gr

Χωρίς άλλες λέξεις...


Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Το αίσθημα της ταπείνωσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αίσθημα πως είσαι αντικείμενο. Θεμελιώνει με αυτή την έννοια μια μαχητική διαύγεια όπου η κριτική της οργάνωσης της ζωής δεν διαχωρίζεται απ'την άμεση ενεργοποίηση ενός σχεδίου για μια ζωή αλλιώτικη. Ναι, τίποτα δεν μπορεί να χτιστεί αν δεν έχει βάση του την ατομική απελπισία και το ξεπέρασμά της. Οι προσπάθειες να μπογιατιστεί η απελπισία αυτή και να χρησιμοποιηθεί με άλλο περιτύλιγμα θα φτάναν για να το αποδείξουν. Όσο η ελευθερία διατίθεται σε καταναλώσιμα διαχωρισμένα κομμάτια, τόσο στενεύει ο χώρος της πραγματικότητας, φτάνοντας στο σημερινό σημείο που η ευχαρίστηση και το ψυχορράγημα προκαλούν την ίδια ανατριχίλα. Ο χλευασμός και η επιβράβευση εναλλάσσονται σαν διαδοχικές δηλώσεις πολιτικού που ορκίζεται πως δε θα παρθούν άλλα οριζόντια μέτρα, με το τηλεοπτικό πάνελ να καβγαδίζει για λεπτομέρειες. Τρωγλοδύτες με προσδοκίες. Έχουμε πια μια γλώσσα η οποία μας μιλάει μ' εκείνα που δεν λέει, ή έστω μ' εκείνα που ακούγονται πίσω, κάτω και ανάμεσα απ' τις γραμμές. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Μοναχά το παρόν μπορεί να είναι ολικό, ένα σημείο με απίστευτη πυκνότητα. Πρέπει να μάθουμε πως να επιβραδύνουμε το χρόνο και πως να βιώνουμε το μόνιμο πάθιασμα της άμεσης εμπειρίας, μιας εμπειρίας ακίνητης σαν την σκιά του πουλιού που πετάει. Σ'όποιον κατέχει την ποιητική του παρόντος θα τύχει η περιπέτεια του κινεζόπουλου που ερωτεύτηκε τη Βασίλισσα της Θάλασσας και όταν ξαναγύρισε στα μέρη του ένας ηλικιωμένος γέροντας που κλάδευε τριανταφυλλιές του είπε:”ο παππούς μου μου'χε μιλήσει για κάποιο παιδί που χάθηκε στη θάλασσα και που χε τ'όνομά σου”. Ο χρόνος που ήταν το κυριότερο όπλο της εξουσίας τους είναι καιρός να γίνει μια άχρηστη κουδουνίστρα στα παιδικά, ανίσχυρα, παραλυμένα χέρια τους. Εδώ η Γη Χαναάν, εδώ και ο παράδεισος, που θα τρώς, θα αναπνέεις, θα αγγίζεις και θα κάνεις έρωτα. Από τα υφάσματα μέχρι τις κατοικίες, από τα μέσα μεταφοράς μέχρι τους τρόπους που μπεκροπίνεις, απ'τον φωτισμό μέχρι τη βιωμένη ποίηση, τα καινούρια σκηνικά θα είναι μοναδικά, καλλιτεχνικά, ανεπανάληπτα στιγμιαία εργαλεία της απόλαυσης και του παιχνιδιού. Με μια λέξη θα ξαναγίνουμε φτωχοί, πάμφτωχοι, μα και πάμπλουτοι στο πνεύμα μιας καινούριας συμπεριφοράς. Ό,τι δεν καταστρέψανε οφείλουμε να το καταστρέψουμε εμείς για να ξεχάσουμε τα πάντα. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας άγριας κατάστασης, με μια μοντέρνα έννοια, εξοπλισμένοι με τα πιο σύγχρονα εργαλεία. Η ποιότητα της απόλαυσης δεν θα δρα πια στις αισθήσεις που ξέρουμε, αλλά σ'αυτές που ακόμα αγνοούμε. Ήρθε ο καιρός να συνθέσουμε μια νέα κοσμοθεωρία της ευτυχίας, όπου εμείς σαν ελεύθεροι άνθρωποι θα δημιουργούμε τον χρόνο για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και να εφευρίσκουμε διαρκώς καινούριες. Μόνο εμείς καλλιτέχνες και επιστήμονες της ίδιας της αληθινής ποίησης, μπορούμε να δημιουργήσουμε αλλιώτικα τη γη, τους ωκεανούς, τα ζώα, τ'αστέρια, τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα αντικείμενα. Εμείς θα υφάνουμε στον αργαλειό μας τον καινούριο άνθρωπο, έναν άνθρωπο φτιαγμένο μόνο για την αναπαυτική απόλαυση της έβδομης μέρας. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Γενικά μιλώντας, έχουμε αφήσει πίσω μας όχι μόνον την εποχή που κοιτάζαμε την πραγματικότητα επενδύοντας σ' αυτήν ζωντανά συναισθήματα, αλλά και την εποχή που την κοιτάζαμε διαπιστώνοντας, με κάποια φρίκη, ότι ήταν εκείνη μάλλον που μας κοίταζε. Εκεί ξεκινάει το ψέμα της επικαιρότητας να πανηγυρίσει την ψήφιση κάθε νέου μέτρου που εξαλείφει τις πιθανότητες ανάκαμψης της οικονομίας σπρώχνοντας όλο και περισσότερους στο χείλος του γκρεμού. Το πανηγύρι συνεχίζεται. Θα γίνει εκταμίευση της δόσης; θα αποβληθεί η Ελλάδα απ'την Ευρωπαϊκή ένωση; Είτε τραγική, με τα λεγόμενα μέτρα, είτε κωμική, με τη μετριότητα που, μολονότι γεννημένη απ' το μέτρο, ερωτοτροπεί τηλεοπτικά και κοινοβουλευτικά με το άπειρο, η ζωή είναι μία θανάσιμη αρρώστια που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Η λανθάνουσα ονειροπόληση εκκρίνει μια ενέργεια που δεν ζητά παρά να στριφογυρίσει τις τουρμπίνες των περιστάσεων. Τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, ο καθένας μας έχει πετύχει το εγχείρημα του Λασαγί ή του Νετσάγιεφ. Ο πρώτος πετυχαίνοντας να περνιέται σαν συγγραφέας ενός βιβλίου, ακόμα άγραφτου, που τελικά έγραψε, ο δεύτερος αποσπώντας χρήματα από τον Μπακούνιν για λογαριασμό μιας ανύπαρκης τρομοκρατικής οργάνωσης, έφτασε να διευθύνει μια πραγματική ομάδα από μηδενιστές. Γι'αυτό σου λέω και στο υπογράφω, όλες σου οι επιθυμίες μπορούν να πραγματωθούν από τη στιγμή που θέτεις όλο τον υλικό εξοπλισμό σου στην υπηρεσία τους. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής. Εδώ και καιρό, οι αναμνήσεις μας είναι αναμνήσεις από θανάσιμες πληγές, ό,τι δεν ολοκληρώνεται σαπίζει. Το παρελθόν κατάντησε πια ανεπανόρθωτο και σε επίμετρο ειρωνίας, όσοι αναφέρονται σ'αυτό, δεν παύουν να το παραποιούν και να το συμβιβάζουν με τα γούστα της ημέρας. Μοναχά ένας τύπος παραδεκτής λησμονιάς υπάρχει, αυτής που σβήνει το παρελθόν πραγματώνοντάς το. Τα γεγονότα όσο μακρυά κι αν βρίσκονται δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη, αλλά φτάνει μια ριζική αλλαγή στο παρόν για να κατρακυλήσουν από το πατάρι που είναι καταχωνιασμένα και να πέσουν μπρος στα πόδια σου. Εξάλλου οικοδόμηση του παρόντος σημαίνει διόρθωμα του παρελθόντος, αλλαγή σημάτων τοπίου, αδέσμευτη εναρμόνιση των ακόρεστων επιθυμιών. Το μέλλον είναι χειρότερο απ'τον ωκεανό, δεν περιέχει τίποτα. Προγραμματισμός προοπτική, μακροπρόθεσμο σχέδιο, όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι. Κι όμως αν κάτσεις και χτίσεις το παρόν, τα υπόλοιπα θα έρθουν με το παραπάνω. Μέσα απ'αυτό το χάος θα ζωντανέψουν κάποια μέρα οι λέξεις και θα πυροβολήσουν τους εχθρούς μας εξ'επαφής.

