Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

1200 μέτρα


Ήρθαν μέρες έκλειψης, μέρες άηχες, μουντές
και κάναμε την έλλειψη οξυγόνου διαπραγμάτευση       
Ήρθαν ώρες ζόρικες, ώρες λειψές, γεμάτες κενό
και πιάσαν τα νοήματα καραούλια απόμακρα και βίγλες μυστικές
οι προσφορές της ευκαιρίας πήραν τα κάστρα μας μισοτιμής
όλα σ’ ένα πακέτο προσωπικό, ευρυζωνικό, άμεσα προσβάσιμο
καταχωνιάσαμε τις ανάγκες  ασθμαίνουσες
                        μας ξέμειναν τα όνειρα στα πεζοδρόμια να ψάχνουν ανάσα
Από τα χαλάσματα κρυφοκοιτάζουμε να μας θερίζουν
            σε μια ξεδιάντροπη αναμονή γαντζωμένοι περιμένουμε
πότε θα είναι ώρα να μετρηθούν τα ανταλλάγματα
κι όσα θέλω δεν ανήκαν ποτέ πουθενά και απόμειναν ορφανά μετράμε
                                                            κι ούτε δάκρυ δεν βγαίνει πια, μόνο γρυλλίσματα

Κρέμονται υγρασίες τα αναποφάσιστα στα έλατα
            μιλούν μεταξύ τους με κώδικες αισθήσεων
                                                πρόκες συμβολισμοί καρφώνουν τις στιγμές
                                    αναφλέγουν σφιχτά παλάμες σε χειραψίες γροθιές
αναζήτηση σήματος για νυχτερινή κάλυψη στα ψηλώματα
                        εκεί που αγωνιούν τα φώτα
στέκουν τα μοναχικά από επιλογή κι αντέχουν
Μέσα στις φτέρες ξεχαρβαλωμένες ακτίνες από σκουριά ποδήλατα
ξεφτιλίζουν άσφαλτο σε αμμοχάλικο
και το βήμα αβέβαιο σε ορεινό προσκύνημα
Τι προτείνεις για όσους κουράστηκαν να σκοντάφτουν
πες μας

Πότε να βγαίνουν άραγε προσφορές για επέκταση μνήμης
                                    με ποιές εκπτώσεις και σε πόσες άτοκες δόσεις
                                                                        και τι γίνεται όταν δεν μας αφορούν;
            Γιατί δεν ξεχνιούνται πλήρως ποτέ όλα όσα θα έπρεπε
                                    κι ίσως να ξέχναγαν κι εντελώς  όλοι όσοι πρέπει
Μόνιμα προβληματική η επανεκκίνηση κι η μεταφορά μπρος και πίσω
                                                                                                κυρίως πίσω
αλλά που πάντα πίσω παραφυλάει ότι είμαστε
            με ένα ανοιγόκλεισμα παιδικού βλέφαρου υπάρχουμε για λίγο
                                    βάφουμε το φεγγάρι σιωπή·
κρεμάμε φανάρι στα σύννεφα  ντροπές
            και κουτσά στραβά λέμε πως προχωράμε

Ουράνιο τόξο στο απόβροχο: το λάθος και το σωστό είναι τα άλλοθι του τι αντέχεις
σκάψε λαγούμι στις άκρες του

Ετούτος εδώ ο αέρας είναι φυτίλι βραδύκαυστο
                                    παλαιών αρχών κι  άναρχων γιατί
πυροδοτεί δακρυσμένες στιγμές στις πιο κατάλληλες ώρες
            με υλικά αρχέγονα και ξέφτια από αναστολές
περασμένες ζωές απλωμένες παντού γύρω
χαράζουν μοτίβο από χρόνους απόντων
Άχρηστες βγαίνουν οι αναβαθμίσεις συσκευών και τα ευέλικτα συμβόλαια
αφού δεν χωρούν όλα όσα βλέπονται στις πλαστικές εικόνες 
                                    στον ορίζοντά κρέμονται οι ερωτήσεις
                                                μαζί οι απαντήσεις στην κωλότσεπη
προσκυνούν
                                                                                    χαρτοπολτός ξεχασμένος

Εδώ, κάθε πανσέληνος αρχίζει από μέσα
όπως αρμόζει στους ανυποχώρητους
                        και λέει ότι αξίζει να ειπωθεί
 σε όσους επιμένουν νύχτες κι υπομένουν τους εαυτούς τους


Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Η αποστασιοποίηση ως ανάγκη αναγόμωσης



Καλοκαίριασε. Για κάποιους  εννοιολογικά και κυριολεκτικά όχι, αλλά το ημερολόγιο επιμένει. Κι αναρωτιέσαι τι θα έπρεπε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Και για ποιους. Παραιτείσαι. Από έναν ιδιότυπο μαζοχισμό περιδιαβαίνεις τα στενά στο διαδίκτυο χωρίς σχέδιο, χωρίς να πολυσκέφτεσαι. Μάλλον για να μην σκέφτεσαι και πολύ, για να ξεφύγεις από τα ανεκπλήρωτά και τις πιεστικές ορθές επιλογές που  ζορίζουν απίστευτα τον τελευταίο καιρό.

Πατάς εδώ κι εκεί στο χάσιμο, συχνά ξεκινώντας από καμιά «δικιά σου» φράση  ή σκέψη και πας ψάχνοντας. Να βρεις ίσως από ποιούς και πότε ξαναχρησιμοποιήθηκε. Από ποιούς άλλους. Κάποιοι δηλαδή, την αντανάκλασή μας στους άλλους ψάχνουμε, να δούμε πως φαινόμαστε. Να δούμε αν υπάρχουμε πουθενά εκεί έξω, να τονώσουμε με ψευτοελπίδα το εδώ μέσα μας. Σημάδι αναφοράς μια φράση, μια σκέψη, μια κουβέντα που ακούσαμε παλιά, μια ατάκα, και έπειτα πλατσούρισμα στο χάος. Απίστευτα εγωιστικό και ψωνισμένο μπορεί να πει κανείς κι ένα δίκιο θα το έχει, αλλά σε ποιόν και γιατί θα πρέπει να απολογηθούμε άραγε; Ως τι και από πού κι ως που; Άλλωστε το πληκτρολόγιο είναι ένα μοναχικό και εγωιστικό εργαλείο, μια άτσαλη ψευτοπροσπάθεια επέκτασης του Εγώ μας. Άλλωστε όπως και στον πραγματικό κόσμο, όλα πια ασκήσεις ισορροπίας είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Έτσι δεν είναι; Για κοίτα στην τελική τα δάκτυλά σου. Τώρα. Σε μια ώρα. Αύριο. Αντιστέκονται; Πόσο; Για πόσο;

