Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ο κατευναστικός χαρακτήρας της κατάφασης


Προσπαθώ να θυμηθώ πως ήταν  τα πράγματα πριν από πέντε χρόνια

Κι όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να εστιάσω

Θυμάμαι φίλους να γελάνε, παιδιά να παίζουν, μια διάθεση για συντροφικότητα, έστω πληγωμένη, έστω καχύποπτη, έστω κουτσουρεμένη, αλλά υποβόσκουσα. Έστω και σαν ωραιοποιημένη σκέψη, στο πίσω μέρος του μυαλού. Σαν μια διέξοδος όταν ασφυκτιούσες. Όταν έλεγες δεν πάει άλλο, δεν έχω άλλες αντοχές, θα σαλτάρω, απόψε, αύριο, μέχρι το τέλος της βδομάδας. Και μετά ξεχνιόσουν και ξανά μέσα στο μαγγανοπήγαδο, μέρα με την μέρα, άντε ρε και θα την σκαπουλάρουμε, άντε και λίγο ακόμη να βγει αυτός ο χειμώνας, άντε κι ο επόμενος, άντε την άνοιξη την επόμενη θα είναι καλύτερα.

Προσπαθώ να μετρήσω πόσες φορές είπα και άκουσα το «τα λέμε» αλλά δεν τα είπαμε ποτέ έκτοτε, με πόσους και πόσες, όταν έφευγα ή όταν έφευγαν, τρίχες, χάνω τον λογαριασμό και μπερδεύομαι. Με σφίξιμο κοιτάω τις αυτοκτονίες και τους θανάτους στα site μη τυχόν και πέσω πάλι πάνω σε γνωστό όνομα. Και θα πρέπει να τρέχω ξανά στα νεκροταφεία και να μαζεύω τα κομμάτια μου πάλι. Και κάπως πρέπει να εξοικονομήσω άλλο ένα μαύρο πουκάμισο για να έχω ένα καβάτζα για καμία έκτακτη απώλεια που όλο και περισσότερες γίνηκαν τελευταία, που δεν έχω άλλο, ένα μου έχει μείνει κι αυτό έχει φθαρεί επικίνδυνα, ποιο πουκάμισο τώρα, ούτε τα βασικά δεν βγαίνουν. Αρχίζω και φοράω ρούχα που δεν είναι δικά μου αλλά μου δόθηκαν, ευτυχώς μου κάνουν τα παλιά παντελόνια και τα φοράω μέχρι εκεί που η μάνα μου λέει πως δεν παίρνουν άλλη επιδιόρθωση, κράτα το της λέω για να βγάζεις μπαλώματα για τα επόμενα.

Είναι πολλές οι φορές που θέλω να παγώσει το μυαλό μου να μην σκέφτομαι άλλο, να το παγώσω τεχνητά αν γίνεται, αλλά δεν υπάρχει σάλιο ούτε για αλκοόλ αλλά και τι να το κάνεις στην τελική, μήπως θα αλλάξει και τίποτα; Παράδοση κι αυτό, παράδοση και φθορά. Και οι απώλειες δίπλα να αυξάνονται. Αν είναι για μια ψυχική αναισθητοποίηση και μια εγκεφαλική νέκρωση, τέτοια βρίσκω και στο δωρεάν wi-fi, ευχαριστώ δεν θα πάρω, δεν είναι λύσεις αυτές, κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι άλλο, δεν ξέρω ακριβώς τι αλλά μάλλον ξέρω προς τα πού και είναι βάσανο η συνειδητοποίηση του πόσο στριμωγμένος στα σχοινιά νιώθω και πόσο ξύλο τρώω κάθε μέρα. Έπρεπε μάλλον να γίνω βουδιστής, θα είχα την ησυχία μου τώρα. Άργησα κι εκεί.

Μην μου μιλάς για κάλπες, με ξέρεις τώρα, από εδώ είμαι κι εγώ, εδώ μεγάλωσα και έζησα, η κάλπη είναι ο κυβισμός μιας ανέξοδης ελπίδας και το νομιμοποιημένο ξέπλυμα  ενοχών σε σφραγισμένο φάκελο με σταυρούς δίπλα σε τυχαία ονόματα. Μου αξίζουν περισσότερα, μας αξίζουν καλύτερα, δεν χωρά μια ζωή σε ένα ψηφοδέλτιο ρε φίλε, πώς να το κάνουμε δηλαδή; Θες να βοηθήσω λες επειδή κάτι πρέπει επιτέλους να γίνει; Θα το κάνω αλλά δεν έχει νόημα, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει κι ας αλλάξουν όλα. Πέφτει βαρύς ο μηδενισμός στην κλιμακτήριο, το ξέρω, δεν ξέρεις κι από πού να αρχίσεις, από πού να πιαστείς, γάντζοι περασμένοι ένα γύρω κι αμάσητα δολώματα μέχρι το στομάχι, πώς να απεμπλακείς, ένα βγάζεις δυό-τρία σε καρφώνουν. Θολούρα.

Όχι άλλα σαλταρίσματα και άλλα νεκροστέφανα πια, όχι άλλη θλίψη, πάμε πίσω να δούμε τι σκατά λάθος έγινε, πάμε να φύγουμε από την μαυρίλα, πάμε να ηρεμήσουμε κάπου, πάμε μην τα ξεσχίσω όλα κι αρχίζω να ουρλιάζω σαν τον Μισελ Πικολλί στο Themroc.