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Φωτοσύνθεση



Ενέχυρο στιγμών η ζωή μας
όπου σταθούμε, όσα κι αν κάνουμε, όσα επιτρέψαμε
όσα μας ξεπέρασαν
                                                                                      κι εκείνα που μας ξέχασαν ακόμη
                                                                                                       μας σμιλεύουν ότι γίναμε
                                                                                                                                    μαζί κι εγώ
απλωμένη και αχαρτογράφητη ρίζα
γνώριμη σαν  μυριάδες άλλες
σκάβει μονάχη αργά και βαθιά
ανακατεύει κομμάτια ύπαρξης προς κάθε κατεύθυνση
με μια ηρεμία απόκοσμης προσμονής
                                κι ένα γαλήνιο πείσμα
Ξεπροβοδίσαμε  την ματαιοδοξία μας  στα στερνά ταξίδια των φίλων
Γαληνεύουμε με ότι έρθει πια, όπως έρθει, ότι βγει κι όπου
μετά από όσα θα γίνουν
πριν από όσα έγιναν ήδη
                                                                                και μας γνωρίζουν καλά όλα
 κι εκείνα που δεν ήρθαν ποτέ
                                                                                                κι όλα τα υπόλοιπα  αναμενόμενα ίσως
                Πριν καν υπάρξει ο χρόνος μας ήρθαμε
                                                                και όσο λίγο στο επειδή υπήρξαμε
ερήμην μετρήθηκε το μπόι της απουσίας μας
                κι ήταν μια σταλιά

Παιχνιδίζει στα φύλλα το φως
                                                όλα παιχνίδι
χαρούμενα αδιάφορο ίσως  ποτέ όμως άσκοπο
Φυτρώνει γύρω μας διαρκώς η αλήθεια
σε μικρά πολύχρωμα κομμάτια γνώσης
και τόσα δα, μικρά και κατασπαραγμένα

                                Παίζουμε κι εμείς αδέξια ανάμεσά τους
στο μικρό κομμάτι ανάσας που παίρνουμε
κάθε μέρα αλήθειες
αλήθεια στην κάθε μέρα
να ξεθάψουμε έστω κι αργά την αρχή του κοινού μυστικού μας
                                με προσοχή και τα χέρια τρεμάμενα
σαν δάνειο από τους επόμενους
φιλτραρισμένο από τους προηγούμενους
                η συνέχεια μας από τις παλιές ρίζες
                                έρπει να γιγαντώσει σπόρο

Στις βροχές μου που υπάρχω αφήνομαι...


---------------------------------------------------

Μουσική υπόκρουση:

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Ο παλιάτσος και ο ληστής (Χάρης Κατσιμίχας)



Υπάρχει μια διέξοδος, είπε ο παλιάτσος στο ληστή
Κι αν σου 'χει μείνει μια σταλιά ντροπή, δώσε λιγάκι προσοχή
Εμπόροι πίνουν το κρασί μας, και κλέβουνε τη γη
Εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα, σε περιμένουμε να 'ρθείς

Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά, ήταν τα λόγια του ληστή
Έχουν περάσει όλα αυτά, πάει καιρός πολύς
Εδώ απάνω στα βουνά, δεν δίνουν δυάρα τσακιστή
για ό,τι έχει κερδηθεί, για ό,τι έχει πια χαθεί

Πάνω απ' του κάστρου τη σκοπιά οι πρίγκιπες κοιτούν
καθώς γυναίκες και παιδιά, τρέχουν για να σωθούν
Κάπου έξω μακριά, ο άνεμος βογκά
ζυγώνουν καβαλάρηδες με όπλα και σκυλιά

Υπάρχει μια διέξοδος, είπε ο παλιάτσος στο ληστή
Κι αν σου 'χει μείνει μια σταλιά ντροπή, δώσε λιγάκι προσοχή
Εμπόροι πίνουν το κρασί μας, και κλέβουνε τη γη
Εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα, σε περιμένουμε να 'ρθείς

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Βαθιά ανάσα



Όταν τυχαίνει και σε ξαναβλέπω
           -όλο και πιο σπάνια, όλο και λιγότερο-
ίδια επιλέγεις θέση στα άδεια έδρανα
                                       μονάχος και στην πέμπτη σειρά
στέκεσαι αμίλητος στο μεταίχμιο
                                      να βλέπεις που φτάνει η σκιά σου
                                                           όσο κοντά για μια επίφαση επαφής
                                                                 κι όσο απόμακρα βρίσκει ανάσα ο ρυθμός σου
                           Κι όλα τελικά, γίνονται μια ανάσα ακόμη