Αν το καλοσκεφτείς, για την ματαιοδοξία μας που φοβόμαστε να αποδεχτούμε, συνδεόμαστε και «επικοινωνούμε». Γιατί είμαστε ματαιόδοξοι χέστες. Στα πρόθυρα της παράδοσης. Και δεν μιλάω για αυτούς που δεν είχαν ποτέ να δώσουν κάτι. Μιλάω για τα «καλύτερα παιδιά που κουράστηκαν και κάτσανε» στο laptop. Για εκείνους τους πολλούς που πίστευαν πως κάτι έχουν να δώσουν. Δωρεάν. Γιατί έτσι έπρεπε. Που βάλτωσαν. Λες και  η αναπόληση και η παρελθοντολογία ζωντάνεψαν σε ψηφιακή μορφή, μας άρπαξαν από τα αχαμνά και μας ευνουχίζουν. Αργά. Ανώδυνα. Και εκεί που ψάχνουμε κρυμμένοι στο χάος να δούμε αν μένει τελικά τίποτα πίσω, από καιρό σε καιρό πέφτουμε πάνω σε κάτι απίστευτους και κάτι απίστευτες και μαζεύουμε το σαγόνι μας από το πάτωμα και κοιτάζουμε την οθόνη άλαλοι.

Κι αναρωτιόμαστε· που είσαστε όλοι εσείς οι άλλοι γαμώτο; Σε ποιόν κήπο μετράτε τις ρίζες σας; Ποια ξηρασία σας κάνει και ανθίζετε; Πως ξοδευόμαστε έτσι μονάχοι μας; Πως τα καταφέρνουμε τελικά και είμαστε τόσο άγνωστοι με τον ίδιο μας τον εαυτό;

Μετά, κάθε φορά, οι πιο ενοχικοί και οι πιο εγκλωβισμένοι προσπαθούμε να κάνουμε restart την ζωή μας. Με τους δικούς μας ανθρώπους. Όσους μας έχουν απομείνει. Με ότι βρίσκουμε πρόχειρο. Παλεύοντας να δώσουμε ξανά νόημα στα βασικά. Ανακαλύπτοντας και πάλι την ομορφιά του να σε κυνηγάνε τα πιτσιρίκια στην παραλία. Να σε αγκαλιάζει η σύντροφός σου. Να μετράς το μπόι σου στα ισκιωμένα έλατα και στα βότσαλα που δίνουν νόημα στις πατούσες σου. Και έτσι ίσως πάρουμε λίγο πάνω μας

Μέχρι την επόμενη φορά που θα σκάσει η πραγματικότητα στα μούτρα μας. Θα δούμε τότε τι και πως. Και πόσοι.

Καλό καλοκαίρι σε όσους

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Lost Soul - Pete Murray



Sometimes I watch my life
And it slowly goes
From black then into white
I know if you Watch the time
Leaves you standing poring over moments in life

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

So I wait to sieze the day
The clouded mind
The hell I've a lot to pay
I find that if you know Your way
you get out of this mess

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

I know there comes a time To believe in yourself
And grow in confidence Stop hiding behind the door
Like everyone else
Just get out and do your best

I know I've been through black and white
I know I'll put up a fierce fight
I know I lost my soul
I know that I lost my soul

I know that
I'll find my soul

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Στις λέξεις και παντού


Λέω να γράψω ένα βιβλίο για τις ανάσες κάποτε. Για εκείνες τις ασυναίσθητες και μηχανικές κινήσεις που κάνουμε από την στιγμή που θα γεννηθούμε μέχρι που δεν θα έχουμε πια. 

Να καταγράψω το νόημα που φωλιάζει στο κενό ανάμεσα στις λέξεις λέω 
Να το τυπώσω και να το μοιράζω δωρεάν σε φίλους, σε άστεγους, σε απολυμένους, σε πρεζάκια, σε αλκοολικούς, σε μικροαπατεώνες, σε απελπισμένους. Σίγουρα σε μοναχικούς και εγκαταλελειμμένους . 
Σε όσους έχουν ξεχαστεί και όσους έχουν χαθεί τουλάχιστον μια φορά. 
Σε εκείνους που δεν επέστρεψαν ποτέ κι όλη τους η ζωή ήταν ένα φευγιό. Από όλα

Να μιλήσω για εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή που παίρνει ανάσα ο αναγνώστης, όταν ενεργοποιούνται εκείνα τα κέντρα της κατανόησης, της κριτικής, του ονείρου και της πραγματικότητας των αισθήσεων. Σαν πλάνο δρομέα αντοχής που ακουμπά για μια στιγμή μονάχα στην σκιά ενός δέντρου λαχανιασμένος να πάρει βαθιά ανάσα. 
Και μετά ξαναρχίζει να φεύγει

Κάποιος θα πρέπει επιτέλους να πει κάτι για τα κενά ανάμεσα σε οτιδήποτε, που κανένας δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία. Που πάντα το μάτι και η αντίληψη προσπερνούν βιαστικά, τα θεωρούν δεδομένα και συνεχίζουν. 
Προς οπουδήποτε. Σε όλα

Κάποιος θα πρέπει να ασχοληθεί για να επαναφέρει τα αυτονόητα δηλαδή,  πως τελικά, είναι τα κενά που ορίζουν την αρχή και το τέλος των λέξεων, οριοθετούν το νόημα της πλέξης των γραμμάτων, δίνουν  μορφή  στον αιθέρα των λεξοπλασμάτων. 
Είναι τα κενά που διαμορφώνουν το πριν και το μετά.
Στις λέξεις και παντού