Πουθενά δεν θα πάμε, το ξέρω, όλα αποκλεισμένα είναι. Απλά πες ναι για να ηρεμήσω λίγο τον λύκο μέσα μου

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Να ξέρεις Μιχάλη


Να ξέρεις, ο Κώστας δεν μπόρεσε έρθει αν και ήθελε. Τον έχει τσακίσει ο πόνος στο ισχίο και δεν μπορεί ούτε να σταθεί, ούτε να περπατήσει χωρίς ένεση. Αλλά ζει με δανικά και κεράσματα από φίλους εδώ και μήνες οπότε δεν μπορεί να πληρώσει για να κάνει τις ενέσεις , οπότε καταλαβαίνεις.

Να ξέρεις, όταν το έμαθα είπα κι εγώ να μην έρθω, για να έχω την παλιά εικόνα. Αλλά δεν μου πήγαινε. Έστω και εκείνα τα ελάχιστα που είχα την ευκαιρία να σε ακούσω να λες κατά καιρούς, έπρεπε να μετρήσω αν αξίζανε. Κι επειδή τα έχω μετρήσει χρόνια τώρα, ξέρω ότι αξίζανε. Και ήρθα. Και σε μια ανόητη και ανεξήγητη κίνηση αφαίρεσα και την μπαταρία από το κινητό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά ένιωσα πως έτσι έπρεπε. Κι όταν σε σήκωσαν μαυροκόκκινο, διαλύθηκα

Να ξέρεις, με έκανες να κατέβω στην αποθήκη και να ανοίξω τα κρυφά μου μπαούλα πάλι. Άρχισαν και ξεπηδάγανε από μέσα διάφορες παλιές ιστορίες . Και διαλύθηκα ξανά. Μερικά μάλιστα τα έχω κρατημένα στη ζελατίνα που τους είχες βάλει, τουλάχιστον μέχρι να βρω που στο διάολο έχω βάλει τα παλιά τα δικά μου. Θυμάμαι που είχες πει κάποτε ότι όποιος έχει τίποτα τέτοια από εκείνα που κυκλοφορούσαν παλιά, καλό θα είναι να τα φυλάξει κάπου, έτσι για την ιστορία

Να ξέρεις, εκτός από τα θλιμμένα πρόσωπα όσων ήρθαν για σένα, κοίταζα και μέσα στα μάτια τους εργάτες που περίμεναν υπομονετικά δίπλα από τον τάφο. Να έβλεπες ρε συ, πως κοιτάγανε τον κόσμο που σε αποχαιρετούσε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν μάλλον γιατί όλος αυτός ο κόσμος δεν είχε ουρές και κέρατα και κόκκινα μάτια. Να δεις που τελικά αυτοί θα σοκαριστήκανε πιο πολύ από όλους μας

Να ξέρεις έκανες κόσμο να κλάψει. Κόσμο καλό, κόσμο που δεν κλαίει εύκολα. Χωρίς να το θέλεις, αλλά τελικά έτσι είναι αυτά αφού είμαστε θνητοί και πεπερασμένοι.Και έχουμε ανάγκη από σημεία αναφοράς. Και ας μην το γούσταρες, για αρκετούς ήσουν ένα τέτοιο σημείο


Φτωχύναμε κι άλλο ρε μπαγάσα που έφυγες


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ψηφίδες


Το ζεϊμπέκικο του γείτονα στην ταράτσα του όταν βγάζει τα περιστέρια του στον ουρανό της Νίκαιας

Το αγκάλιασμα στο μικρό πέτρινο εκκλησάκι έξω από τα σχολεία και οι λυγμοί του νεαρού εκεί που σκοτώθηκε ο φίλος του. Πιο πίσω κατάχαμα στο πεζοδρόμιο μια εξαϋλωμένη κοπέλα ολόκληρη πρησμένα μάτια

Ο  μονόλογος της γιαγιάς με την σοκολάτα στο σουπερ μάρκετ · άσε καλύτερα, την άλλη βδομάδα

Ο καταβεβλημένος παππούς στο φανάρι της Πειραιώς που ρώταγε τους σταματημένους οδηγούς αν πάει κανένας προς Μοσχάτο

Οι χιλιάδες μικρές οθόνες στα χέρια νέων ανθρώπων που μικραίνουν ψηφιακά την έτσι κι αλλιώς μικρή μας ζωή 

Ο τσιγγάνος στο φανάρι που κάθε μέρα με χαιρετά και ρωτάει αν θέλω να αγοράσω επώνυμα γυαλιά με τα ψιλά μου. Ρε  συ άστα αυτά, είσαι καλά; Βγαίνει τίποτα ή τσάμπα τραβιέσαι; Είσαι άρχοντας απαντάει και χαμογελάει. Τα λέμε αύριο

Ο τύπος με το διαλυμένο Zastava που δίνει μια σακούλα με ψωμί στην ζητιάνα, χαϊδεύει το μωρό στην αγκαλιά της και  φεύγει

Ο παππούς που χρόνια τώρα γυρνάει όλη την περιφέρεια του δήμου και καταγράφει που υπάρχουν πυροσβεστικοί κρουνοί  και που έχει ξεραμένα δέντρα

Οι τρεις ψαράδες την Δευτέρα του Πάσχα στην παραλία στο Λουτράκι που δόλωναν μοναξιά και ο τύπος που τους παρατηρούσε στην πρωινή του βόλτα για ανάσες

Η ξανθιά κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά που κλαίει στο τιμόνι έξω από το νοσοκομείο

Ο φίλος που δεν μπορεί να κοιμηθεί τις νύχτες όσο η ζωή δεν τιμάει την μέρα

Το τηλεφώνημα του Δημήτρη καιρό πριν, που μου φώναζε να τα παρατήσω όλα και να πάω στο Ξυλόκαστρο να τον βοηθήσω να εξαλείψουμε τις τεκίλες από τον κόσμο