Στέρεψαν τα σταυροδρόμια πια•
           ολάκερες φυτείες οι καπνοί σου και μια θάλασσα πιωμένη τα ίσως
κι αν σκάνε ακόμη τα βράχια πάνω τους
                                    σκελετούς ξεβράζουν κι αγέννητες πιθανότητες
                                                                          βογκώντας απώλειες και αιμάτινα αντίο
κι όλα τα τρένα στο πουθενά
                      εκείνα που ανέβηκες και τα άλλα που δεν πρόλαβες
                                              σφυρίζουν στο κεφάλι σου καπνό που ξεμακραίνει
                                                                                              κι οι ράγες σβήνουν ατέλειωτες

Δεν έχουν μείνει άλλα όνειρα πίσω αδερφέ
                                                                  Μην κοιτάς πια
                                                                                           μόνο σκόνη

Γύρισα δυό φορές το κλειδί
                                      χάιδεψα την μισοδιαλυμένη εξώπορτα
                                                                        πότισα τα σκαλοπάτια αλμύρα
                                                                                                                        Φτάνει.

                                  Χαμογέλα και πάρε βαθιά την ανάσα.
                                  Πάμε να φάμε τα μούτρα μας στο μετά...

-----------------------------------------------------------------------



Μουσική υπόκρουση:

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Eric Clapton and Friends 2014 - Train To Nowhere (J.J.Cale)



There is a train that
goes to nowhere

Need no ticket for you to ride
Put you in a car they call the sleeper
It's nice and warm inside
The days are never numbered
The nights don't matter at all
Your time is no longer counted
This train has got you now
Some folk can't get off
Mystery fates for you
There'll be no friends with you now
The ride is just for you

Train
that goes to nowhere
you can ride
you can ride  (x2)

Can't sit down can't stand up
No one will ever show
Things that used to be so real
Vanish from your soul

Train that goes to nowhere
you can ride
you can ride  (x2)

The goal
is never what it is

The goal will never be
The light stays dim a long time now
It's hard for you to see
Talk about the pathway
Way beyond your sign
Another time another mind
That is the way of life

Train that goes to nowhere
you can ride
you can ride  (x2)

Wanna know what it is
What it's gonna be
You ride this train no way out
Only you and me


Train that goes to nowhere
you can ride

you can ride  (x2)


(Υ.Γ. : Εβίβα...)

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Στενή γραμμή



Ώρες ώρες, με στενεύουν τα ρούχα μου. Όχι όλα, μόνο εκείνα που με φορούν μέσα τους.

Στις ραφές. Εκεί που ορίζεται το μπρος και το πίσω τους.

Φανερά μεν πιο αδύνατος και νευρώδης,αλλά το στένεμα αυξάνει.
Φτιαγμένα από παράταιρο μείγμα εμπειρίας, χαβαλέ, αυτοσαρκασμού και μπέσας. Δύσκολα διαχειρίσιμα τα υλικά, διπλόγαζα ντόμπρες οι ραφές, κρατάνε τσάκιση αλλά τραβάνε στις μασχάλες.  Και στον καβάλο. Κι όπου υπάρχει κλείδωση.

Ακίνητο δεν με ενοχλούν, απλά τα νιώθω. Της ακαμψίας ρούχα, τι τα θες;

Όλο και τρώγομαι με τα ρούχα μου, όλο και σιχαίνομαι τους καθρέπτες

Συνήθως την αφορμή την δίνουν τα υιοθετημένα μου επειδή, η απαλλοτριωμένη υπεραξία του λόγου των άλλων και το ζαρωμένο μέτωπο από τα ζυγιάσματα του πρέποντος και του θέλω. Και οι παλιομοδίτικοι μεγάλοι γιακάδες.

Όσο για τις αιτίες, αμέτρητες. Τόσες, όσες και η ελπίδα των εραστών. Και οι αφορμές από κοντά.

Κάπου εκεί συνήθως αρχίζω και πιέζομαι να με επαναφέρω στην τάξη και πιέζομαι να βγάζω τον σκασμό. Μερικές φορές χαμογελώ κιόλας, κατεβάζω το βλέμμα και απλά φεύγω.

Έπειτα, παίρνω τηλέφωνο κανέναν φίλο που του έχουν απομείνει τίποτα αντοχές, σπάζω τους καθρέπτες μου και βγαίνω έξω.

Ευτυχώς, τα βήματά μας όταν αφεθούν, έχουν γνώση. Τα δικά μου με πηγαίνουν σε μέρη που ανέκαθεν ακούγονταν πολλές κουβέντες.
Να καλύπτεται ο αντίλαλος της μοναξιάς στους άδειους δρόμους και στα έρημα παγκάκια.

Υγρασία η μοναξιά όμως, δεν αφήνει βαθιές τις ανάσες, περονιάζει ως το κόκαλο.

Στην βόλτα επάνω καβατζώνω γερά κάτι σκοροφαγωμένα άλλοθι, κλείνω την σιωπή σε γυάλινη φιάλη και την πίνω άσπρο πάτο. Κρυφά. Μην με δω και με λυπήσω.

Μπούχτισα λέξεις παλικάρι, κάτσε να κάνουμε ένα τσιγάρο και ας μην πούμε τίποτα.

Έχω κοιτάξει τόσες πολλές ώρες τις σόλες των παπουτσιών μου τελευταία, που ξεβάφτηκε το χρώμα τους. Κι άκρη δεν βρήκα.

Οι άκρες είναι για όσους κοιτάνε απ΄ έξω. 
Οι μέσα, το μόνο που βλέπουν είναι μια συνέχεια. Ή η απουσία της.

Ζω και πεθαίνω σε κάθε βήμα. Δεν ξέρω με ποια σειρά. 
Εξαρτάται από πού με κοιτάς.

Σαβανωμένες ξεκινούν οι μέρες μας και τα βράδια αλκοολούχα όνειρα ξεστρατίζουν τα αύριο που μας κλήρωσαν. Μαλακισμένο το κλισέ, αλλά αυτό είναι, δεν έχει άλλο

Επειδή αυτό που είσαι, είναι γαντζωμένο μέσα σου.

«Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να χορτάσει.»

Φά’ το πρώτος.

Να πασχίζεις να επιβιώσεις και η άνοιξη να σου χτυπάει την πόρτα...