Να βρω κουράγιο και να κάνω αλχημείες έστω και  με δανική φόρμα από άλλους και να το φτιάξω χωρίς άλλα σημεία στίξης, πέρα από το κόμμα και την άνω τελεία. Μικρές αναπνοές κι αυτά

Σκέπτομαι μάλιστα να είναι δίτομο. 
Στο ένα θα έχει όλα τα κείμενα συνεχόμενα, χωρίς κενά και παραγράφους. 
Στο άλλο θα έχει μόνο τα κενά και τις άνω τελείες. 
Ίσως και κανένα κόμμα εδώ κι εκεί

Μπας και ξαναμάθω σωστά γραφή κι ανάγνωση


Μπας και ξαναμάθω να αναπνέω

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Ξημερώνοντας Δευτέρα


Έστριψα ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι και το άναψα φυσώντας τον καπνό με δύναμη ανατολικά. Ήταν σίγουρα απόγευμα, με εκείνη την όμορφη πλάγια φωτεινότητα που δίνει στα πράγματα ο ήλιος όταν τον έχεις αφήσει πίσω σου. Ήχοι διάφοροι  και άσχετοι με την συμβατική αίσθηση του χρόνου και του τόπου, έρχονταν από γύρω ίσα-ίσα για να τονίζουν πόσα μπορεί να συνδέσει ένα μυαλό, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένεις, ακόμη και όταν συνειδητά κοιμάσαι. Και το ξέρεις κιόλας. ¨η τουλάχιστον έτσι νομίζεις.

Η φωνή μου ακούστηκε ξαφνικά δίπλα μου, ακριβώς την ώρα που άναβα άλλο ένα τσιγάρο, ήρεμη, σταθερή και με βάθος. Με κοίταξα σαν να ήμουν πάντα εκεί και αυτή την φορά φύσηξα τον καπνό προς τα πάνω. Δεν μου φάνηκε να είχα αλλάξει και πολύ, αν και σίγουρα φαίνονταν πιο βαθιές οι ρυτίδες στο μέτωπο και πιο άσπρα και μακρύτερα τα μαλλιά μου. Όμορφη εικόνα για τόσο γέρος σκέφτηκα. Αλλά εκείνο το βλέμμα είχε κάτι απροσδιόριστο μέσα του. Όχι τίποτα τρομακτικό, αλλά κι ούτε εύκολα περιγράψιμο. Ίσως και λιγάκι θλιμμένο. Δεν μίλησα, με άφησα να πω.

Ξέρεις –ξεκίνησα- πόσο ζυγιάζεται το να νιώθεις ότι το σώμα και το μυαλό γερνάνε ενώ η ψυχή όχι;
Δεν ξέρεις, δεν μπορείς να καταλάβεις. Μέχρι να το ζήσεις. Ειδικά όταν είσαι νέος, όταν το πολύ είναι μπροστά και το λίγο πίσω, δεν μπορείς καν να εστιάσεις σε κάτι τέτοιο. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τρισυπόστατο όταν σε κατακλύζει η ζωή. Λογικό είναι. Άλλα είναι τότε εκείνα που σε ενδιαφέρουν και άλλες οι προτεραιότητες. Δώσε βάση όμως. Χρόνια και απώλειες μετά, θα φτάσει η ώρα που θα αρχίσεις να το νιώθεις στο πετσί σου. Θα έρθει σιγά σιγά, ανεπαίσθητα και ίσως χαμπάρι να μην το πάρεις. Και θα πονάει. Θα φυσάς και θα ξεφυσάς σαν παλιά ατμομηχανή στην ανηφόρα, θα σε στενεύουν όλα τα παλιά, θα ζορίζεσαι  να μαντέψεις που στον κόρακα αρχίζει και προς τα πού σε οδηγεί ο μίτος της καθημερινότητας, θα δυσκολεύεσαι πολύ να καταλάβεις πως λειτουργούν και σε τι χρησιμεύουν όλα ετούτα τα καινούρια, ποιο το νόημα και ποια είναι τα γιατί που τα γέννησαν. Θα τρέχεις ασθμαίνοντας πίσω από εξελίξεις,  ο λόγος σου και η άποψή σου δεν θα μετράνε καθόλου, θα πλατσουρίζεις ανόρεχτα και αδέξια μέσα στην λασπουριά της τεχνολογίας και της εφήμερης πληροφορίας για να μην ξεκόψεις εντελώς από το σήμερα αλλά όλο και πιο ξεκομμένος θα βρίσκεσαι. Και μέσα στην λέρα από το άτσαλο πλατσούρισμα δεν θα σε αναγνωρίζεις στις αντιδράσεις σου, δεν θα μπορείς πια να αφεθείς σε τίποτα με ευκολία δίχως αναστολές όπως παλιά, επειδή οι δεύτερες και τρίτες σκέψεις θα έχουν κάνει κατάληψη στο αυθόρμητο. Η σημασία των χρημάτων που τόσο καιρό απαξίωνες, θα αρχίσει να αναβαθμίζεται όσο πιο δύσκολο θα γίνεται το  να καλύψουν αυτά το ελάχιστο επίπεδο των αναγκών επιβίωσης σου. Και θα νιώσεις απατημένος, πλανεμένος και άδειος. Θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις πως τρώει έναν άνθρωπο το μαράζι, όλο και περισσότερο θα σου εμφανίζεται σαν διέξοδος η ζωή του ερημίτη, θα ψάχνεις να βρεις πληροφορίες για τα συμπτώματα της κατάθλιψης και θα τσατίζεσαι που δεν θα μπορείς να αναγνωρίσεις μέσα σε αυτά τον εαυτό σου για να ηρεμήσεις κάπως που τάχα επιτέλους θα μάθαινες τι σκατά τρέχει με σένα.