Οι μοναχικοί άνθρωποι στα παγκάκια που κοιτάζουν δυτικά

Ο Σταύρος που είναι στα ζόρια και δεν θέλει να ξέρουμε. Εμείς που δεν ξέρουμε και δεν θέλουμε να είναι σε ζόρια

Φωνάζω στους μπροστινούς που κάνουν πως δεν βλέπουν και δεν ακούν, να ανοίξουν διάδρομο γιατί η μεγαλύτερη ξεφτίλα είναι να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Δεν γυρνάει κανένας και δεν αφήνουν να προηγηθεί ο νεαρός με το αναπηρικό καρότσι .  Χαμηλόφωνα και θλιμμένα μου λέει «Μην το ψάχνεις αδερφέ πια. Τελείωσε»

Η ερημιά του δρόμου κάτω από το σπίτι και οι αποξενωμένοι γείτονες

Η παραίτηση που καραδοκεί σε κάθε νέο κλικ


Η κάμερα που δείχνει ζωντανά την πλατεία του χωριού μου



Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Λευκή στα μαύρα


Σαν αρχίζουν να ξεφλουδίζονται οι επιλογές από τα αίτια
και βρουν τα γεγονότα τον καιρό τους
τότε ξετυλίγεται  και εκείνη η απροσδιόριστα διαρκούσα παιδική ανησυχία
για τα πάντα  
κι αν η τύχη είναι τέτοια
κάπου εκεί γύρω από τα επειδή του ενήλικα
αποκαλύπτονται τα παράξενα κομμάτια της άνοιξης με τις άλλες σημασίες
κι αποδίδονται επιτέλους τα εύσημα που πρέπει στις γυναίκες με τα μαύρα
που όλος ο υπόλοιπος καιρός τους αλλοιωμένος
λες κι από κεκτημένη ταχύτητα

Ρυτίδα κι αυλάκι βαθύ η απουσία στην άκρη των ματιών                                
ενώ η χαρακιά στο βλέμμα τους αιμορραγεί ζωή
κι η απώλεια σφιχταγκαλιασμένα φορεμένη κατάσαρκα
μανταλωμένη με τα σταυρωμένα χέρια στο στήθος
Κι αν όλα τα αύριο λειψά και τα χθες κεριά αναμμένα                                              
αυτές πλέκουν δαντέλες της πίκρας καμωμένες με λεπτό βελονάκι
ή ζακέτες και κασκόλ ζεστά κι ας μην βλέπουν όπως πρώτα
χειροτεχνήματα της απώλειας για δώρα σε δικούς
Χαϊδεύουν τις φωτογραφίες στο σαλόνι με την καλή κορνίζα
και καψαλίζουν τα δάκρυά τους στα θυμιατήρια
                                βάζουν τον χρόνο σε αναστολή  χειμώνα καλοκαίρι
                                                                                 τον μισό πριν και τον άλλον μισό ακόμη πιο πίσω
Λένε του ανέμου λόγια νοερά
ψάλλουν το γλυκύ μου έαρ κάθε μέρα
 και κοιτούν προς τα επάνω
Κι εκείνοι τους,
απαντάνε και βρέχει
και βρέχει
και βρέχει
και φυσά αέρας παλιός

Κι αυτές σαν κάπως να χαίρονται
και περιμένουν κι υπομένουν
                                                                φύλακες των στιγμών τους
με την ιστορία τους φυλακτό ανεκτίμητο στα σφιγμένα τους χείλη
όσο η σιωπή προσκυνά στα πόδια τους

Στα μάτια των παιδιών που γεράσαμε απότομα σε ένα καλοκαίρι
φυσάει πάντα και βρέχει γύρω από  τις μαυροφορεμένες γυναίκες
κι εκείνες περνάνε αέρινες μέσα μας
με την αγάπη κόμπο στα ροζιασμένα χέρια τους
κι ακούγονται αγαπημένες ψυχές στο διάβα τους          

Στα δικά τους τα ξεφλουδίσματα
όσο κι αν παλεύω να κρατήσω μάτια κι αυτιά ανοικτά
μόνο πόνο διακρίνω
Πόνο και θλίψη
και μια ανατριχιαστική στωικότητα
Περασμένα σαν την Δεύτερη Βέρα στην αλυσίδα με τον σταυρό στο στήθος

Και τίποτα από όσα θέλω, λέω και κάνω δεν έχουν σημασία
αν δεν μπορούν να αλλάξουν την φυσική ροή του μαύρου
ή έστω να γεννήσουν ένα μητρικό χαμόγελο


και είναι αυτό αντάμα με εκείνες τις κόκκινες παπαρούνες της σποράς μου
οι σημαντικότεροι λόγοι που μου χρειάζονται


Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ας είναι και νύχτα


Να άρπαζα λέει τώρα ένα μακρύ τιμόνι
και να πήγαινα βόρεια
που έχω καβάτζα ψυχές
Να χτύπαγα δυο τρεις πόρτες να πω ένα γειά μονάχα
κι από ένα σφηνάκι  Ιάκωβο
όρθιοι εκεί στην πόρτα μπροστά και σιωπή
και νύχτα

και  μετά στο Μικροχώρι
κι ας είναι και  νύχτα
να ξανακούσω  πως  η ζωή μια φορά μόνο μας δίνεται
και να αδειάσω τον Ιάκωβο μέχρι τέρμα
κι ας γέλαγε κι ας κούναγε το κεφάλι μόνο
κι εγώ σιωπή και δάκρυα που δεν υπάρχει πια ήχος