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

50 Years Too Late - Drake White





I like spring and dogs
and rusty screen doors
candle light on creaky wood floors
a good sunrise 
and fireflys in a jar, yes
banjo wingin thru the Pines
Way I feel on a home-made wine
And jug fishin' under a sky full of stars

I'm ok,
Yes I'm just fine
Just wish the world would move slower
Or that I could go back in time

Well I'm just a down home southern
Lord Don't need nothin'
just enough to get me by
I was raised at an early age
When you shake a man's hand
You look him square in the eye

I'm a real cool old school
Don't you lie to me fool
There ain't a dang thing about the day
Cause I'm a modern day John Wayne
Took my dad's last name
Born 50 years too late

What ever happened to an honest days work
Sweatin' hard in a flannel shirt
It's a fast paced red race
No givin all takerWho's gonna finish first

Now day's it's safeto say
That a damn dog's got more rights
Cause the administration is tryin'
To rule the population
Folks we gotta stand up we gotta fight

Don't complain
Take it all in stride
Seems the old world it has changed
Almost overnight

Well I'm still a tell-all southern
Don't mean nothin' just enough to get me by
I was raised at an early age
When you shake a man's hand
You look him square in the eye

I'm a real cool old school
Don't you lie to me fool
There ain't a dang thing about the day
Cause I'm a modern day John Wayne
Got my daddy's last name
Born 50 years too late

I'm just down home southern
Lord I don't need nothin'
Just enough to get me by
I was raised at an early age
When you shake a man's hand
You look him square in the eye
I'm a real cool old school
Don't you lie to me fool
There ain't a dang thing about the day
Cause I'm a modern day John Wayne
Got my daddy's last name
Born 50 years too late

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Ego - ist


Μην μου συντηρείς άλλο τις αυταπάτες μου·
μεγαλώσαμε

δεν είναι απαραίτητα παραίτηση η σιωπή
ούτε ένδειξη εσωστρέφειας
ούτε καν προσωπική παραξενιά.
ούτε παιδικά καμώματα και καθυστερημένα εφηβικά απωθημένα
Εγωισμός, μπορεί
και ξεκαθάρισμα λογαριασμών
που με στρίμωξαν οι σκιές μου
και με έχουν στην γωνία
και δεν μπορώ να ανασάνω πια
Να ξεφορτωθώ από πάνω μου και από μέσα μου·
αυτό θέλω
Από εκεί που με έχω αγκιστρώσει,
εκεί που συστρέφομαι και ουρλιάζω
και γυρίζω μέσα έξω τα σωθικά μου
Να ξεφύγω

Από εκεί που με κατανάλωσα
με φρέσκο ακόμη το αίμα μου και τις φλέβες παλλόμενες
Να αναρρώσω

Με κατανάλωσα γρήγορα και αμάσητο, βιαστικά
Τώρα με χωνεύω αργά
μα μου έχω κάτσει βαρύς τελευταία
Αλλοιώθηκαν και τα γαστριμαργικά  αισθητήρια·
και η γκουρμέ αισθητική που ήταν πάντα αχρείαστη
σε όσους αγκαλιάζουν τις οδύνες τους για πρωινό
Με ρεύομαι και μου μυρίζω πτωμαΐνη

Σώζω κάπως τα προσχήματα που δεν με γουστάρω
απλά με ανέχομαι
Όχι άλλη φορμόλη όμως για μένα, ευχαριστώ
Θα βιώσω την αποσύνθεσή μου μέχρι τέλους
έστω και στο ημίφως
κι αν δεν έχει εύκολη έξοδο, αδιάφορο
βαρέθηκα στην αναμονή για ένα φως αναμμένο

Αν σου λείψω, ψάξε με
Αν αξίζω κάτι να βρεις πάνω μου, θα το βρεις
Αν δεν δεις κάτι, προχώρα

Άλλωστε ποτέ δεν ήμουν κάτι άλλο από αυτό που έγινα· εγωιστής
να θέλω να έχω δίκιο που νοιάζομαι.
και να βγαίνω λάθος την ίδια στιγμή
και να μην το παραδέχομαι
και πάλι από την αρχή
έστω και με άλλον τρόπο

Ξέχασέ με ή ενσωμάτωσέ με
Μην με αγνοήσεις μονάχα

Άφησέ μου την ελπίδα και σου χαρίζω τον εγωισμό μου· μεταχειρισμένο έστω

                                          … κι όσα μαζί δεν ζούμε δεν υπάρχουν …

---------------------------------------------------------------------------------------------------


Μουσική υπόκρουση:


Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Pink Floyd - Sorrow





The sweet smell of a great sorrow lies over the land
Plumes of smoke rise and merge into the leaden sky:
A man lies and dreams of green fields and rivers,
But awakes to a morning with no reason for waking

He's haunted by the memory of a lost paradise
In his youth or a dream, he can't be precise
He's chained forever to a world that's departed
It's not enough, it's not enough

His blood has frozen & curdled with fright
His knees have trembled & given way in the night
His hand has weakened at the moment of truth
His step has faltered

One world, one soul
Time pass, the river rolls

And he talks to the river of lost love and dedication
And silent replies that swirl invitation
Flow dark and troubled to an oily sea
A grim intimation of what is to be

There's an unceasing wind that blows through this
night
And there's dust in my eyes, that blinds my sight
And silence that speaks so much louder that words,
Of promises broken


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Της άπνοιας


Τα προηγούμενα χρόνια, στην «προ κρίσης» περίοδο, δεν ήταν να μπω σε βιβλιοπωλείο. Ένα πήγαινα να πάρω, με πέντε-έξι-επτά έφευγα.

Αν μάλιστα γινόταν και κανένα παζάρι με παλιά βιβλία πουθενά και το έπαιρνα χαμπάρι, έφευγα με τσάντες. Της κολάσεως γινόταν κάθε φορά. Μετά άραγμα στον καναπέ ή στο μπαλκόνι όταν ο καιρός το επέτρεπε και βουτιά στα τυπωμένα κύματα.

Ήταν και μια προσωπική εκτόνωση και άμυνα στον ψυχαναγκασμό των γιορτών, στα ντυμένα γιορτινά «πρέπει»:
στο να «πρέπει» να αισθάνεσαι «χαρούμενος», στο να «πρέπει» να χαμογελάς και να μην είσαι μουρτζούφλης, στο να «πρέπει» να ψωνίσεις και να καταναλώσεις επειδή «οι μέρες το απαιτούν», στο να «πρέπει» να βγεις στην αγορά να πάρεις «γεύση» εορτών, στο να «πρέπει» να ευχηθείς σε συγγενείς και «φίλους» που για ένα χρόνο χέστηκαν που είσαι, τι κάνεις, πως περνάς, στο να «πρέπει» να βρεις τα σωστά δώρα γιατί «οι μέρες το απαιτούσαν», στο να «πρέπει» δείξεις «ανθρώπινο πρόσωπο» και να βοηθήσεις τους αδύναμους και τους πένητες, άσχετα με το αν με κάποιος τρόπο εσύ το έκανες ήδη όλο τον υπόλοιπο χρόνο, τώρα θα έπρεπε να το κάνεις λόγω ημερών ΜΑΖΙ με όλους εκείνους που καρφάκι δεν τους καιγόταν πριν, να συμπλεύσεις δηλαδή με την εορταστική υποκρισία.