Όλα θα σου φαίνονται ανούσια, λίγα και ανεπαρκή, δεν θα μπορείς να αισθανθείς πληρότητα πουθενά, θα ζαλίζεσαι αν τυχόν κάτι αναπάντεχο σε κάνει να γελάσεις πολύ, ξέμαθος πια από το πώς γελάνε από ψυχής. Από κυνηγός των εναλλακτικών λύσεων θα αρχίσεις να μεταλλάσσεσαι σε καταγραφέα και παρατηρητή. Κάπου εκεί θα αρχίσει και το αίσθημα πως χόντρυνε το μυαλό σου και γίνεται όλο και πιο δυσκίνητο. Θα κοιτάζεις στον καθρέπτη λιγότερο και όλο και περισσότερο θα βλέπεις χαρακώματα στο πρόσωπό σου. Θα αρχίσουν να βγαίνουν κάτι φαντάσματα από το χρονοντούλαπο και θα σε κυνηγάνε κάθε φορά που κάθεσαι μόνος στο μπαλκόνι, κάθε φορά που περιμένεις το φανάρι να αλλάξει χρώμα, κάθε φορά που θα περιμένεις στην ράμπα του μετρό για να πας δήθεν κάπου αλλού. Θα σιχαθείς τις οθόνες και θα αναζητάς σύννεφα είτε κοιτώντας τον ουρανό είτε τα σκονισμένα πλακάκια στα πεζοδρόμια. Κι όταν θα ανακαλύπτεις κανένα, δεν θα αισθάνεσαι το ίδιο όπως παλαιότερα. Θα αρχίσεις να αποφεύγεις να κοιτάς τα μάτια των άλλων για να μην δεις εκεί ζόρια μεγαλύτερα από τα δικά σου που δεν θα έχεις πια αντοχές για να δείξεις αληθινό και ανθρώπινο ενδιαφέρον. 

Τέρμα και με τις  ενοχές. Απλά θα εξαφανιστούν. Θα γίνεις καχύποπτος, απόμακρος, νευρικός και θα νευριάζεις με το παραμικρό. Αλλά δεν θα εκτονώνεσαι. Θα διαπιστώσεις πως αντέχεις και υπομένεις απίστευτα πολλά που δεν πίστευες ποτέ πως θα μπορούσες. Μπορεί και να σε μισήσεις. Μετά ίσως και να μην σου δίνεις καμία σημασία. Κι ο καιρός θα περνά.

Αν φανείς τυχερός, θα ξεχαστείς και θα πεθάνεις ήσυχα στον ύπνο σου χωρίς να ενοχλήσεις κανέναν και χωρίς να αφήσεις βάρη για τους δικούς σου.
Κάπου εκεί μπορεί και η ψυχή σου να γαληνέψει. Αν μάλιστα τελικά υπάρχει τρόπος, με κάποιον τρόπο να έχεις κάποια ακόμη ευκαιρία, θα δοκιμάσεις από την αρχή με νέα δεδομένα να δεις που θα σε βγάλει αυτή την φορά. Κόψε μόνο το τσιγάρο, θα σε ταλαιπωρήσει από νωρίς και δεν θα το θέλεις. Αν είναι να σε βρει γαλήνη, θα σε βρει όπως και να έρθουν τα πράγματα, να το θυμάσαι αυτό.

Θέλησα να ρωτήσω πως είμαι τόσο σίγουρος. Δεν το έκανα. Δεν πρόλαβα, δεν ήθελα, δεν είμαι σίγουρος. Στο επόμενο καρέ είχα ήδη φύγει. Στο βάθος ακούστηκε να σπάει κάτι γυάλινο. Μετά, τίποτα.

Το πρωί ανακάλυψα πως είχε πέσει ο καθρέπτης στο μπάνιο και έγινε θρύψαλα. Μάζεψα τα κομμάτια σε μια σακούλα και προς στιγμή σκέφτηκα να πετάξω μαζί και τον αναπτήρα. Τον έβαλα όμως στην τσέπη και ξεκίνησα για το σχολείο, κάνοντας μια στάση για να αγοράσω καπνό. Ασυναίσθητα κοίταξα προς τα πάνω και μου φάνηκε πως είδα κάτι βαθιές ρυτίδες να ξεπροβάλλουν ανατολικά.

Αποφάσισα να ανάψω τσιγάρο αργότερα. Τουλάχιστον, όσο αργότερα θα άντεχα. 
Ξεκόλλησα τον εσωτερικό καθρέπτη από το παρμπρίζ και τον πέταξα στο κάθισμα του συνοδηγού. "Σκάσε" του μούγκρισα μέσα από τα δόντια μου και έβαλα μπροστά την μηχανή.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ο κατευναστικός χαρακτήρας της κατάφασης


Προσπαθώ να θυμηθώ πως ήταν  τα πράγματα πριν από πέντε χρόνια

Κι όλο και περισσότερο δυσκολεύομαι να εστιάσω

Θυμάμαι φίλους να γελάνε, παιδιά να παίζουν, μια διάθεση για συντροφικότητα, έστω πληγωμένη, έστω καχύποπτη, έστω κουτσουρεμένη, αλλά υποβόσκουσα. Έστω και σαν ωραιοποιημένη σκέψη, στο πίσω μέρος του μυαλού. Σαν μια διέξοδος όταν ασφυκτιούσες. Όταν έλεγες δεν πάει άλλο, δεν έχω άλλες αντοχές, θα σαλτάρω, απόψε, αύριο, μέχρι το τέλος της βδομάδας. Και μετά ξεχνιόσουν και ξανά μέσα στο μαγγανοπήγαδο, μέρα με την μέρα, άντε ρε και θα την σκαπουλάρουμε, άντε και λίγο ακόμη να βγει αυτός ο χειμώνας, άντε κι ο επόμενος, άντε την άνοιξη την επόμενη θα είναι καλύτερα.