Και μετά ξανά  βορειοδυτικά
στη ρίζα μου
στο ξύλινο το κιβούρι του πιο ψηλά  από την λίμνη
κι ας φτάσω νύχτα
να τον δω μια φορά ακόμα να γελάει
και να αγγιχτούν τα μάτια μας
που μου έδωσε ζωή να γίνω
και να με βρίσει γελώντας  και να κλάψουμε αγκαλιά
που με έμαθε να μην σκύβω
και να ουρλιάξω απώλεια

κι ας γυρίζω πίσω μετά όπως κάθε μέρα
σπινιάροντας νεκρά κομμάτια τις αντοχές μου


Στον αέρα και στα χιλιόμετρα να κάνω περιφορά και τριπλή αναστάσιμη λιτανεία


Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Ένα λοξό και στραβωμένο καρφί





Με παρακολουθώ στενά τελευταία
Όλο μετράω κι όλο ζυγίζω τα αόρατα
Και νομίζω πως δεν αντέχω πια τίποτα. Κανέναν. Πουθενά.

Άδειος
σαν χρησιμοποιημένος κάλυκας βεγγαλικού
που ότι ήταν να δώσει το έδωσε
Τσαλακωμένος
σαν παλιό κουτάκι μπύρας
ενσωματωμένο στην άσφαλτο ταχείας κυκλοφορίας
                        χωρίς τίποτα σε κίνηση για σκιά
                        να περιμένει την σκουριά από το φως
                                    να λιώσει

Κι είναι βάρος τα κουφάρια νεκρών επιλογών στα πόδια μου
μετρημένες όσες και οι αρνήσεις  μου
χαραγματιές ανά πεντάδες στους γεμάτους από μάσκες άλλοθι τείχους μου
                        με τους απόκοσμους ήχους μου
                         με κοιτούν σιωπηλές και δακρύζουν
                                                σε χρόνους Παρατατικούς και Παρακείμενους

σαν κάρτες με φρεσκοβαμμένα σπίτια σε κυκλαδίτικο νησί
καμουφλαρισμένες απελπισίες και ψεύτικες δεύτερες ευκαιρίες
            ανακατεμένες με την ψιλή χρυσή άμμο κάτω από τα νύχια
με τα γαλάζια παραθυρόφυλλα και τις ψάθινες καρέκλες στο πεζούλι
τουριστικές εικόνες της καθαρότητας του άσπρου
και καρφώμένη ψηλά η σκοτεινιά
εικόνισμα πάνω και μέσα από την είσοδο
                                    σε λοξό και στραβωμένο καρφί
                                                ασβεστωμένη κι αθέατη
στις απογευματινές σκιές από τα εκκλησάκια με τους γαλάζιους τρούλους

Πάει λίγος καιρός που ανακάλυψα πόσα σαπίζει ο χρόνος
                        και πόσα ανασταίνονται στη σιωπή σκουριασμένων στιγμών
πάει λίγος καιρός που με συσσωρεύω μέσα μου να με σώσω
                                                κι όλο να φεύγω θέλω
                                    εγκλωβισμένος στην ανθρωπίλα μου εδώ και πολύ καιρό

Έχω κάπου σε ένα συρτάρι μια φωτογραφία μου να φεύγω
πάρτην όταν θα κοιμάμαι και φύλαξέ την
κράτα την σαν σελιδοδείκτη
            σε ετούτο το συνοθύλευμα όλων με τα πάντα
            την ώρα που η πίστωση είναι η μόνη αποδεκτή συναλλαγή
                                    που επιμένω ακόμη να  πληρώνω μνήμες μετρητοίς
κι απλά φεύγω

Και τελικά αρχίζω να πιστεύω πως στα πατήματα που αφήνεις
δεν έχει τόση  σημασία ο δρόμος
ούτε το ταξίδι                                                 ούτε ο προορισμός
                                                            αλλά η στιγμή που θα διαβείς το κατώφλι

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Ίσως αύριο





I've been down and I'm wondering why
These little black clouds keep walking around with me,
With me
It waste time and I'd rather be high
Think I'll walk me outside and buy a rainbow smile but be free,
They're all free
So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

I look around at a beautiful life
I've Been the upper side of down
Been the inside of out but we breathe,
We breathe

I wanna a breeze and an open mind
I wanna swim in the ocean
Wanna take my time for me,
All me

So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Σε πείσμα των καιρών



Απρόσκλητα. Όπως όλες οι αισθήσεις. Σε ζεύγη.
Εγκλωβισμός. Και Απομόνωση

Αρχίζει την μέρα που η απώλεια εξαλείφει το αύριο,
υπάρχει όσο οι ήχοι στο μυαλό μου ζουν τρώγοντας ψοφίμια
                                    από εικόνες και φίλους
                        που με κρατάνε ζωντανό ακόμη,
τελειώνει την στιγμή που νοιώθεις πως η ζωή κρατιέται ακούσια όρθια
για ένα πείσμα

Κάθε πρωί στον δρόμο κάστρα θεόρατα οι στιγμές
και στην δουλειά τα ίδια και χειρότερα
 κλειδώνουν χείλη με βουλοκέρι και σφραγίδες
                                                                        της ανάγκης
από διαφόρων ειδών παραιτήσεις
δίπλα, απέναντι, πάνω, κάτω, γύρω
                                                            και μέσα

Κι όλο μετράω πιο πολλά τα λίγα που χρειάζονται. Διαρκώς.

τα βλέπω κι ούτε να τρομάξω πια
                                                Τίποτα. Εντελώς.
           