Αυτά παλιά.

Τώρα που οι αντοχές έχουν πιάσει πάτο, τώρα που μετράω και ξαναμετράω τα φράγκα που δεν βγαίνουν και βάζω χέρι στους κουμπαράδες των παιδιών και την ψωροσύνταξη της μάνας μου και κιχ δεν «δικαιούμαι» να βγάλω επειδή είμαι από τους προνομιούχους που έχουν δουλειά, τώρα που αυξήθηκαν σε απίστευτο βαθμό οι φίλοι που δεν την βγάζουν παρά μόνο με δανεικά, τώρα που λόγω βιώματος και όχι απλής «άποψης» σιχάθηκα ακόμη περισσότερο διάφορες «κάστες» συνδικαλιστών, πολιτικών, «πολιτικών», τύπων του στυλ «εγώ δεν είμαι, αλλά...», κάτι απίστευτους δήθεν και κάτι εντελώς φελλούς που αγωνίζονται να επιπλεύσουν και να κάνουν ύπτιο στα βοθρόνερα, κάτι τελεμέδες που έχουν το θράσος να προσπαθούν ακόμη να πουλήσουν μαγκιά και αντριλίκι και φύκια για μεταξωτές κορδέλες, κάτι ραγιάδες που μαζί με την ψευδαίσθηση της «επιτυχίας και του ονείρου» τους έφυγε όλη η μαγκιά και ο τσαμπουκάς, κάτι γλοιώδεις τύπους που ψάχνουν να πατήσουν πάνω στην δυστυχία του άλλου για να «σωθούν» οι ίδιοι, τώρα λοιπόν που πέφτουν ένα-ένα τα άχρηστα λέπια του εφησυχασμού και της ψεύτικης δηθενιάς του «ευ ζην» σαν νεκρές φολίδες από το δέρμα μας, τώρα, όλα εκείνα τα βιβλία που έχω καβατζώσει τόσο καιρό με κοιτάζουν με κοροϊδευτικό υφάκι και θέλω να τα πάρω και να σχίσω σελίδα-σελίδα κι ας είναι πολλά αδιάβαστα ακόμη.

Που να διαβάσω τίποτα δεν με συγκινεί

Που να γράψω κάτι δεν μου βγαίνει
Κι αν γράψω κάτι, δεύτερη φορά δεν με κοιτάζω

Που κολλάνε τα δάχτυλα στις χορδές και δεν

Πού τόση αγάπη δίπλα μου δεν μπορώ να την εσωτερικεύσω

Που αδιαφορώ για το αν η μαυρίλα μου έξω από το σπίτι χαλάει ζαχαρένιες

Μόνο να βλέπω ουρανό θέλω και σύννεφα
Και την Λίμνη να με καθρεπτίζει ανάποδα μέσα μου
Και να φεύγω

Ένα εξώφυλλο μου λείπει μόνο
Να το ντυθώ, να με σχίσω σελίδα-σελίδα και να με αφήσω στους αέρηδες


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Αγάντα Μανώλη...


Υπέπεσε σε παράπτωμα.
Ήρθε στο γραφείο μαζί με τους άλλους, ο μόνος με δάκρυα απεγνωσμένης λύσσας στα μάτια.
Οι κανόνες λένε πως έπρεπε να τιμωρηθούν. Όλοι.
Τιμωρήθηκαν.
Ο ίδιος, ο μόνος που παραδέχτηκε πως έπρεπε.
Και φάνταζαν απίστευτα αντρικά τα παντελόνια του στα εφηβικά του πόδια. 
Αποδιοπομπαίος τράγος των νταήδων.
Σήκωσε όμως ανάστημα και ανέλαβε το τίμημα.
Κουβαλητής δύσκολων παιδικών χρόνων.
Μοναχοπαίδι με άνεργους γονείς.
Με οικογενειακά προβλήματα.
Με το παρελθόν βαρύ, το παρόν δύσκολο, το μέλλον υποθηκευμένο.
Ολόκληρος μια αναζήτηση ελπίδας στα μάτια.
Και μόνος.
Κι εγώ δεμένος χειροπόδαρα και λίγος, να μην μπορώ να βοηθήσω πέρα από λόγια.
Να ψάχνω να βρω τρόπο να τον στηρίξω.
Εγώ που έχω τα στηρίγματά μου λειψά και ελάχιστα.
Να του δίνω τηλέφωνα υποστήριξης και να μην έχω ένα τηλέφωνο να πάρω να με στηρίξει κι εμένα.
Και να λέει. Και να κλαίει.
Και να ξέρω πως πάει σε «ειδικούς».
Και να πρέπει να κρατήσω απόσταση.
Και να βοηθήσω.
Και να στηρίξω.
Και να θέλω να ουρλιάξω.

Στείλτε «εθελοντές» ρε, να δούμε τι θα καταφέρετε.
Στείλτε πενταμηνίτες με ΕΣΠΑ, να επενδύουν πάνω τους συναισθηματικά ο Μανωλάκης, η Άννα, ο Νίκος, η Μαρία.
Και μετά να τελειώνει το κονδύλι και να σκάει στις πλάτες τους διπλή η μοναξιά και η απελπισία.
Στείλτε κωλόχαρτα να συμπληρώσουμε, «επείγοντα» και «εξαιρετικά επείγοντα», ζητήστε έντυπα και εκθέσεις και στατιστικά.
Να καλύψετε την ανεπάρκειά σας να βοηθήσετε τον Μανωλάκη και τον κάθε άλλον μαθητή.
Και μην αμελήσετε να βγάλετε σε διαθεσιμότητα συναδέλφους που στήριζαν με την ψυχή τους τα σχολεία και στήριζαν με φιλότιμο τα χάλια που τόσα χρόνια κανένας από το σινάφι σας δεν είχε την μπέσα και τα κότσια να ασχοληθεί.
Και μετά ελάτε να «αξιολογήσετε» κιόλας.
Να κάνετε τον Μανωλάκη «αριθμητικό στόχο προς επίτευξη» και «δείκτη παραγωγικότητας».