Προσπαθώ να μετρήσω πόσες φορές είπα και άκουσα το «τα λέμε» αλλά δεν τα είπαμε ποτέ έκτοτε, με πόσους και πόσες, όταν έφευγα ή όταν έφευγαν, τρίχες, χάνω τον λογαριασμό και μπερδεύομαι. Με σφίξιμο κοιτάω τις αυτοκτονίες και τους θανάτους στα site μη τυχόν και πέσω πάλι πάνω σε γνωστό όνομα. Και θα πρέπει να τρέχω ξανά στα νεκροταφεία και να μαζεύω τα κομμάτια μου πάλι. Και κάπως πρέπει να εξοικονομήσω άλλο ένα μαύρο πουκάμισο για να έχω ένα καβάτζα για καμία έκτακτη απώλεια που όλο και περισσότερες γίνηκαν τελευταία, που δεν έχω άλλο, ένα μου έχει μείνει κι αυτό έχει φθαρεί επικίνδυνα, ποιο πουκάμισο τώρα, ούτε τα βασικά δεν βγαίνουν. Αρχίζω και φοράω ρούχα που δεν είναι δικά μου αλλά μου δόθηκαν, ευτυχώς μου κάνουν τα παλιά παντελόνια και τα φοράω μέχρι εκεί που η μάνα μου λέει πως δεν παίρνουν άλλη επιδιόρθωση, κράτα το της λέω για να βγάζεις μπαλώματα για τα επόμενα.

Είναι πολλές οι φορές που θέλω να παγώσει το μυαλό μου να μην σκέφτομαι άλλο, να το παγώσω τεχνητά αν γίνεται, αλλά δεν υπάρχει σάλιο ούτε για αλκοόλ αλλά και τι να το κάνεις στην τελική, μήπως θα αλλάξει και τίποτα; Παράδοση κι αυτό, παράδοση και φθορά. Και οι απώλειες δίπλα να αυξάνονται. Αν είναι για μια ψυχική αναισθητοποίηση και μια εγκεφαλική νέκρωση, τέτοια βρίσκω και στο δωρεάν wi-fi, ευχαριστώ δεν θα πάρω, δεν είναι λύσεις αυτές, κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι άλλο, δεν ξέρω ακριβώς τι αλλά μάλλον ξέρω προς τα πού και είναι βάσανο η συνειδητοποίηση του πόσο στριμωγμένος στα σχοινιά νιώθω και πόσο ξύλο τρώω κάθε μέρα. Έπρεπε μάλλον να γίνω βουδιστής, θα είχα την ησυχία μου τώρα. Άργησα κι εκεί.

Μην μου μιλάς για κάλπες, με ξέρεις τώρα, από εδώ είμαι κι εγώ, εδώ μεγάλωσα και έζησα, η κάλπη είναι ο κυβισμός μιας ανέξοδης ελπίδας και το νομιμοποιημένο ξέπλυμα  ενοχών σε σφραγισμένο φάκελο με σταυρούς δίπλα σε τυχαία ονόματα. Μου αξίζουν περισσότερα, μας αξίζουν καλύτερα, δεν χωρά μια ζωή σε ένα ψηφοδέλτιο ρε φίλε, πώς να το κάνουμε δηλαδή; Θες να βοηθήσω λες επειδή κάτι πρέπει επιτέλους να γίνει; Θα το κάνω αλλά δεν έχει νόημα, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει κι ας αλλάξουν όλα. Πέφτει βαρύς ο μηδενισμός στην κλιμακτήριο, το ξέρω, δεν ξέρεις κι από πού να αρχίσεις, από πού να πιαστείς, γάντζοι περασμένοι ένα γύρω κι αμάσητα δολώματα μέχρι το στομάχι, πώς να απεμπλακείς, ένα βγάζεις δυό-τρία σε καρφώνουν. Θολούρα.

Όχι άλλα σαλταρίσματα και άλλα νεκροστέφανα πια, όχι άλλη θλίψη, πάμε πίσω να δούμε τι σκατά λάθος έγινε, πάμε να φύγουμε από την μαυρίλα, πάμε να ηρεμήσουμε κάπου, πάμε μην τα ξεσχίσω όλα κι αρχίζω να ουρλιάζω σαν τον Μισελ Πικολλί στο Themroc.


Πουθενά δεν θα πάμε, το ξέρω, όλα αποκλεισμένα είναι. Απλά πες ναι για να ηρεμήσω λίγο τον λύκο μέσα μου

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Να ξέρεις Μιχάλη


Να ξέρεις, ο Κώστας δεν μπόρεσε έρθει αν και ήθελε. Τον έχει τσακίσει ο πόνος στο ισχίο και δεν μπορεί ούτε να σταθεί, ούτε να περπατήσει χωρίς ένεση. Αλλά ζει με δανικά και κεράσματα από φίλους εδώ και μήνες οπότε δεν μπορεί να πληρώσει για να κάνει τις ενέσεις , οπότε καταλαβαίνεις.

Να ξέρεις, όταν το έμαθα είπα κι εγώ να μην έρθω, για να έχω την παλιά εικόνα. Αλλά δεν μου πήγαινε. Έστω και εκείνα τα ελάχιστα που είχα την ευκαιρία να σε ακούσω να λες κατά καιρούς, έπρεπε να μετρήσω αν αξίζανε. Κι επειδή τα έχω μετρήσει χρόνια τώρα, ξέρω ότι αξίζανε. Και ήρθα. Και σε μια ανόητη και ανεξήγητη κίνηση αφαίρεσα και την μπαταρία από το κινητό. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά ένιωσα πως έτσι έπρεπε. Κι όταν σε σήκωσαν μαυροκόκκινο, διαλύθηκα

Να ξέρεις, με έκανες να κατέβω στην αποθήκη και να ανοίξω τα κρυφά μου μπαούλα πάλι. Άρχισαν και ξεπηδάγανε από μέσα διάφορες παλιές ιστορίες . Και διαλύθηκα ξανά. Μερικά μάλιστα τα έχω κρατημένα στη ζελατίνα που τους είχες βάλει, τουλάχιστον μέχρι να βρω που στο διάολο έχω βάλει τα παλιά τα δικά μου. Θυμάμαι που είχες πει κάποτε ότι όποιος έχει τίποτα τέτοια από εκείνα που κυκλοφορούσαν παλιά, καλό θα είναι να τα φυλάξει κάπου, έτσι για την ιστορία