Έγινε ντροπή να συναντώνται τα βλέμματα
                                    προσκυνητές τα μάτια δένονται πισθάγκωνα
                                                                                                μόνα τους
να μην εκστομιστούν λόγια
μην ταραχθεί η ηχώ τους

Δελτίο απωλειών κάθε ημέρα. Λίστα. Προσκλητήριο εννοιών.
Που συνέχεια βγαίνουν αδικαιολογήτως απούσες.

                                                και που να δεις και τις νύκτες.

Δεν μιλάμε πια. Σωστά. Δεν.
                        Τίποτα να ειπωθεί. Που δεν.
Οδοστρωτήρας η τεχνική της επιβίωσης, ισοπεδώνει ότι.

Γέμισε ο κόσμος μου ρολά κατεβασμένα

Χάθηκαν και το νόημα της ακρόασης και η σειρά στην γραφή.
Ίσως πάλι να τα χάσαμε μόνο εμείς. Οι λοξοί.
Οι από μόνοι μας. Από υπερβολική σιγουριά.
           
Στα αδιέξοδα δεν μετράνε ύφος και αυθεντία αλλά πόσο μπορείς να σκαρφαλώσεις
                                                            Και η βουτιά που θα κάνεις μετά

Όμως καρφί δεν μου καίγεται πια για την παράσταση
Ένα μονόπρακτο μας αναλογεί πλέον και το δικό μου θα το πάω μέχρι αυλαία.
Γιατί έτσι.
Γιατί για εσένα και τα παιδιά πεισμώνω. Και παίζω.
                                                                                    Κι αντέχω. Όσο.

Ίσως να πέσαμε σε άτυχους καιρούς· ίσως να είμαι εγώ ο άτυχος.
                        Που θέλω να ξεχάσω και δεν μπορώ.
Ευτυχώς.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Αυτο-τρόχισμα

  • Ποιητής μάλλον είναι κάποιος που πασχίζει να χορδίζει λέξεις, έννοιες, συναισθήματα, εικόνες και απουσίες.
Όλα αυτά ταυτόχρονα και χωρίς να το καταλαβαίνει ο ίδιος. Του το λένε οι άλλοι

  • Φίλοι είναι όλα εκείνα τα κομμάτια που σου λείπουν

  • Άλλη μια μάχη, άλλη μια προσπάθεια επιβίωσης, άλλη μια πόρτα που πασχίζεις να μείνει ανοιχτή μήπως και μπει αέρας μέσα σου. Πολύ άπνοια όμως

  • Έτσι ξαφνικά, η μάνα μου με συμβούλευσε να συνεχίσω να γράφω. Μάλλον δεν θέλει να πεθάνω. Εγώ πάλι λέω να σταματήσω να γράφω εντελώς μήπως και καταφέρω να ζω περισσότερο αντί να επιβιώνω. Χάσμα γενεών

  • Δεν παίρνω κανέναν τηλέφωνο πια. Προτιμώ να είμαι μόνος μου μονάχος

  • Πρέπει να αντισταθώ. Αρχίζω όμως και αμφιβάλλω προς τα που

  • Δεν θέλω να έχω την τελευταία λέξη. Ιδιαίτερα όταν είναι κάτι σαν «ωχ μανούλα μου»

  • Μην φωνάζετε τόση σιωπή. Θα την φορολογήσουν κι αυτήν

  • Δεν είμαι ιδιαίτερα έξυπνος. Αν ήμουν δεν θα έγραφα

  • Πωλούνται αυθεντικά νεύρα και απόγνωση στο κουτί τους. Ανταλλάσσονται με φάρμα στην Αυστραλία ή δέκα πρόβατα και πέντε κότες




  • Στα μάτια των παιδιών μου υπάρχει ακόμα γέλιο. Μεγάλη υπόθεση




Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Απεργιακό δελτίο

Μερικές φορές που  κατεβαίνει χαμηλά ο ουρανός  
ψηλώνω απότομα
                                    για λίγο
που θυμάμαι πάλι βασικά πράγματα
πως πρέπει δηλαδή να ξεπληρώνονται
τα χρέη ψυχής
στο ακέραιο

Από Δευτέρα και κάθε Δευτέρα την ξέρουμε την ρότα
 συνεχίζουμε μόνοι
στις προσωπικές απεργίες του καθ’ ημέρα βίου
κι η ξεκούραση μας τα Σαββατοκύριακα με Λαϊκή
και αγχωμένους έρωτες

Ναι ξέρω· κλισέ στο κλισέ
Μην περιμένεις όμως κι εσύ πολλά
ευτυχώς να λες που βρέχει μερικές φορές κι έχουμε άλλη μια ευκαιρία
να κρεμάμε άλλοθι και συγνώμες στα βλέφαρα
                                                                        αθέατοι και στα σιωπηλά

Απεργώ την μοναξιά μου αύριο
θα ήθελα να ελπίζω με πολλές μοναξιές ακόμη
            να χορτάσει τουλάχιστον το μάτι
                                                            των άλλων

Από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή ξανά σκυφτοί
να περνούν οι μέρες ίδιες
            και οι νύχτες καθόλου

να αφουγκράζομαι την τσέπη μου να τρίβεται στο κενό της
                                    τα παπούτσια μου να αγωνιούν στεγανότητα απ’ έξω
όσο από μέσα τρίζουν παράπονο
για τα όλο και πιο πολλά άδεια βαδίσματα
και τις σιωπές των φίλων στις οθόνες

κι όλο μου λένε να πάμε να ζήσουμε κάπου – οπουδήποτε
εδώ πεθαίνουμε ακίνητοι

Αύριο πληρώνω το δικαίωμα της μοναξιάς μου να τους φτύνει
            Αλλά κυρίως τιμώ την αγκαλιά των ετοιμοθάνατων
που τίμησαν την συναδελφικότητα
Πολλοί, λίγοι, ή ελάχιστοι έστω, δεν είναι της ώρας αυτά