Θα σκάσουν στα μούτρα σας όλα αυτά κάποια στιγμή

Τα μάτια του θα σας κάψουν ρε άκαπνοι, άσχετοι και ανάλγητοι.

Κράτα Μανώλη, όλοι μόνοι μας είμαστε.
Ίσως κάποιοι περισσότερο, αλλά τουλάχιστον εμείς το ξέρουμε.
Κι αυτό από μια μεριά, μας κάνει ξεχωριστούς και μοναδικούς.
Να μην τους κάνουμε την χάρη, να μην λυγίσουμε

Κι αν με έκανες να γυρίσω σπίτι διαλυμένος σήμερα, μου έδωσες αφορμή να αγκαλιάσω τα παιδιά μου.

Κράτα φίλε, κράτα αδερφέ…

Κράτα να αντέξουμε και οι υπόλοιποι…

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Αχθοφόρος


Μου κλήρωσε ζόρικο αγώγι. Να κουβαλάω βλέμματα.

Ζωντανές εικόνες από  τους φίλους που χαθήκανε. Σκιές από τα λόγια τους, φωτογραφικά αποτυπώματα σε παλιό χαρτί κιτρινισμένο.

Και λέξεις. Χιλιάδες, εκατομμύρια από αυτές. Στοιβαγμένες. Μέσα μου.

Έχω συσκευασμένα τα φαντάσματά μου σε ζελατίνες μνήμης με ταμπελάκια χρονολογικής σήμανσης. Για να μην ξεχνάω τις ανάσες τους. Και τον ήχο από τις αλυσίδες μου.

Το -μικρό έστω- ένδοξο παρελθόν και τις χαμένες ευκαιρίες που άφησα από άποψη και συνειδησιακή έπαρση, μαζί με μια αυτοσχέδια επαναστατική συνείδηση, τα φυλάω στα σεντούκια του υπογείου. Να στοιχειώνουν στο σκοτάδι από καιρό σε καιρό, τις αφίσες του Μάη και τις παλιές προκηρύξεις πολυγράφου. Συσκευασμένες τις μεταφέρω από εδώ κι από ‘κει, να λέω πως ακόμη κινούνται. Με τις σκιές τους ξεφτισμένες.

Τις κιθάρες μου με τις ενοχικές χορδές, τις έχω δίπλα στα βινύλια. Πρέπει να θυμάμαι να τις κουρδίζω που και που, να μην σκουριάσουν και δεν υπάρχει πια η δυνατότητα για συχνή αλλαγή τους. Βλέπεις, δεν βγάζουν τον ίδιο βαθύ ήχο οι νέες ενοχές. Τους λείπει το μέταλλο και το βιμπράτο. Και είναι ελαφρότερες. Μεταφέρονται εύκολα από εδώ κι από εκεί.

Κρατάω ακόμη μακριά τα νύχια του δεξιού μου χεριού, να προβοκάρουν τον καθοσπρεπισμό και την νοικοκυροσύνη μου και να με αφυπνίζουν τα απογεύματα Παρασκευής και τα μοναχικά Σαββατόβραδα μετά τα ψώνια του σουπερμάρκετ. Όχι τις Κυριακές, έχουν αγώνες οι πιτσιρικάδες μου.

Κάτω από την μασχάλη μου, από την μεριά της καρδιάς, κουβαλάω την εικόνα του πατέρα μου με εκείνο το βλέμμα περηφάνιας και γνώσης που τόσο μου λείπει ενάμισι χρόνο τώρα. Στάμπα μου άφησε, πληγή ανοικτή, ποτέ να μην κλείσει. Εγώ την λέω αρματωσιά.

Στις καθημερινές μου μεταφορές, όλο και συχνότερα τελευταία τρακάρω μετωπικά με εφηβείες. Δύσκολα διαχειρίσιμη η ανεπάρκειά μου. Έχω πρόβλημα στα φρένα μάλλον. Παλιώσανε. Και στα αντανακλαστικά. Ελπίζω το βλέμμα να σώζει τουλάχιστον τα προσχήματα. Κι ο λόγος που καταφέρνω να αρθρώσω, λειψός. Το βλέπω στα βλέμματά τους. Βαρένουν κι αυτά το φορτίο.

Ψάχνω καιρό τώρα τρόπο να αποθηκεύσω τα περισσεύματα οργής που περιφέρω γύρω γύρω. Δεν βρίσκω τίποτα. Ξεχειλίζω από παντού. Ξεχασμένος κάδος απορριμάτων.

Εύχομαι μονάχα να βρω σύντομα κάποιον ανεκτό τρόπο διαχείρισης αποθεμάτων.

Γιατί το νιώθω πως γυαλίζει το μάτι μου επικίνδυνα πια. Και δεν είμαι πλέον είκοσι χρονών. Στερεύουν οι αντοχές κι ας πληθαίνουν οι ανοχές. Πονάνε και τα μπράτσα κι ας αντέχουν ακόμα.
Αν είναι να αρχίσω δρομολόγια με το μηδέν που απέφευγα, θα είναι συνειδητή επιλογή. Και σίγουρα επώδυνη. Σίγουρα όμως δεν θα είναι τυχαία.

Κι έχω δυνατή την αίσθηση πως το μηδέν γνωρίζει κι αποδέχεται πως υπάρχουν συγκεκριμένες μυρωδιές που δεν ξεχνάς ποτέ.

Του έρωτα, του νεογέννητου, της μπαρούτης, της βενζίνης και της απελπισίας.

Θέλω όμως να θυμάμαι όλα μου τα δρομολόγια και τις μυρωδιές τους. Μαζί.

Κι είναι αλήθεια πως έχω αγαπήσει, έκανα παιδιά, πήγα φαντάρος και γυροφέρνω τα ρηχά της απελπισίας. Έχω και τις αντίστοιχες αποδείξεις αν χρειαστεί.

…Μένω όμως και κοντά σε βενζινάδικο.

Και εκεί ξέρουν πως δεν ζητάω απόδειξη γιατί μου είναι άχρηστη.

Κι εξακολουθώ να θυμάμαι ότι χρειάζεται. Δηλαδή τα πάντα.

Κανονίστε λοιπόν τι μου φορτώνετε…


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Ντόμινο-Σωκράτης Μάλαμας(στιχοι Αλκαιος Αλκης)



Σε λάθος πλοίο επιβάτης
και στην κουκέτα τ' αρωμα της.
Μασάει χρυσάνθεμα και δυόσμο
και βλέπει ανάποδα τον κόσμο.