Να ξέρεις, εκτός από τα θλιμμένα πρόσωπα όσων ήρθαν για σένα, κοίταζα και μέσα στα μάτια τους εργάτες που περίμεναν υπομονετικά δίπλα από τον τάφο. Να έβλεπες ρε συ, πως κοιτάγανε τον κόσμο που σε αποχαιρετούσε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν μάλλον γιατί όλος αυτός ο κόσμος δεν είχε ουρές και κέρατα και κόκκινα μάτια. Να δεις που τελικά αυτοί θα σοκαριστήκανε πιο πολύ από όλους μας

Να ξέρεις έκανες κόσμο να κλάψει. Κόσμο καλό, κόσμο που δεν κλαίει εύκολα. Χωρίς να το θέλεις, αλλά τελικά έτσι είναι αυτά αφού είμαστε θνητοί και πεπερασμένοι.Και έχουμε ανάγκη από σημεία αναφοράς. Και ας μην το γούσταρες, για αρκετούς ήσουν ένα τέτοιο σημείο


Φτωχύναμε κι άλλο ρε μπαγάσα που έφυγες


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ψηφίδες


Το ζεϊμπέκικο του γείτονα στην ταράτσα του όταν βγάζει τα περιστέρια του στον ουρανό της Νίκαιας

Το αγκάλιασμα στο μικρό πέτρινο εκκλησάκι έξω από τα σχολεία και οι λυγμοί του νεαρού εκεί που σκοτώθηκε ο φίλος του. Πιο πίσω κατάχαμα στο πεζοδρόμιο μια εξαϋλωμένη κοπέλα ολόκληρη πρησμένα μάτια

Ο  μονόλογος της γιαγιάς με την σοκολάτα στο σουπερ μάρκετ · άσε καλύτερα, την άλλη βδομάδα

Ο καταβεβλημένος παππούς στο φανάρι της Πειραιώς που ρώταγε τους σταματημένους οδηγούς αν πάει κανένας προς Μοσχάτο

Οι χιλιάδες μικρές οθόνες στα χέρια νέων ανθρώπων που μικραίνουν ψηφιακά την έτσι κι αλλιώς μικρή μας ζωή 

Ο τσιγγάνος στο φανάρι που κάθε μέρα με χαιρετά και ρωτάει αν θέλω να αγοράσω επώνυμα γυαλιά με τα ψιλά μου. Ρε  συ άστα αυτά, είσαι καλά; Βγαίνει τίποτα ή τσάμπα τραβιέσαι; Είσαι άρχοντας απαντάει και χαμογελάει. Τα λέμε αύριο

Ο τύπος με το διαλυμένο Zastava που δίνει μια σακούλα με ψωμί στην ζητιάνα, χαϊδεύει το μωρό στην αγκαλιά της και  φεύγει

Ο παππούς που χρόνια τώρα γυρνάει όλη την περιφέρεια του δήμου και καταγράφει που υπάρχουν πυροσβεστικοί κρουνοί  και που έχει ξεραμένα δέντρα

Οι τρεις ψαράδες την Δευτέρα του Πάσχα στην παραλία στο Λουτράκι που δόλωναν μοναξιά και ο τύπος που τους παρατηρούσε στην πρωινή του βόλτα για ανάσες

Η ξανθιά κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά που κλαίει στο τιμόνι έξω από το νοσοκομείο

Ο φίλος που δεν μπορεί να κοιμηθεί τις νύχτες όσο η ζωή δεν τιμάει την μέρα

Το τηλεφώνημα του Δημήτρη καιρό πριν, που μου φώναζε να τα παρατήσω όλα και να πάω στο Ξυλόκαστρο να τον βοηθήσω να εξαλείψουμε τις τεκίλες από τον κόσμο

Οι μοναχικοί άνθρωποι στα παγκάκια που κοιτάζουν δυτικά

Ο Σταύρος που είναι στα ζόρια και δεν θέλει να ξέρουμε. Εμείς που δεν ξέρουμε και δεν θέλουμε να είναι σε ζόρια

Φωνάζω στους μπροστινούς που κάνουν πως δεν βλέπουν και δεν ακούν, να ανοίξουν διάδρομο γιατί η μεγαλύτερη ξεφτίλα είναι να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Δεν γυρνάει κανένας και δεν αφήνουν να προηγηθεί ο νεαρός με το αναπηρικό καρότσι .  Χαμηλόφωνα και θλιμμένα μου λέει «Μην το ψάχνεις αδερφέ πια. Τελείωσε»

Η ερημιά του δρόμου κάτω από το σπίτι και οι αποξενωμένοι γείτονες

Η παραίτηση που καραδοκεί σε κάθε νέο κλικ


Η κάμερα που δείχνει ζωντανά την πλατεία του χωριού μου



Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Λευκή στα μαύρα


Σαν αρχίζουν να ξεφλουδίζονται οι επιλογές από τα αίτια
και βρουν τα γεγονότα τον καιρό τους
τότε ξετυλίγεται  και εκείνη η απροσδιόριστα διαρκούσα παιδική ανησυχία
για τα πάντα  
κι αν η τύχη είναι τέτοια
κάπου εκεί γύρω από τα επειδή του ενήλικα
αποκαλύπτονται τα παράξενα κομμάτια της άνοιξης με τις άλλες σημασίες
κι αποδίδονται επιτέλους τα εύσημα που πρέπει στις γυναίκες με τα μαύρα
που όλος ο υπόλοιπος καιρός τους αλλοιωμένος
λες κι από κεκτημένη ταχύτητα

Ρυτίδα κι αυλάκι βαθύ η απουσία στην άκρη των ματιών                                
ενώ η χαρακιά στο βλέμμα τους αιμορραγεί ζωή
κι η απώλεια σφιχταγκαλιασμένα φορεμένη κατάσαρκα
μανταλωμένη με τα σταυρωμένα χέρια στο στήθος
Κι αν όλα τα αύριο λειψά και τα χθες κεριά αναμμένα                                              
αυτές πλέκουν δαντέλες της πίκρας καμωμένες με λεπτό βελονάκι
ή ζακέτες και κασκόλ ζεστά κι ας μην βλέπουν όπως πρώτα
χειροτεχνήματα της απώλειας για δώρα σε δικούς
Χαϊδεύουν τις φωτογραφίες στο σαλόνι με την καλή κορνίζα
και καψαλίζουν τα δάκρυά τους στα θυμιατήρια
                                βάζουν τον χρόνο σε αναστολή  χειμώνα καλοκαίρι
                                                                                 τον μισό πριν και τον άλλον μισό ακόμη πιο πίσω
Λένε του ανέμου λόγια νοερά
ψάλλουν το γλυκύ μου έαρ κάθε μέρα
 και κοιτούν προς τα επάνω
Κι εκείνοι τους,
απαντάνε και βρέχει
και βρέχει
και βρέχει
και φυσά αέρας παλιός