Δεν ξέρω τι άλλο και πως

            ίσως και μια ομπρέλα στην κωλότσεπη
                                    δυό τηλέφωνα δικηγόρων στο τσεπάκι
                                                και δυο-τρεις φτηνές μάσκες άνθρακα στο μπουφάν

Κι αν τύχει η στραβή
όχι από στενά και μην ξεμοναχιάζεσαι

και να φωνάζεις το όνομά σου φίλε

και να μην εμπιστεύεσαι κανέναν

Ούτε εμένα
                        γιατί δεν ξέρω πόσο μπορεί να αντέξει κανείς μόνος του

Τα λέμε κάτω


Πόσο κάτω, δεν ξέρω

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Μ.Ε.Θ.

Μόνο μην τελειώσει τώρα ο καπνός μου
                                    απόψε που η γνώριμη πια ασφυξία με πατάει στο καρύδι
                                                                                                            πάλι
μια ακόμη πιθανή απώλεια δοκιμάζει τις αντοχές μου
επαναφέρει το νόημα που δανείζονται οι ταλαιπωρημένες καρέκλες στη σιωπή
στα κυλικεία των νοσοκομείων
και στους άδειους διαδρόμους

και το γιατί τελικά οι χειρουργικές μάσκες χαμογελούν μόνο στις πορείες

Για όποιον βάλθηκε να μετρήσει την νύχτα με τσιγάρα
            και στήριγμα ψάχνει στα φώτα της πόλης και στους αδέσποτους σκύλους
                        πρόποση, σπονδή  και νεύμα αναγνώρισης του πόνου
στα σκοτάδια των πάρκων των μεγάλων νοσοκομείων που ‘χει φωλιές η θλίψη
            εκείνες τις μικρές ώρες που οι ταξιτζήδες λαγοκοιμούνται στις πιάτσες
κι οι νοσοκόμες ελέγχουν τους ορούς

Γιατί όταν βλέπεις διασωληνωμένα κομμάτια σου
τι να σου κάνουν τα πως και τα γιατί
κι οι λέξεις όταν υποφέρουν
παραιτούνται

μιας κι όταν η προσωπική σου αλήθεια καταρρέει ή βρίσκεται σε καταστολή
ότι μπορούσε να είναι σημαντικό αναβάλλεται

Η διαχείριση της αλήθειας είναι κι αυτή από μόνη της ένας άθλος

Να θυμάμαι μονάχα να λέω έγκαιρα όσα  θέλω
            αλλιώς δεν θα μείνει αρκετός χρόνος για λάθη
                                    και χωρίς λάθη δεν περισσεύουν πουθενά νοήματα για κανέναν

                        έτσι κι αλλιώς ελάχιστα είναι τα πρέπει που παράγουν υπεραξία
όπως όταν όλα μοιάζουν απελπισμένα
            στην εντατική και για ένα, μόνο ένα λεπτό
                                                            μπορούν να ζυγιάζονται τα κότσια σου

Όπως και να έχει, είναι απαίσια αίσθηση να μετράς ζωή
                                                            στις ανάσες ενός παρελθόντος αναίσθητου
μόνος,
νύχτα
με μάσκα μιας χρήσης στο χέρι

            όπως απαίσια φυσιολογικό είναι να νοιώθεις ανήμπορος στον χρόνο

 κι είναι ακόμη πιο απαίσια η απουσία ήχου
από παγωμένα δάκρυα
                                                            σε τσαλακωμένα χαρτοπότηρα καφέ

κι εκείνη η μοναξιά της θλίψης στη σβηστή επιγραφή «ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ»
με κάνει να ανάβω το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο

Κουράγιο να βγει η νύχτα ρε θείε

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Της παράστασης

Δεν έχω και πολλά να σου πω
φίλε
ίσως μονάχα λίγες λέξεις που τους αξίζουν ολόδικές τους γραμμές
                                                επιλογή
δικιά σου
ο κόσμος όλος

Είναι που ακόμη νοιώθω άβολα όταν κοιτάζω ώρες το κενό
και που δεν έμειναν και πολλά να μπορώ ή να νομίζω
                        κι οι σκιές γνωστό είναι πως δεν ξέρουν να αναπνέουν

Στις ανασκαφές που αναλώθηκε ο χρόνος μας
και στα μπαζώματα που δοκιμάστηκαν οι αντοχές μας
ήταν ωραία
Ε, φίλε;

Όλες εκείνες οι στιγμές που αφήσαμε
και γίνηκαν καρτ ποστάλ
και γράμματα μισοτελειωμένα
                                                βιαστικά καμωμένα σε τοίχους της θλίψης
                                                                        κι ανορθόγραφα από έπαρση
                                                                                                ε, και τι έγινε θα πεις
ίδια οι φίλοι που θα μπορούσαν
                                    σε τοίχους κι αυτοί
                                                            μισοτελειωμένοι
και σε ένα μπουκάλι βότκα εξομολογούμενοι
έγιναν οι μνήμες ανημπόρια και λόγια
του αέρα
λόγια
της αθωότητας και της ψευδαίσθησης
χρεωστικά  υπόλοιπα
                        των τοίχων μας οι ξεφτισμένοι μας σοβάδες
                                                            ε, και τι έγινε θα πω
Όλα γίνονται γύρω μας φίλε, όλα
και τα ρέστα μέσα μας
κάνουν λογιστικές αλχημείες