Μεθάει σε βρώμικα λιμάνια
με λιποτάκτες και χαρμάνια.
Σε θαλασσόπετρες πλαγιάζει
και με τ' αστέρια κουβεντιάζει.

Κι η μάνα του στις ρεματιές
ανάβει στα νερά φωτιές.

Μέσα στης τρέλας του τη φιέστα
απ' τη ζωή ζητάει τα ρέστα.
Πέφτουνε ντόμινο τα πλάνα,
τον βρίσκει η νύχτα σε μια αλάνα.

Έξω απ' το σώμα του πετάει
και στους αιθέρες περπατάει.
Στο λίβα της και στο βαρδάρη,
στον ήλιο της και στο φεγγάρι.

Κι η μάνα του στις ρεματιές
ανάβει στα νερά φωτιές.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Με την πλάτη στον τοίχο - Διονύσης Τσακνής





Μια μάχη γίνεται πίσω μου
στα πόδια μου βλέπω τους ίσκιους
ακούω τις σκόρπιες τους λέξεις
δεν γυρνάω το κεφάλι
Σκαρώνουν σχέδια πλάι μου
το πιάνουν οι άκρες των ματιών μου
μυρίζω τον ιδρώτα των ερώτων τους
δεν τους κάνω τη χάρη

Γιατί δε γίνεται τίποτα εμπρός μου
με μια ματιά να το κλέψω να φύγω
και μένω εδώ καρφωμένος με την πλάτη στον τοίχο

Ένα καράβι ενοχές τη ζωή μου αρρωσταίνει
μέσα στη γη του πυρός ταξιδεύω γυμνός
ένας πανάρχαιος μύθος απ’ τη μύτη με σέρνει
αδέξιος, τεχνίτης κι αλήτης με την πλάτη στον τοίχο

Φοβέρες χτίζουν πάνω μου
μικραίνει όσος έμεινε χώρος
βαραίνουνε κιόλας οι ώμοι μου
δεν σηκώνω το βλέμμα
Μια τρύπα σκάβουνε κάτω μου
βουλιάζουν στην κινούμενη άμμο
τραβάνε στη γη τα φεγγάρια μου
δε θα φτάσουν στο τέρμα

Γιατί δε γίνεται τίποτα εμπρός μου
με μια ματιά να το κλέψω να φύγω
και μένω εδώ καρφωμένος με την πλάτη στον τοίχο

Ένα καράβι ενοχές τη ζωή μου αρρωσταίνει
μέσα στη γη του πυρός ταξιδεύω γυμνός
ένας πανάρχαιος μύθος απ’ τη μύτη με σέρνει
αδέξιος, τεχνίτης κι αλήτης με την πλάτη στον τοίχο

Με την πλάτη στον τοίχο


Με την πλάτη στον τοίχο

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Blues λέξεις και ροκ φιλίες


Οι λέξεις μου φοράνε τζίν
Βγαίνουν τα απογεύματα Κυριακής βόλτες και γδέρνονται μέσα τους
αποφεύγουν την Πλατεία για να μην ξύνουν παλιές πληγές
ντρέπονται και την αυθάδεια στα βλέμματα των πιτσιρικάδων
χάνονται κάπου μεταξύ των Αέρηδων, της Πανδρόσου και των Αναφιώτικων
γκελάρουν σε κάτι ξεχασμένα γιασεμιά
περικυκλώνουν τον Βράχο και σιωπούν.

Πλέουν σε κάτι χάρτινες βαρκούλες της συμφοράς στον Εθνικό Κήπο
κορφολογούν τις παλιές ταμπελίτσες στα δέντρα και τα πωλητήρια στις κολώνες
περπατούν με μαύρες καουμπόϋκες μπότες στην Διονυσίου Αεροπαγίτου
με φθαρμένο μαύρο δερμάτινο
έχουν το πίσω δεξί τακούνι τους φαγωμένο από το γκάζι της καθημερινότητας
ακούνε μουσική που παίζουν τύποι που έχουν κρεμάσει τον χρόνο στις παλιές τους fender
καβαλάνε μηχανές με μακριά πηρούνια που ποτέ δεν απόκτησαν
φτύνουν πικρές αλήθειες όπως προσπαθούν να τους μάθουν οι φίλοι
και πατάνε στο έδαφος στοχεύοντας τα 21 γραμμάρια στο δόξα πατρί

Έχουν μακριά μαλλιά οι λέξεις μου κι ας κουρεύονται κάθε μήνα
αφήνουν να κρέμονται πάνω τους ρυτίδες, γκρίζα γένια και δερμάτινα λουράκια στα χέρια
Ξεστομίζονται από πολλούς, είναι κοινές και του πεζοδρομίου
είναι συχνά αυτάρεσκες, έχουν εκδοθεί πολλάκις σε διάφορες τιμές και ντύσιμο
από εκδότες που άλλοι ξέρουν την ομορφιά τους κι άλλοι αδιαφορούν
και μετρούν μονάχα πόσοι θα θελήσουν να πληρώσουν για να κοιμηθούν μαζί τους

Παίζουν τρισδιάστατο πόκερ οι λέξεις μου με τράπουλα σημαδεμένη
με έναν Άσσο Σπαθί που φοράει ένα μανίκι
και μια Ντάμα Κούπα που έχει χίλια πρόσωπα.
Ξέρουν την Αλίκη και τον Λαγό οι λέξεις μου
έχουν έρωτα με τον Δον Κιχώτη κι αγαπάνε το Λα μινόρε εβδόμης σε ακουστικές κιθάρες

Ένα δεν μπόρεσαν τόσο καιρό να μου βρουν· άλλοθι

Και με έχουν εμένα στο μπαλκόνι να πασχίζω να τις ντύσω καπνό, αλκοόλ και αλήθειες.

Οι φίλοι μου πάλι, έχουν τις δικές τους λέξεις, τα καταφέρνουν πολύ καλά μόνοι τους, δεν με χρειάζονται
Μου αρκεί που έχω ενσωματώσει μέσα μου το blues των λέξεών τους



                                 Στον Κ.Κ, τον Π.Χ. την Δ.Μ., τον Γ.Β. και τον Σ.Σ. για το ροκ  της φιλίας τους



Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Φλεγόμενες σιωπηλές πορείες



Αν σου πω ότι φεύγω, μην τρομάξεις. Εγώ είμαι.