Κι αυτές σαν κάπως να χαίρονται
και περιμένουν κι υπομένουν
                                                                φύλακες των στιγμών τους
με την ιστορία τους φυλακτό ανεκτίμητο στα σφιγμένα τους χείλη
όσο η σιωπή προσκυνά στα πόδια τους

Στα μάτια των παιδιών που γεράσαμε απότομα σε ένα καλοκαίρι
φυσάει πάντα και βρέχει γύρω από  τις μαυροφορεμένες γυναίκες
κι εκείνες περνάνε αέρινες μέσα μας
με την αγάπη κόμπο στα ροζιασμένα χέρια τους
κι ακούγονται αγαπημένες ψυχές στο διάβα τους          

Στα δικά τους τα ξεφλουδίσματα
όσο κι αν παλεύω να κρατήσω μάτια κι αυτιά ανοικτά
μόνο πόνο διακρίνω
Πόνο και θλίψη
και μια ανατριχιαστική στωικότητα
Περασμένα σαν την Δεύτερη Βέρα στην αλυσίδα με τον σταυρό στο στήθος

Και τίποτα από όσα θέλω, λέω και κάνω δεν έχουν σημασία
αν δεν μπορούν να αλλάξουν την φυσική ροή του μαύρου
ή έστω να γεννήσουν ένα μητρικό χαμόγελο


και είναι αυτό αντάμα με εκείνες τις κόκκινες παπαρούνες της σποράς μου
οι σημαντικότεροι λόγοι που μου χρειάζονται


Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ας είναι και νύχτα


Να άρπαζα λέει τώρα ένα μακρύ τιμόνι
και να πήγαινα βόρεια
που έχω καβάτζα ψυχές
Να χτύπαγα δυο τρεις πόρτες να πω ένα γειά μονάχα
κι από ένα σφηνάκι  Ιάκωβο
όρθιοι εκεί στην πόρτα μπροστά και σιωπή
και νύχτα

και  μετά στο Μικροχώρι
κι ας είναι και  νύχτα
να ξανακούσω  πως  η ζωή μια φορά μόνο μας δίνεται
και να αδειάσω τον Ιάκωβο μέχρι τέρμα
κι ας γέλαγε κι ας κούναγε το κεφάλι μόνο
κι εγώ σιωπή και δάκρυα που δεν υπάρχει πια ήχος

Και μετά ξανά  βορειοδυτικά
στη ρίζα μου
στο ξύλινο το κιβούρι του πιο ψηλά  από την λίμνη
κι ας φτάσω νύχτα
να τον δω μια φορά ακόμα να γελάει
και να αγγιχτούν τα μάτια μας
που μου έδωσε ζωή να γίνω
και να με βρίσει γελώντας  και να κλάψουμε αγκαλιά
που με έμαθε να μην σκύβω
και να ουρλιάξω απώλεια

κι ας γυρίζω πίσω μετά όπως κάθε μέρα
σπινιάροντας νεκρά κομμάτια τις αντοχές μου


Στον αέρα και στα χιλιόμετρα να κάνω περιφορά και τριπλή αναστάσιμη λιτανεία


Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Ένα λοξό και στραβωμένο καρφί





Με παρακολουθώ στενά τελευταία
Όλο μετράω κι όλο ζυγίζω τα αόρατα
Και νομίζω πως δεν αντέχω πια τίποτα. Κανέναν. Πουθενά.

Άδειος
σαν χρησιμοποιημένος κάλυκας βεγγαλικού
που ότι ήταν να δώσει το έδωσε
Τσαλακωμένος
σαν παλιό κουτάκι μπύρας
ενσωματωμένο στην άσφαλτο ταχείας κυκλοφορίας
                        χωρίς τίποτα σε κίνηση για σκιά
                        να περιμένει την σκουριά από το φως
                                    να λιώσει

Κι είναι βάρος τα κουφάρια νεκρών επιλογών στα πόδια μου
μετρημένες όσες και οι αρνήσεις  μου
χαραγματιές ανά πεντάδες στους γεμάτους από μάσκες άλλοθι τείχους μου
                        με τους απόκοσμους ήχους μου
                         με κοιτούν σιωπηλές και δακρύζουν
                                                σε χρόνους Παρατατικούς και Παρακείμενους

σαν κάρτες με φρεσκοβαμμένα σπίτια σε κυκλαδίτικο νησί
καμουφλαρισμένες απελπισίες και ψεύτικες δεύτερες ευκαιρίες
            ανακατεμένες με την ψιλή χρυσή άμμο κάτω από τα νύχια
με τα γαλάζια παραθυρόφυλλα και τις ψάθινες καρέκλες στο πεζούλι
τουριστικές εικόνες της καθαρότητας του άσπρου
και καρφώμένη ψηλά η σκοτεινιά
εικόνισμα πάνω και μέσα από την είσοδο
                                    σε λοξό και στραβωμένο καρφί
                                                ασβεστωμένη κι αθέατη
στις απογευματινές σκιές από τα εκκλησάκια με τους γαλάζιους τρούλους

Πάει λίγος καιρός που ανακάλυψα πόσα σαπίζει ο χρόνος
                        και πόσα ανασταίνονται στη σιωπή σκουριασμένων στιγμών
πάει λίγος καιρός που με συσσωρεύω μέσα μου να με σώσω
                                                κι όλο να φεύγω θέλω
                                    εγκλωβισμένος στην ανθρωπίλα μου εδώ και πολύ καιρό