Είναι κι εκείνο το «τα λέμε» που γκελάρει υπόκωφα
στα σκαλάκια της Καλλιδρομίου
στην μπέρτα του Νικόλα
στο εγκλωβισμένο βλέμμα της Κατερίνας
στο παράλυτο χέρι του Παύλου
στην τραγιάσκα του κυρ Λεωνίδα
στα σκοτεινά γκράφιτι και στην πολύχρωμη Ομπρέλα στο Άγαλμα
δίπλα σε άδεια μπουκάλια ούζου και ρετσίνας
και στις πλάκες της πλατείας
που όλο λέγαμε να τις μετρήσουμε μια φορά
και ποτέ δεν το κάναμε
                                                            σφιχτά
                                                            πάντα σφιχτά κρατάει η μνήμη

Δεν υπήρξε δόλος ούτε κακία
αλλά μάλλον περίσσευε η αφέλεια
που νομίζαμε πως όλα για εμάς ήταν
Όλα εκεί γραμμένα
όλα ταγμένα
Όλα εκεί μείνανε
κι εμείς αλλού
                        στων σκιών μας τα σκιάδια αθέατοι δήθεν

Ούτε κάναμε το φοβερό λάθος
                                                κι ας παίζαμε μαζί του
μας την φέρανε οι συνθήκες όμως φίλε
ο χρόνος μας την είχε στημένη
και τον σωστό δρόμο δεν τον βρήκαμε ούτε εκεί ούτε ποτέ
                                                                                    συν / πλην τίποτε
όσο κι αν ψάχναμε
δεν καταφέραμε ακόμη
«να βαδίσουμε σωστά τον λάθος δρόμο»
            γι’ αυτό αλυχτάμε

                                    μόνο ξέρουμε βόλτα να βγάζουμε τα φαντάσμάτά μας
πρωί βράδυ
                                                                                                με λουράκι δερμάτινο

Σταθήκαμε όμως και τυχεροί αφού δεν χρειάστηκε να κάνουμε και πολλά
Ότι τελικά μας στοίχειωσε, στοιχειωμένη φύση είχε
το ξέρανε αυτά πολλοί πριν από εμάς
αλλά δεν φοβηθήκαμε
κι αυτό μας έκανε όμορφους και δυνατούς
και πικραμένους
                        κι ότι μας άφησε μάλλον ήταν εκείνο που έπρεπε να χαθεί
                        Το αντιστάθμισμα
                        Το ναύλο
Η πληρωμή του βαρκάρη

έτσι η ήττα μπορεί να έχει από σήμερα μια ενοχή λιγότερη

Μου έλειψες ρε φίλε
Κι όπως λέγαμε·
Απόντες γεννηθήκαμε παρόντες μετρηθήκαμε
έρποντες μην καταλήξουμε

Ποιος να το έλεγε ε;
Εμείς οι τότε -η σιωπή του τώρα
που όταν το μπόϊ μας έριχνε σκιές
σιωπούσε ο ήλιος στα πάρκα τα απογεύματα
και λύγιζαν τα κιγκλιδώματα
                       
Σκιές γινόμαστε κάθε μέρα και πάμε
Βήμα το βήμα, ανάσα την ανάσα
Ξοφλάμε φίλε, το νιώθεις;
 Χωλαίνουμε διαρκώς και τρίζουμε απόγνωση
Κι όλο χρωστάμε παντού

Και πόσο πονάνε κι εκείνα τα παράπονα που μας ήθελαν κι εμείς τ’ αρνηθήκαμε

Και δεν χάνουμε παράσταση ε;
Τι κι αν ορίζει το τέλος πάντα ο σκηνοθέτης
Εμείς παίζουμε με την ψυχή μας
Παίζουμε την ψυχή μας
συχνά μας παίζει το μυαλό μας
που και που τα παίζει η καρδιά μας
                        Παιχνίδι όλα ρε φίλε, παιχνίδι με πιόνια
                        Εμάς
Πολλά τα Εγώ μας φίλε, πολλά και ασύνδετα, όχλος             
Αλλά ένα χειροκρότημα το αξίζουμε όλοι μας

Υπόκλιση
Ευχαριστούμε από καρδιάς
Και μαζεύουμε ότι απέμεινε
                        όσα κέρματα τα πέταξε η συντροφικότητα
            στην σκηνή τα μαζέματα
            στα καμαρίνια τα αίματα
                        και σιωπή ρε φίλε
                        σιωπή μην χαλάσει η παράσταση
κι όλες οι αλήθειες μας στον καθρέπτη γραμμένες με κραγιόν
                        σάπιο μήλο
            «Σ’ αγαπώ και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα»

αφού κι ο ρόλος μας απαιτεί να αφήνουμε να μας αγαπάνε
χωρίς πρόβα κατευθείαν στο πάλκο
η ζωή δεν έχει πρόβες
κάθε μέρα και με άλλο κοινό
                              και ας μην υπάρξει τίποτα κοινό
                                                                            με κανέναν
Εξώκειλε ξανά η ώρα  που οφείλουμε να βγούμε νομίζω

Ο θίασος σε νέες παραστάσεις
όσες ακόμη προλαβαίνει
Μέχρι το τέλος της σεζόν

Δεκτά κουπόνια εφημερίδων,
                        ξεχασμένα ραβασάκια σε βιβλία εξαντλημένων εκδόσεων
                        κείμενα με μαύρο στυλό σε χαρτοπετσέτες
και ασπρόμαυρα εφηβικά χαμόγελα

Εισιτήρια προπωλούνται…

(11/12/2012 – Γενάρης 2014)