Όταν με νοιώσεις να βαρυγκωμώ στον ύπνο μου, άπλωσε το χέρι σου και κράτα το δικό μου. Ακόμη κι αν είναι ιδρωμένο. Που θα είναι. Σίγουρα. Μπορεί και να μυρίζει καπνός ολόγυρα. Μην φοβηθείς. Εγώ θα είμαι.

Στο θολωμένο βλέμμα μου, χαμογέλα.

Στο βάδισμά μου, αν κοιτάζω προς τα πάνω συντρόφεψέ με.

 Όταν τύχει και με δεις να ταλαιπωρώ χαρτιά με μαύρα στυλό, κάνε ότι κάνεις τόσα χρόνια, με την διακριτικότητα και την υπομονή σου• άσε με να χαρτογραφήσω τις ήττες μου.

 Όταν απομονώνομαι με την κιθάρα, δάνεισέ μου την ακοή σου και τα βλέφαρά σου για χορδές. Κι απασχόλησε για λίγο τα παιδιά. Να με θυμηθώ λίγο και επιστρέφω.

Δεν είναι προστακτικές όλα ετούτα, άτσαλες παρακλήσεις είναι. Που δεν έχω μάθει να παρακαλάω για κάτι. Κι ότι ζητάω το βγάζω στο βλέμμα. Δεν μου βγαίνει αλλιώς.

Να αρχίσεις να ανησυχείς, όταν σου λέω πως δεν θα πάω πουθενά, όταν θα κοιμάμαι ήσυχα, όταν θα σταματήσω να ιδρώνω. Δεν θα είμαι εγώ.

Αν αρχίσω και γελάω συχνά, αν περπατάω και κοιτάζω κάτω, τότε μίλα μου.

Αν δεις την σκιά μου να φεύγει αλλού αυτή κι αλλού εγώ, αν νοιώσεις πως γίνομαι σκιά, σβήσε μου τα φώτα. Όλα. Μονομιάς. Σβήσε με.

Δεν έχεις ανάγκη από όλα αυτά, ξέρεις τι και πως. Για το γιατί δεν είσαι σίγουρη, αλλά ούτε κι εγώ.

Απλά, τα μάζεψα εδώ για να έχω έναν οδηγό άμεσης ανάγκης.

Μια πυροσβεστική φωλιά για φλεγόμενες σιωπηλές πορείες.

Για τυχόν αναζωπυρώσεις από αρχαίες στάχτες.


Ασ’ την να βρίσκεται πρόχειρη…


Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Το πρωτόκολλο



 Πες μου ότι δεν πρέπει να τα παρατήσω

Πες μου ότι θα συνέλθω

Πες μου πως ήμουν αληθινός

Λάθος μπορεί, χαμένος ίσως, αλλά αληθινός

Έστω, πως είμαι ακόμη

Έχω στερέψει αδερφέ

Ζαρώνω και αφυδατώνομαι από μέσα και το κορμί πλέει επάνω μου

Στην αρχή νόμιζα πως είναι τα χρήματα. Η έλλειψή τους. Ε, δεν είναι.

Πληρώθηκα χθες. Νωρίτερα. Αναπάντεχα.

Ακριβώς την ώρα που ακόμη και το κομπόδεμα  της μάνας μου έγινε  διψήφιο.

Νόμιζα πως θα χαρώ. Που έχω επιτέλους να πληρώσω για να βάλω βενζίνη, που μπορώ να πάρω επιτέλους τα παπούτσια μου από τον τσαγκάρη που του τα έχω δύο βδομάδες εκεί.

Να αγοράσω επιτέλους τα βιβλία των φίλων, να διαβάσω ξανά κομμάτια μου αμπαλαρισμένα σε όμορφες εκδόσεις. Στα όμορφα φέρετρα των λέξεων.

Να δώσω πίσω το χαρτζιλίκι των μικρών που το απαλλοτρίωσα.

Πήρα τα χρήματα και τα έβαλα στην τσέπη μου με μια θλίψη απίστευτη.

Δεν είναι τα χρήματα τελικά. Ποτέ δεν ήταν. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτά.

Και που έχω δηλαδή μερικά τώρα, τι; Δεν ζωντανεύουν οι νεκροί με τα μνημόσυνα.

Πες μου να χαρείς, το χαμόγελο στους δρόμους πόσο τιμάται;
Που να το βρω; Σε ποιους, Πότε;

Των φίλων τα σκυμμένα τα κεφάλια πώς να τα στήσω πάλι να κοιτάζουν προς τον ήλιο; Να καίγονται τα μάτια και να γελάνε;

Γέμισε ο κόσμος μας μαύρα γυαλιά αδερφέ. Από πάγκους μαύρων ανθρώπων που τα φοράνε μαυρισμένοι άνθρωποι. Τον ήλιο κανένας πια. Μόνο την λειψή σκιά μας. Χάμω.

Δουλεύω πάλι με την παραίτηση στην τσέπη. Υπογεγραμμένη.

Λείπει μόνο η ημερομηνία και ο αριθμός πρωτοκόλλου.

Πρώτα το πρωτόκολλο. Μη τυχόν και δεν καταχωρηθεί σωστά και ξεφύγει καμιά Βάρκιζα.

Έχω στοίβα πεθαμένα χαμόγελα που πρέπει να πρωτοκολλήσω.

Φίλων, συναδέλφων, μαθητών.

Κι έχω ξεμείνει από στοκ επίσημων και εγκεκριμένων μέσων καταχώρησης.

Έχω ξεμείνει από μελάνι αδερφέ κι ούτε αίμα δεν βγάζουν οι φλέβες να γράψω έστω μ’ αυτό.
Ιδρυματισμός είπε ένας συνάδελφος. Δεν είχα τι να του πω. Έκανα πως έψαχνα την σκιά μου. Δεν ήταν πουθενά. Μάλλον είχε τρυπώσει κάτω από το γραφείο να κάνει παρέα με κάτι κόκκινα στυλό που ξέρω ότι έχουν πέσει εκεί, αλλά επίτηδες δεν τα μαζεύω. Άστα εκεί, να υπάρχει λίγο χρώμα καβάτζα.

Να περιμένω λες την ανάπτυξη;

Κι αν τελικά έρθει θα την καταλάβω ή θα με καταβάλλει; Μήπως και τα δύο;

Να στείλω λες ένα ερώτημα για το αν η σιχασιά πρωτοκολλείται ως εξερχόμενο ή μήπως ως εισερχόμενο;

Πες μου κάτι, οτιδήποτε. Αλλά κοίταζέ με στα μάτια που να πάρει.

Πες μου αδερφέ, ζω στο σκοτάδι εδώ πέρα…