Έχω κάπου σε ένα συρτάρι μια φωτογραφία μου να φεύγω
πάρτην όταν θα κοιμάμαι και φύλαξέ την
κράτα την σαν σελιδοδείκτη
            σε ετούτο το συνοθύλευμα όλων με τα πάντα
            την ώρα που η πίστωση είναι η μόνη αποδεκτή συναλλαγή
                                    που επιμένω ακόμη να  πληρώνω μνήμες μετρητοίς
κι απλά φεύγω

Και τελικά αρχίζω να πιστεύω πως στα πατήματα που αφήνεις
δεν έχει τόση  σημασία ο δρόμος
ούτε το ταξίδι                                                 ούτε ο προορισμός
                                                            αλλά η στιγμή που θα διαβείς το κατώφλι

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Ίσως αύριο





I've been down and I'm wondering why
These little black clouds keep walking around with me,
With me
It waste time and I'd rather be high
Think I'll walk me outside and buy a rainbow smile but be free,
They're all free
So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

I look around at a beautiful life
I've Been the upper side of down
Been the inside of out but we breathe,
We breathe

I wanna a breeze and an open mind
I wanna swim in the ocean
Wanna take my time for me,
All me

So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

So maybe tomorrow I'll find my way home
So maybe tomorrow I'll find my way home

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Σε πείσμα των καιρών



Απρόσκλητα. Όπως όλες οι αισθήσεις. Σε ζεύγη.
Εγκλωβισμός. Και Απομόνωση

Αρχίζει την μέρα που η απώλεια εξαλείφει το αύριο,
υπάρχει όσο οι ήχοι στο μυαλό μου ζουν τρώγοντας ψοφίμια
                                    από εικόνες και φίλους
                        που με κρατάνε ζωντανό ακόμη,
τελειώνει την στιγμή που νοιώθεις πως η ζωή κρατιέται ακούσια όρθια
για ένα πείσμα

Κάθε πρωί στον δρόμο κάστρα θεόρατα οι στιγμές
και στην δουλειά τα ίδια και χειρότερα
 κλειδώνουν χείλη με βουλοκέρι και σφραγίδες
                                                                        της ανάγκης
από διαφόρων ειδών παραιτήσεις
δίπλα, απέναντι, πάνω, κάτω, γύρω
                                                            και μέσα

Κι όλο μετράω πιο πολλά τα λίγα που χρειάζονται. Διαρκώς.

τα βλέπω κι ούτε να τρομάξω πια
                                                Τίποτα. Εντελώς.
           
Έγινε ντροπή να συναντώνται τα βλέμματα
                                    προσκυνητές τα μάτια δένονται πισθάγκωνα
                                                                                                μόνα τους
να μην εκστομιστούν λόγια
μην ταραχθεί η ηχώ τους

Δελτίο απωλειών κάθε ημέρα. Λίστα. Προσκλητήριο εννοιών.
Που συνέχεια βγαίνουν αδικαιολογήτως απούσες.

                                                και που να δεις και τις νύκτες.

Δεν μιλάμε πια. Σωστά. Δεν.
                        Τίποτα να ειπωθεί. Που δεν.
Οδοστρωτήρας η τεχνική της επιβίωσης, ισοπεδώνει ότι.

Γέμισε ο κόσμος μου ρολά κατεβασμένα

Χάθηκαν και το νόημα της ακρόασης και η σειρά στην γραφή.
Ίσως πάλι να τα χάσαμε μόνο εμείς. Οι λοξοί.
Οι από μόνοι μας. Από υπερβολική σιγουριά.
           
Στα αδιέξοδα δεν μετράνε ύφος και αυθεντία αλλά πόσο μπορείς να σκαρφαλώσεις
                                                            Και η βουτιά που θα κάνεις μετά

Όμως καρφί δεν μου καίγεται πια για την παράσταση
Ένα μονόπρακτο μας αναλογεί πλέον και το δικό μου θα το πάω μέχρι αυλαία.
Γιατί έτσι.
Γιατί για εσένα και τα παιδιά πεισμώνω. Και παίζω.
                                                                                    Κι αντέχω. Όσο.

Ίσως να πέσαμε σε άτυχους καιρούς· ίσως να είμαι εγώ ο άτυχος.
                        Που θέλω να ξεχάσω και δεν μπορώ.
Ευτυχώς.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Αυτο-τρόχισμα

  • Ποιητής μάλλον είναι κάποιος που πασχίζει να χορδίζει λέξεις, έννοιες, συναισθήματα, εικόνες και απουσίες.
Όλα αυτά ταυτόχρονα και χωρίς να το καταλαβαίνει ο ίδιος. Του το λένε οι άλλοι

  • Φίλοι είναι όλα εκείνα τα κομμάτια που σου λείπουν

  • Άλλη μια μάχη, άλλη μια προσπάθεια επιβίωσης, άλλη μια πόρτα που πασχίζεις να μείνει ανοιχτή μήπως και μπει αέρας μέσα σου. Πολύ άπνοια όμως

  • Έτσι ξαφνικά, η μάνα μου με συμβούλευσε να συνεχίσω να γράφω. Μάλλον δεν θέλει να πεθάνω. Εγώ πάλι λέω να σταματήσω να γράφω εντελώς μήπως και καταφέρω να ζω περισσότερο αντί να επιβιώνω. Χάσμα γενεών

  • Δεν παίρνω κανέναν τηλέφωνο πια. Προτιμώ να είμαι μόνος μου μονάχος

  • Πρέπει να αντισταθώ. Αρχίζω όμως και αμφιβάλλω προς τα που

  • Δεν θέλω να έχω την τελευταία λέξη. Ιδιαίτερα όταν είναι κάτι σαν «ωχ μανούλα μου»

  • Μην φωνάζετε τόση σιωπή. Θα την φορολογήσουν κι αυτήν

  • Δεν είμαι ιδιαίτερα έξυπνος. Αν ήμουν δεν θα έγραφα

  • Πωλούνται αυθεντικά νεύρα και απόγνωση στο κουτί τους. Ανταλλάσσονται με φάρμα στην Αυστραλία ή δέκα πρόβατα και πέντε κότες




  • Στα μάτια των παιδιών μου υπάρχει ακόμα γέλιο. Μεγάλη υπόθεση