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Έτσι, για να ξέρεις

Ξέρω τι είμαι πια
Ένα ξεπερασμένο κομμάτι ιστορίας
μια μέτρια και φθαρμένη ενσυναίσθηση
 ανάμνηση των ανθρώπων που μ΄ αγάπησαν
                        μια εν αναμονή αγγελία στα κοινωνικά επαρχιακής εφημερίδας
                                                                                                αναλώσιμος

Ξέρω και πως φαίνομαι
Κουκκίδα σε αναλυτικό χάρτη ερήμου
αντίγραφο σειράς όμοιο με δισεκατομμύρια άλλα
                                                                        πανομοιότυπος
ένα τίποτα που πάλλεται χωνεύοντας ανόρεχτα τον εαυτό του
μια αντανάκλαση  στο αχανές κενό
                                    άλλο ένα ταξίδι που δεν ξεκίνησε
ένα θολό είδωλο ζαρωμένης ανθρώπινης καθημερινότητας
                                                                                    προβλέψιμος

Ξέρω και με τι μοιάζω
                        μια ενοχλητική και παράταιρη παρέκκλιση
μέσα στην ορθότητα των άλλων
                                    μια δυσλειτουργία
ένας ακόμη κουρασμένος πρώην·
καχύποπτος στα πάντα και ύποπτος κατάθλιψης
με μόνιμη την έλλειψη ύπνου
μεταξύ όλων των υπολοίπων ελλείψεων
                                                            πνιγμένος
αγριωπός στην όψη που τάχα δεν σηκώνει και πολλά
κατ’ επιλογή μοναχικός
ανυποχώρητος και ψυχρός εκτελεστής στις κόκκινες γραμμές
                                    και με διαρκώς επιδεινούμενη την αχρωματοψία
παλιός χαρακτήρας κόμικ
σίγουρα λιγότερο noir από πολλούς
περισσότερο όμως χαμένος από τον μέσο όρο
            ένα σχεδόν κάτι με ελλειμματική περιγραφή

Εσύ μην δίνεις πολύ σημασία σε τίποτα από όλα αυτά
Κι αν τυχόν δεις να μου τα καρφιτσώνει κανείς στο πέτο σαν ονοματοδοσία
                        χαμογέλα
μην μαραίνεσαι
έτσι κι αλλιώς όλα τα ονόματά μου αλήθεια είναι
πάντα οι κρίσεις των άλλων είναι ένα κομμάτι αλήθειας
            και θυμήσου πως όταν μας λένε πως έχουμε θαυμάσια παιδιά
                                    κι εγώ σου λέω πως χαμογελάς υπέροχα
                                                είναι που το νόημά μας βρίσκει θέση και στάση

Με ότι κι αν μοιάζω, ότι κι αν είμαι, ότι κι αν γίνω
εσύ να με θυμάσαι να σε κοιτάζω στα μάτια
                                                            Αυτό φτάνει και περισσεύει για τον κόσμο μου

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Αιχμάλωτοι ολέθρου



Όταν ζούσαμε

κι είχαμε περίσσευμα από αύριο
κάμποσα από τα χθες καβάτζα
κι όλα τ΄ άλλα μαρκαρισμένα σήμερα
είχα όταν ζούσαμε στήριγμα
τους φίλους γύρω μου πολλούς
κι ήμουν απασχολημένος να χαρτογραφώ
τις τεθλασμένες και τέμνουσες ζωές
                                                και να ελπίζω
Κάποτε
Αν υπήρξε τελικά και ποτέ
ήταν σαν όραμα από βαρύ τσιγάρο
καλειδοσκόπιο το κάθε μέρα
και μια γεωμετρία ύπαρξης
                        αυθόρμητη κι ορμητική
το κάθε χαμόγελο και μια εφαπτομένη νοήματος

Κοινωνούσα στην γεωμετρία της ψυχής
κράταγα τα μάτια χαμηλά
κι όλα μου τα ανεκπλήρωτα χαμογελούσαν
σαν πρωινό εγερτήριο ερωτευμένων
και με καλούσαν
να με μετρήσω σε αγώνα μεταξύ μας
κι εγώ πήγαινα στην ήττα με θράσος και πείσμα

Τώρα πια δεν με προκαλεί κανείς  και για τίποτα
Δεν είμαι καν υπολογίσιμος
Δεν είμαι καν
Σκιά σε τοίχο σάπιο από αμέτρητα στρώματα ψεύτικου σοβά
Ανάξιος αναφοράς και θρήνου

            Πόσο πιο κάτω;

Κάηκαν οι χάρτες κι όλα
τα γύρω μου μυρίζουν καπνιά κι εγκατάλειψη
αγαλήνευτες και καψαλισμένες αρμονίες
            με πιάνο και βιόλα στο ταξίδι μιας νότας
                                                                                    μόνης
οι εικόνες καρφώνονται στην ίριδα και ματώνουν
σιωπή και θλίψη
και σιχασιά
κι είναι αυτή μονάχα η ελπίδα μας φίλε
αυτή η ξεχασμένη νότα

Αυτή μονάχα-φαντάσου
ότι μας απόμεινε από τα συντρίμμια της περιμέτρου

Ποιά άμυνα ρε σειρά; Που άμυνα; Με τι;

Μπήκε πια μέσα μας ο εχθρός και μας θέρισε

Δεν βοηθά καμία γεωμετρία και καμία αισθητική όταν αμύνεσαι στο Χάος
Μόνο η λάσπη και το χαράκωμα· αυτά μετράνε
                                                                        κι η νότα η ξεχασμένη

Λέμε μονάχα όνομα, βαθμό, αριθμό μητρώου και υπηρεσία

Αιχμάλωτοι είμαστε έτσι κι αλλιώς, ας μας καταχωρίσουν τουλάχιστον σωστά